ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Μουσική

Ο Γιώργος Ζαμπέτας Δεν Έχει Πεθάνει Ακόμη

Η ζωή του ανθρώπου που άλλαξε για πάντα τον τρόπο που παίζεται το μπουζούκι.

Κείμενο Γεωργία Δρακάκη
20 Δεκέμβριος 2017, 6:00am

Ο Γιώργος Ζαμπέτας γεννήθηκε στην Ακαδημία Πλάτωνος, στις 25 Γενάρη 1925, γιος της Μαρίκας και του Μιχάλη. Η μητέρα του έλεγε πως ακόμη και το κλάμα του, όταν ήταν μωρό, υπήρξε μελωδικότατο. Όταν έγινε 15 χρονών μετακόμισε με την οικογένειά του στο Αιγάλεω - για τον ίδιο, Αιγάλεω Σίτι. Τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από κακουχίες, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να αγαπήσει το μπουζούκι και να αφοσιωθεί σε αυτό, πράξη και στάση θεωρούμενη επικίνδυνη από την εποχή, αλλά και τον κουρέα -και λάτρη της μουσικής- πατέρα του. Από τα έξι του χρόνια, είχε λάβει σχολική διάκριση για το παίξιμό του. H συνέχεια δεν ήταν εύκολη, αλλά ούτε αμελητέα. Η ζωή του είναι η ιστορία του ελληνικού μπουζουκιού, μια διήγηση μιας διαφορετικής Ελλάδας. Ο φλεγόμενος μετα-ρεμπέτης Γιώργος Ζαμπέτας δεν ήξερε να διαβάζει τις νότες, αλλά τις όρισε με τη ζωή του.

«Εκείνη τη μέρα, είχα μπροστά μου έναν ροκ σταρ. Έναν Mick Jagger» - Γιάννης Γιοκαρίνης

Ο Γιάννης Γιοκαρίνης θυμάται: «Το 1974, όταν ήμουν στους 2002GR και κάναμε πρόβα στο "Ροδίνι", ένα μαγαζί στη Ρόδο, συναντηθήκαμε με τον Ζαμπέτα και τον ρωτήσαμε με μια κάποια συστολή αν είχε φέρει μαζί παρτιτούρες και λοιπά. Ο Ζαμπέτας γέλασε και είπε ότι είχε φέρει Μίκυ Μάους για να διαβάσουμε, αν θέλαμε, ντε και σώνει, να διαβάσουμε κάτι. "Εμένα θα βλέπετε, μωρέ", μας είπε και μας κόμπλαρε. Δεν τον συνάντησα ποτέ ξανά. Αλλά εκείνη τη μέρα, είχα μπροστά μου έναν ροκ σταρ. Έναν Mick Jagger».

Εκτός από γνήσιος διασκεδαστής και πηγαίος σόουμαν, ο δεξιοτέχνης του μπουζουκιού υπήρξε και αυθεντικός γλωσσοπλάστης, στοιχείο πάνω στο οποίο στήριξε πολλές από τις επικές του ατάκες. Δεν δίσταζε να ειρωνεύεται τους θαμώνες των κέντρων στα οποία έπαιζε, να επικοινωνεί μαζί τους και να τους κρατά όλο το βράδυ στο κέφι, ακόμη και όταν συνέβαινε να βρίσκεται ολομόναχος επί σκηνής «με τ' όργανο».

Η κόρη του Ζαμπέτα, Κατερίνα, στο βιβλίο που έγραψε, φωτίζει μερικές από τις πιο τρυφερές και, βέβαια, άγνωστες πλευρές του μετρ του μπουζουκιού: ο Ζαμπέτας ως σύζυγος, ο Ζαμπέτας ως πατέρας, ως κουρασμένος, πεινασμένος, γκρινιάρης, ξεροκέφαλος. Η ίδια γράφει ότι ναι μεν ο πατέρας της εγγράφηκε στις συνειδήσεις σαν καλαμπουρτζής και γελαστός διασκεδαστής, όμως τον διέκρινε μια μελαγχολία, η οποία μπορούσε (και μπορεί ακόμη) να γίνει αισθητή στα πιο προσεκτικά αυτιά.

