Η Βιομηχανία του Θανάτου

Η Αναστασία Έχει Γραφείο Τελετών Αλλά Δεν Είναι «Κοράκι»

Αυτή είναι η ιστορία μιας διαφορετικής νεκροθάφτη, που νιώθει υποχρέωση απέναντι στους νεκρούς της.

Κείμενο Ντέπυ Κουρέλλου; φωτογραφίες Πάνος Κέφαλος
14 Νοέμβριος 2017, 6:15am

Μια κυρία 84 ετών έχασε τη ζωή της. Στο νεκροταφείο, ο άνδρας, τα παιδιά και τα εγγόνια της στέκονται συγκινημένοι. Δεν υπήρχαν πολλά κλάματα, εντάσεις. «Μεγάλη γυναίκα ήταν, ησύχασε». Πάνω από το μνήμα, δίπλα στον ιερέα, στέκονται δυο άνθρωποι. Οι νεκροθάφτες. Ξεχωρίζει μια νέα γυναίκα, με τατουάζ στα χέρια, χαμηλωμένο το πηγούνι και σταυρωμένα τα χέρια. Μόλις ολοκληρώνεται η δέηση, μοιράζει τα γαρύφαλλα και παρακινεί τους παρευρισκόμενους για το τελευταίο αντίο. Μόλις και ο τελευταίος ολοκληρώνει, μαζί με τον συνεργάτη της κατεβάζουν με προσοχή το φέρετρο στο μνήμα, με σχοινιά. Η Αναστασία Συροπούλου έχει γραφείο τελετών. Αλλά δεν σηκώνει απλώς τηλέφωνα.

Αυτή είναι η ιστορία της:

Η Αναστασία Συροπούλου.

Γεννήθηκα το 1978 στο Μαντούδι, στη Βόρεια Εύβοια. Στα 15 μου πήγαμε στην Αθήνα, λόγω της δουλειάς του πατέρα μου. Εκεί διάλεξα, αντί για Λύκειο, να πάω στη σχολή βρεφοκομίας. Δεν μου άρεσε πολύ. Ήθελα να μπω στην Αστυνομία, στη Δίωξη, όμως η μητέρα μου έπεσε να πεθάνει, έλεγε πως «εκεί ή θα γίνεις πόρνη ή ναρκομανής», πως θα μου έδιναν να «δοκιμάσω». Τελικά, κατέληξα πωλήτρια παπουτσιών στην Ερμού. Μου αρέσει ο κόσμος, η επικοινωνία, οι πωλήσεις και έμαθα πολλά εκεί: Να έχω τρόπους, να διαχειρίζομαι τους ανθρώπους, να πουλάω. Βαρέθηκα, όμως, γρήγορα. Πάντα βαριόμουν.

Πήγα για δουλειά στη Νάξο. Δούλευα σε έναν φούρνο, με δύο ώρες ύπνο. Με την επιστροφή μου, οι γονείς μου είχαν αποφασίσει να πάνε στα Σπάτα, αλλά εγώ δεν ήθελα να φύγω από την Αθήνα. Έμεινα με τον φίλο μου και αυτό ήταν το μεγάλο μου λάθος, κυρίως επειδή τον παντρεύτηκα. Τσακωνόμασταν πολύ, έτρωγα ξύλο. Κατέληξα να έχω διατροφικές διαταραχές. Ζύγιζα 43 κιλά όταν έμεινα έγκυος. Έκανα 12 τεστ εγκυμοσύνης και όλα έβγαιναν αρνητικά από την αδυναμία. Μετά, όλα άλλαξαν. Σιγά-σιγά πήρα κιλά -28 συνολικά- και μέσα μου είχε ξεκινήσει η διαδικασία της διάστασης από τον άνδρα μου, όμως έμεινα και πάλι έγκυος. Στο μεταξύ οι γονείς μου, με τη συνταξιοδότηση του πατέρα μου, είχαν επιστρέψει στην Εύβοια. Τους ακολούθησα.