Ο Γιώργος Ζαμπέτας αγαπούσε τη ζωή -την οικογένειά του, τη ρουτίνα του, τις γιορτές, τα τραπέζια, τη φύση, την ανατολή του ήλιου κάθε πρωί- όσο δύσκολη και αν ήταν. Από εκεί αντλούσε τα μουσικά του θέματα, τους μελωδικούς του τρόπους: ο ρυθμός και ο παλμός της ίδιας της καθημερινότητάς του, με τα ξενύχτια, τις αδικίες, τις τιμές και τις χαρές, μοιάζει να εισχώρησε με τον πιο φυσικό τρόπο στο παίξιμό του και τις συνθέσεις του. «Η ζωή μου είναι πέντε κουταλιές μέλι και 40 βαγόνια σκατά», είχε πει ο ίδιος σε μια του συνέντευξη, μερικά χρόνια προτού πεθάνει.

Τα αποφόρια και η Ελλάδα των 40s

«Φτώχεια, ρε. Πώς θα γίνει; 32 χρονών φόρεσα παλτό, ρε. Απ' τα 25 που απολύθηκα, μέχρι τα 32, ήμουν με τη λιάρα της Αεροπορίας - και ήμουνα και καλλιτέχνης. Κοστούμι έβαλα πάνω μου όταν ντύθηκα γαμπρός, 27 χρονών. Μέχρι τότε φορούσα αποφόρια».
Στρατολογήθηκε στα Δεκεμβριανά από το ΕΑΜ, «το έσκασε» και τα χρόνια του Εμφυλίου αποκήρυξε το ΚΚΕ, χωρίς να θεωρεί άμοιρη ευθυνών την άλλη πλευρά.

Έχει πει ο Ζαμπέτας για τον Εμφύλιο: «Το πρωί κυκλοφόραγα κανονικά, όλοι ήταν απασχολημένοι στη μάχη. Αλλά το βράδυ, γυρνάγανε τα σπίτια και μαζεύανε "αντιδραστικούς", όπως λέγανε. Τον πηγαίνανε στη χωματερή, του κόβανε τ' αρχίδια και του λέγανε "φα' τα τώρα", κόβανε τα βυζιά από τις γυναίκες - μεγάλα όργια. Κάνανε πολλά αίσχη. Η χωματερή στο Αιγάλεω είχε γιομίσει από πτώματα. Έναν φούρναρη που είχαμε, τον γερο-Μανώλη Σίμο, έτσι του κάνανε και μετά τον ντουφεκίσανε, στη χωματερή. Μετά τα βρήκανε όλα. Κατακρεουργημένα σώματα παντού. Και οι άλλοι όμως τα ίδια κάνανε, αλλά νικήσανε και δεν φανήκανε. Τα χρεώθηκαν όλα τούτοι 'δω. Όσα κι αν 'κάναν, οι άλλοι καλυφθήκανε. Σ' αυτούς τα 'βγάλαν όλα στη φόρα, ως και την τελευταία σφαλιάρα που ρίξανε. Και οι δυο πλευρές τα ίδια κάνανε. Η διαφορά είναι ότι οι μεν ήτανε το νόμιμο ελληνικό κράτος».

Ο Ζαμπέτας έβριζε και θύμωνε μαζί της αρκετά συχνά. «Γαμώ τον Χριστό σου. Το πάλκο θέλει μουνί», της έλεγε ως απάντηση στις σκηνές ζηλοτυπίας της για τις τραγουδίστριες.