Ο άνδρας μου δεν με άφηνε να δουλέψω - ζήλευε. Να μπορώ να δουλέψω, τα παιδιά μου να πεινάνε και αυτός να μη με αφήνει. Τότε σκέφτηκα το νεκροταφείο. Εκεί ποιον να ζήλευε, τον πεθαμένο;

Αλλά και στο Μαντούδι, τίποτα δεν ήταν εύκολο. Η χωρισμένη γυναίκα στο χωριό δεν είναι πολύ καλοδεχούμενη. Οι γονείς μου -η μάνα μου βασικά- δεν μου στάθηκαν. Στα τρία χρόνια, γνώρισα τον δεύτερο σύζυγό μου και καθώς ήταν ο μόνος που μου έδειχνε ενδιαφέρον στο χωριό, αγκιστρώθηκα πάνω του. Παντρευτήκαμε, αφού έκανα τον τρίτο μου γιο. Αντιμετωπίσαμε έντονα οικονομικά προβλήματα και ενώ μας συντηρούσε η Εκκλησία, ο άνδρας μου δεν με άφηνε να δουλέψω - ζήλευε. Όποια δουλειά και αν έβρισκα, με σταματούσε. Δεν μπορούσα να το καταλάβω: να έχω δύο χέρια, δύο πόδια, να μπορώ να δουλέψω, τα παιδιά μου να πεινάνε και αυτός να μη με αφήνει. Τότε σκέφτηκα το νεκροταφείο. Εκεί ποιον να ζήλευε, τον πεθαμένο;

Ξεκίνησα να ανάβω τα καντήλια, αλλά η εκεί καντηλανάφτισσα ενοχλήθηκε, μέχρι ξύλο μου έριξε, όμως εγώ δεν σταμάτησα. Από δέκα καντήλια τον μήνα έβγαζα 100 ευρώ -τα γάλατα των παιδιών μου- και το μόνο που έπρεπε να κάνω ήταν να ανάβω τα καντήλια και να καθαρίζω τα μάρμαρα στους τάφους. Τότε, ο πατέρας μου με συμβούλευσε να ενημερωθώ για να το κάνω νόμιμα, να ανοίξω γραφείο τελετών, που τότε στο χωριό δεν υπήρχε άλλο.

Η πρώτη μου δουλειά, ήταν εκταφή και όχι ταφή. Έπρεπε να βγάλω τον νεκρό, να πλύνω τα οστά του και ενώ είπα στους πελάτες πως γνώριζα τα πάντα, δεν ήξερα τίποτα.

Λεφτά, όμως δεν είχα. Χρησιμοποίησα το επίδομα τριτέκνων που έπαιρνα και νοίκιασα ένα μαγαζί. Τηλεφωνώντας τυχαία σε φερετροποιεία, δυο νέα παιδιά μου έδωσαν φέρετρα χωρίς προκαταβολή, χωρίς τίποτα: «Κράτα τα και όταν πουλήσεις, μιλάμε». Αύγουστο τα πήρα και μέχρι τον Δεκέμβριο δεν είχα πουλήσει τίποτα. Στο μεταξύ, τα παιδιά με πήγαν σε ένα γραφείο τελετών, για να δω πώς δουλεύουν. Δεν κατάλαβα και πολλά, τα έκαναν όλα ταχυδακτυλουργικά. Κηδείες θα έκανα με τη νεκροφόρα του δήμου, το μόνο που θα χρειαζόταν, θα ήταν να πληρώσω έναν οδηγό, επειδή εγώ δίπλωμα δεν είχα.

H Αναστασία με τον νυν σύντροφό της, στην είσοδο για το γραφείο τελετών της. Ακριβώς δίπλα βρίσκεται το σπίτι της - στο παράθυρο είναι ο μεγάλος γιος της.

Η πρώτη μου δουλειά, πάντως, ήταν εκταφή και όχι ταφή. Έπρεπε να βγάλω τον νεκρό, να πλύνω τα οστά του και ενώ είπα στους πελάτες πως γνώριζα τα πάντα, δεν ήξερα τίποτα. Έβγαλα την πλάκα μαζί με τον άνδρα μου, αλλά έσκαψα τον τάφο μόνη μου - εκείνος αρνούταν να το κάνει. Αγανάκτησα, αλλά το έκανα - και εδώ που τα λέμε, αυτό ήταν το εύκολο κομμάτι. Έσκαβα ασταμάτητα, μέχρι που βρήκα το σάπιο φέρετρο. Ενώ νόμιζα πως θα λιποθυμήσω και με έπιασαν τα κλάματα, σκέφτηκα πως στο ψυγείο μας δεν είχαμε ούτε ένα μπουκάλι γάλα και άνοιξα το φέρετρο. Ξεκίνησα από τα πόδια. Έβγαλα τις κάλτσες, το παντελόνι, όλα και ξεκίνησα να συγκεντρώνω τα οστά - με βοήθησαν και οι γνώσεις ανατομίας που είχα αποκτήσει από τη βρεφοκομία. Ξεκίνησα να τα πλένω με σύρμα, κρασί και χλωρίνη και τα άπλωσα να στεγνώσουν, όπως μου είπε μια θεία μου. Όταν πήγα σπίτι, είχα 150 ευρώ στην τσέπη, για δυο ώρες δουλειάς.

Το τηλέφωνο χτύπησε στις τρεις το πρωί και έπρεπε να πάω να ντύσω τη νεκρή. Στην τσάντα μου είχα μόνο ένα βαμβάκι, μωρομάντηλα, ψαλίδι και κόλλα. Όταν μπήκα, σκέφτηκα «θα το κάνεις, όπως έντυνες τις κούκλες σου παιδί».

Λίγες εβδομάδες αργότερα, ήρθε και ο πρώτος μου νεκρός, μια γιαγιά από τη Βλαχιά. Το τηλέφωνο χτύπησε στις τρεις το πρωί και έπρεπε να πάω να την ντύσω. Στην τσάντα μου είχα μόνο ένα βαμβάκι, μωρομάντηλα, ψαλίδι και κόλλα. Όταν μπήκα, σκέφτηκα «θα το κάνεις, όπως έντυνες τις κούκλες σου παιδί». Ήταν εύκολο να την ντύσω, επειδή μόλις είχε πεθάνει και ήταν ακόμη ζεστή, όμως όταν πεθαίνει ένας μεγάλος άνθρωπος, είναι τρομακτική η όψη του. Τελικά, η γιαγιά μού βγήκε πολύ ήρεμη. Όλοι με θαύμασαν. Ακόμη λένε στη Βλαχιά πως η Καραγκούνα -έτσι τη φώναζαν- ήταν πολύ όμορφη στην κηδεία της.

Διαβάστε ακόμα: Μιλήσαμε με τον Φάνη Μπαμπούλα, τον Καλύτερο Ιδιοκτήτη Γραφείου Κηδειών στην Ευρώπη

Υπάρχουν νεκροί που έχουν καλή αύρα. Δεν ξέρω πώς να στο πω. Αισθάνεσαι ένα φτερούγισμα μέσα στο δωμάτιο. Μετά θάνατον ζωή δεν ξέρω αν υπάρχει, αλλά είμαι σίγουρη πως υπάρχει Θεός, απλά ο κάθε λαός έχει διαφορετικό όνομα για Εκείνον. Ούτε κόλαση και παράδεισος ξέρω αν υπάρχει. Πιστεύω πως εδώ πληρώνονται όλα. Εκεί υπάρχει η κατάταξη, αλλά ο Θεός δεν είναι τιμωρός.

Στο μεταξύ, ο δήμος σταμάτησε να μου διαθέτει τη νεκροφόρα. Εγώ είχα τα λεφτά από τη μία μου κηδεία και από το επίδομα τριτέκνων και αποφάσισα να αγοράσω δική μου. Ένας συνάδελφος από τη Λίμνη μού βρήκε μια από το Ίντερνετ. Ήταν σε μαύρα χάλια, αλλά η μόνη που μπορούσα να αγοράσω με τα λεφτά που είχα. Έχεις δει τη νεκροφόρα του Φιλιππίδη στο 50-50; Ίδια ήταν. Την έχω ακόμη φωτογραφία. Ήταν σάπια και έτριζε.