Παρά τα χρόνια της πείνας και του φόβου που έζησε ο Ζαμπέτας, ποτέ δεν ξέχασε τις καταβολές του και περηφανευόταν για τη λαϊκή του καταγωγή. Σεβόταν τα υλικά αγαθά, δεν πετούσε κάτι αμέσως μόλις χαλούσε, ενώ ο ίδιος παρέμεινε απλός και κορόιδευε τους κουλτουριάρηδες και ξενομανείς νεοέλληνες. Ο αγαπημένος του τρόπος να ξοδεύει τα χρήματα που κέρδιζε, ήταν σε δώρα για τα παιδιά του. Κάποια στιγμή, τη δεκαετία του '80, του δόθηκε η ευκαιρία να αποκτήσει δικό του μαγαζί, πράγμα στο οποίο συνηγορούσε και ήταν πρόθυμη να βοηθήσει όλη του η οικογένεια. Ο ίδιος, όμως, δεν γούσταρε τον τίτλο του επιχειρηματία. Ήταν και αισθανόταν ελεύθερος καλλιτέχνης στην πιάτσα και στις καρδιές των ανθρώπων.

Oι γυναίκες

Ο Ζαμπέτας ήταν 20 χρονών όταν γνώρισε τη γυναίκα της ζωής του, την Αργυρώ, που ήταν όμορφη, κοκέτα, αλλά και σκληρή, αυστηρή. Στην αρχή, κρατούσε τον Γιώργο σε απόσταση. «Έχω "ρίξει" τόσες (σ.σ.: γυναίκες) και μου αντιστέκεται το νιάνιαρο», έλεγε ο ίδιος κοροϊδευτικά. Η κόρη τους λέει πως για να τη «ρίξει», της έταξε γάμο, υπόσχεση που αναγκάστηκε να τηρήσει και φαίνεται να μη μετάνιωσε ποτέ, παρά τις μεταξύ τους συγκρούσεις και διαφωνίες.

Η Αργυρώ (ή Ρούλα) λειτούργησε κατά κάποιον τρόπο σαν τη μάνατζερ του Ζαμπέτα. Έβλεπε αν γραφόταν το όνομά του στις μαρκίζες, τον μάλωνε όταν η ίδια ένιωθε πως τον έριχναν οικονομικά οι συνεργάτες του, ονειρευόταν μια καλύτερη ζωή για τους δυο τους και τα τρία παιδιά τους (Μαρίκα, Κατερίνα, Μιχάλη) - ένα μεγαλύτερο σπίτι, μια Mercedes αντί για το σαραβαλάκι. Πρόσεχε τον Γιώργο Ζαμπέτα και αυτός την είχε πάντοτε ανάγκη, καθώς δυσκολευόταν να μένει μόνος του, όταν εκείνη έλειπε για εξωτερικές δουλειές. Η ίδια η Αργυρώ, που τον μάλωνε για τις σπατάλες του και τον ζήλευε πολύ, είπε κάποια στιγμή για τον αγαπημένο της, όταν πια τα παιδιά τους και οι ίδιοι είχαν μεγαλώσει: «Ο Ζαμπέτας ήταν ένα είδος κοινωνικής θεραπείας για όποιον τον πλησίαζε. Γεννιόμαστε και μεγαλώνουμε αρρωστημένοι. Γνωρίζοντάς τον, όμως, μάθαμε τι θα πει ευαισθησία, καλοσύνη, ανθρωπιά, αυθορμητισμός και πάνω απ' όλα ανοιχτή καρδιά».

Ο Ζαμπέτας έβριζε και θύμωνε μαζί της αρκετά συχνά. «Γαμώ τον Χριστό σου. Το πάλκο θέλει μουνί», της έλεγε ως απάντηση στις σκηνές ζηλοτυπίας της για τις τραγουδίστριες. «Ο πελάτης θέλει να έρθει, να ξεδώσει, να ξοδέψει, να καψουρευτεί - και καλύτερα περνάει, όπου υπάρχει μουνί». Δεν ήταν λίγες οι φορές που έριχνε δυο ρούχα σε μια βαλίτσα (εξ ου και το γνωστό τραγούδι) και έφευγε από το σπίτι τους. Πάντοτε, όμως, γυρνούσε, επειδή λάτρευε και τα παιδιά του. Φοβόταν μην πεθάνει πρώτη η γυναίκα του και της έλεγε πως εύχεται να φύγει εκείνος πρώτος, όπως και συνέβη εν τέλει. Τα Δειλινά γεννήθηκαν από το άγχος και την αγωνία του Γιώργου Ζαμπέτα για την απουσία της γυναίκας του στη Γαλλία, στο κολέγιο όπου φοιτούσε ο γιος τους. Οι στίχοι είναι του καλού του φίλου, Χαράλαμπου Βασιλειάδη-Τσάντα: «Σβήσαν απ' τα χείλη τα τραγούδια / γύρω μαραθήκαν τα λουλούδια».