[VICE Video] Είναι Πολύ Ακριβό να Πεθαίνεις στην Ελλάδα

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Στη Δαφνούσα ήταν η δεύτερη κηδεία μου. Όταν έφτασα, οι συγγενείς με κοίταζαν επίμονα. Δεν καταλάβαινα γιατί. Πέντε λεπτά μετά, κατάλαβα. Ο άνθρωπος ήταν γίγαντας, 100+ κιλά. Απ' έξω κλάματα, θρήνος. Πώς να ζητήσω βοήθεια; Είπα το Πάτερ Ημών και προχώρησα. Τελικά «αγκαλιαστήκαμε»: τον πήρα αγκαλιά και τον έντυσα. Τον ξύρισα, τον αρωμάτισα, τον περιποιήθηκα. Όμως δεν μπορούσα να τον βάλω στο φέρετρο. Ήταν τεράστιος. Χρειάστηκαν πέντε άτομα για να τον βάλουμε στο φέρετρο, όμως τελικά όλοι έμειναν τόσο ευχαριστημένοι, που με φίλεψαν 80 ευρώ.

Την άλλη μέρα, δεν έπαιρνε μπροστά η νεκροφόρα. Έπρεπε να τη σύρουμε στην κατηφόρα, για να πάρει μπρος. Στο νεκροταφείο έσκαψα μόνη μου τον λάκκο και με τα σχοινιά κατέβασα με βοήθεια το φέρετρο. Η κηδεία αυτή μου απέφερε 800 ευρώ, όχι καθαρά, αλλά ήταν αρκετά για να καταλάβω πως πλέον ήμουν σίγουρη ότι δεν θα κάνω πίσω.

Εδώ στα χωριά, οι περισσότεροι νεκροί μου είναι μεγάλοι άνθρωποι. Έχουν υπάρξει, όμως, και τραγικές περιπτώσεις, όπως ένας νεαρός ποδοσφαιριστής που τον χτύπησε κεραυνός.

Έτσι, σιγά-σιγά, από το 2012 πήγα σε σεμινάρια, αγόρασα είδη μακιγιάζ, έφτιαξα γκαράζ, ξεχρέωσα τα φέρετρα, πούλησα τη νεκροφόρα για να πάρω ταμειακή. Ξεκίνησα να οργανώνομαι, ενώ ο κόσμος με στήριζε και τον ευχαριστώ για αυτό. Έχω πέσει σε καλές οικογένειες που εκτίμησαν όσα έκανα για τον νεκρό τους.

Στο σπίτι, όμως, τα πράγματα ήταν δύσκολα. Ο άνδρας μου με σιχαινόταν. Έβαζε λόγια στους μικρότερους γιους μου -οκτώ και έξι ετών τότε- και δεν με ζύγωναν για οκτώ μήνες. Στο σχολείο έτρωγαν bullying, τους έλεγαν «η μάνα σας είναι κοράκι». Αν και δεν σταμάτησα –πώς να σταματήσω, αφού το ψυγείο μας ήταν γεμάτο;- ξεκίνησα να νομίζω πως όλος ο κόσμος είχε για εμένα την ίδια γνώμη με τον άνδρα μου. Ότι σιχαίνονταν να με ακουμπήσουν, να με φιλήσουν και απομακρύνθηκα σιγά-σιγά. Είχα κάνει, όμως, λάθος και αποδείχτηκε στην πορεία.

Εδώ στα χωριά, οι περισσότεροι νεκροί μου είναι μεγάλοι άνθρωποι. Έχουν υπάρξει, όμως, και τραγικές περιπτώσεις, όπως ένας νεαρός ποδοσφαιριστής που τον χτύπησε κεραυνός. Τα 'χασα. Ζήτησα βοήθεια από συναδέλφους. Το πρόσωπό του, όμως, δεν άφησα κανέναν να το αγγίξει. Η κηδεία ήταν ένας θρήνος, ένας οδυρμός. Γονάτισα. Έκλαιγα σαν να ήταν δικός μου άνθρωπος. Το άλλο περιστατικό, ήταν ένας νεαρός που γνώριζα. Ένας κούκλος. Πήγα και αγόρασα μόνη μου ρούχα, βέρες, τα πάντα. Τον έπιασα, τον έπλυνα, τον έντυσα και όλη αυτή την ώρα είχα ξεχάσει το πρόσωπό του, πως ήταν κάποιος που γνώριζα. Όταν μείναμε οι δυο μας στον λάκκο, τότε έκλαψα. Πήγαινα κάθε μέρα στον τάφο του, μόνη μου, κρυφά από τους δικούς του. Το χρειαζόμουν. Ήταν γνωστός, νέος και εγώ τάισα τους γιους μου από τον θάνατό του.

Αυτή η κηδεία, επειδή ήταν γνωστός μας, άλλαξε εντελώς τη σχέση μου με τον άνδρα μου. Πλέον, ξεκάθαρα με σιχαινόταν. Ήμουν «κοράκι» και τίποτα άλλο. Τι να έκανα όμως; Να έλεγα όχι; Αν ήταν το δικό μου παιδί; Από την άλλη, δεν με άφηνε να πάρω υπάλληλο να με βοηθάει - ακόμη ζήλευε. Έφυγε κάποιον Αύγουστο και όταν θέλησε να γυρίσει πίσω, η πόρτα μου έμεινε κλειστή. Ευτυχώς, με στήριξε η οικογένειά του.

Απέκτησα καλό όνομα και πελάτες. Πλέον, οι συμμαθητές των γιων μου δεν με αποκαλούν «κοράκι»

Μέχρι αυτά τα δύο περιστατικά, ξέρω, είναι χαζό, αλλά δεν είχα σκεφτεί ποτέ πως θα χρειαστεί να θάψω νέους ανθρώπους. Ευτυχώς, δεν είναι πολλοί μέχρι τώρα. Απέναντι στους νεκρούς μου, νιώθω υποχρέωση. Υποχρέωση και σεβασμό - και σε εκείνους και στις οικογένειές τους, που μου εμπιστεύονται τον άνθρωπό τους. Αλλά και εγώ προσπαθώ να κάνω το καλύτερο για εκείνους. Δεν τους παρκάρω. Γιατί να το κάνω; Επειδή είναι νεκροί και δεν βλέπουν; Δεν πάει έτσι. Άσε που τους περισσότερους τους ξέρω. Λέγαμε «γεια», μέχρι που πέθαναν. Πενθώ κι εγώ μαζί με τους δικούς τους.

Απέκτησα καλό όνομα και πελάτες. Πλέον, οι συμμαθητές των γιων μου δεν με αποκαλούν «κοράκι». Με παραδέχτηκαν και τους λένε, «τελικά, η μάνα σου είναι έξυπνη, βγάζει λεφτά». Ο μεγάλος μου γιος είναι 16 ετών και έρχεται μαζί μου σε κηδείες, σε εκταφές. Βοηθάει στη δουλειά της μαμάς του, όπως τόσα παιδιά στη δουλειά των γονιών τους. Όλοι οι γιοι μου, πλέον, είναι περήφανοι για εμένα.

Στην πορεία, στη ζωή μου ήρθε ο Δημήτρης. Αρχικά ως υπάλληλος και μετά ως σύντροφός μου. Με στηρίζει και με βοηθάει, για αυτό έκανα και τατουάζ το όνομά του, δίπλα σε εκείνα των αγοριών μου. Είχα και αναποδιές, βέβαια, αλλά ξεχρεώνω σιγά-σιγά. Όμως δεν ανεβάζω τις τιμές μου. Είπαμε να πορευτώ, όχι να εκμεταλλευτώ. Δεν είμαι και «κοράκι».

Περισσότερα από το VICE

Η Συγκλονιστική Μαρτυρία του Ποδοσφαιριστή που Καταγγέλει ότι τον Κυνήγησε η Μαφία του Ελληνικού Ποδοσφαίρου

Γιατί Χρειαζόμαστε Περισσότερους Λογικούς Ανθρώπους σαν τον Χρήστο Δάντη στην Ελληνική Showbiz;

Δέκα Ερωτήσεις που Πάντα Ήθελες να Κάνεις σε Έναν Χορευτή Ρομπότ

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.