Ήταν, όμως, λάτρης του γυναικείου φύλου, γενικότερα. «Θες το παίξιμό μου, θες η μαγκιά μου, μου την πέφτουνε», έλεγε περιπαικτικά. Θρυλικά και πολυδιαβασμένα πια είναι τα σχόλια του Γιώργου Ζαμπέτα για την εμπειρία του στις Κάννες, όπου, με την αφορμή της βράβευσης για την ταινία Ποτέ την Κυριακή, συνάντησε «όλες τις Μπαρντό, τις Μονρόε και της Βουγιουκλάκες της εποχής», από τις οποίες καθόλου απαρατήρητος δεν πέρασε. «Τις φούχτωσα όλες. Και όχι μόνο τις φούχτωσα, μου κολλάγανε κιόλας».

«Ως συνθέτης χωρεί μέσα στην πρώτη δεκάδα των μεγάλων μορφών του ρεμπέτικου και λαϊκού μας τραγουδιού», είχε πει για τον Ζαμπέτα ο Λευτέρης Παπαδόπουλος.

Μια γυναίκα που αγαπούσε πολύ, πέραν από τις κόρες του και την εγγονή του, Ναστάζια, ήταν η ίδια η μητέρα του, που περίμενε να τον δει και να του δώσει την ευχή της, προτού κλείσει τα μάτια της. Η ευχή της, όπως συνήθιζε να λέει ο ίδιος πάντα, υπήρξε η πιο πολύτιμη προίκα και κληρονομιά του.

Καμία γυναίκα, όμως, δεν έβαλε ποτέ πάνω από το μπουζούκι του: «Ο άνθρωπος χωρίς έρωτα είναι σαν ένα λουλούδι που δεν μυρίζει. Ο έρωτας δεν είναι μόνο να ψήσουμε μία γκόμενα ή μια γκόμενα να μας ψήσει. Ερωτεύεσαι κι αυτό που κάνεις. Με τη δουλειά μου εγώ την έχω ψωνίσει. Εγώ εκεί είμαι ναρκομανής. Κι ο έρωτάς μου για το μπουζούκι κάθε μέρα μεγαλώνει. Τι θα διάλεγες, Ζαμπέτα, στη ζωή σου; Την καλύτερη γκόμενα; Την καλύτερη γυναίκα; Ή ένα μπουζούκι; Γιατί η γυναίκα κάποτε θα σ' αφήσει. Ενώ αυτό δεν θα σ' αφήσει ποτέ».

Ο Γιώργος Ζαμπέτας δεν ήταν ρεμπέτης, με την έννοια της κοινωνικής επανάστασης, όμως ζούσε ελεύθερα, συλλογιζόταν και εκφραζόταν ανένταχτα και αυθόρμητα. Έλεγε «όχι» στα πάθη και τις καταχρήσεις, όμως κάπνιζε πολύ. Πίστευε πολύ στον Θεό και ας έβριζε τα Θεία πάνω στα νεύρα του. Ένας από τους καλούς φίλους των τελευταίων χρόνων της ζωής του, ο χορογράφος και χορευτής Γιώργος Σαγιάς λέει: «Ο Ζαμπέτας ανήκε σε εκείνη τη σειρά των δημιουργών, όπως ο Βαμβακάρης ας πούμε, που ένιωθαν τον ρυθμό και το τράνταγμα της μουσικής μέσα κι έξω. Ήθελε τα τραγούδια του να τα ξέρει και να τ' αγαπά ο κόσμος, να τα τραγουδά και να τα χορεύει. Αρκετές φορές, με έβαζε να χορεύω πάνω σε κάποια του σύνθεση. Ο ίδιος χόρευε επίσης και μάλιστα εκπληκτικά». Η έννοια της μαγκιάς, το σήμα κατατεθέν των ρεμπέτηδων, απασχολούσε αρκετά τον Γιώργο Ζαμπέτα, ο οποίος την υπερασπιζόταν και την όριζε ως τιμιότητα, ειλικρίνεια και αρετή.

«Ως συνθέτης χωρεί μέσα στην πρώτη δεκάδα των μεγάλων μορφών του ρεμπέτικου και λαϊκού μας τραγουδιού», είχε πει για τον Ζαμπέτα ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. «Ως μπουζουξής ήταν ο καλύτερος από την άποψη του προσωπικού ήχου, αλλά σαν σόουμαν ήταν μοναδικός. Ένας καλλιτέχνης που, αν είχε γεννηθεί στην Αμερική, θα πρωταγωνιστούσε, πιθανότατα, στην παγκόσμια σκηνή».

Ο ίδιος ο Ζαμπέτας δεν έγραψε στίχους, όπως ο Μάρκος, αλλά σεβόταν και αγαπούσε πολύ το ρεμπέτικο τραγούδι και ας μην πίστευε στους διαχωρισμούς του λαϊκού, του ελαφρού και του ρεμπέτικου. Τα θεωρούσε όλα ελληνικά τραγούδια. Μεγάλες του επιρροές στάθηκαν ο Παγιουμτζής -τον οποίο υπεραγαπούσε και έκανε παρέα, αλλά και συνεργασίες μαζί του-, ο Παπαϊωάννου, ο Μητσάκης. «Καλύτερος απ' όλους ήταν ο Μητσάκης», έλεγε ο Ζαμπέτας.

Ο Μητσάκης ήταν ο άνθρωπος που τον έβαλε πρώτη φορά σε ταινία. Στην ταινία Ο Πύργος των Ιπποτών, ο Ζαμπέτας παίζει με την ορχήστρα του Μητσάκη το Μια Γυναίκα, Δύο Άνδρες. Από εκεί και ύστερα, συμμετείχε σε εκατοντάδες ταινίες, είτε με τη φυσική του παρουσία είτε έχοντας επιμεληθεί τη μουσική ή εμπλουτίσει τις μουσικές άλλων συνθετών.

Ο Ζαμπέτας αγαπούσε τον κινηματογράφο και ευχαριστιόταν πολύ ορισμένες του συνεργασίες, όπως αυτή με τον Αλέκο Σακελλάριο, τον οποίο έλεγε «γίγαντα του κινηματογράφου και του στίχου». Αλλά και για τον Καραγιάννη εκφραζόταν με τα καλύτερα λόγια: «Δεν υπάρχει πιο ελεύθερος και πιο συνεργάσιμος άνθρωπος από τον Κώστα τον Καραγιάννη. Βλέπω τις ταινίες και τα μάτια μου τρέχουνε». Σχεδόν όλοι οι διακεκριμένοι Έλληνες μουσικοσυνθέτες συνεργάστηκαν με κάποιον τρόπο με τον Ζαμπέτα.

Ο μουσικός παραγωγός και μάνατζερ Γιώργος Ψωμόπουλος σχολιάζει: «Έγραφε εισαγωγές σε τραγούδια που δεν φαντάζεσαι, τον εμπιστεύονταν πολύ οι μεγάλοι συνθέτες και ο ίδιος υπήρξε πολύ φίλος με τον Χατζιδάκι. Ο Θεοδωράκης δεν έβαζε το όνομά του στους δίσκους ως σολίστ και αυτό ο μπάρμπα-Γιώργος το είχε παράπονο. Πάντως, ο Ζαμπέτας -και ας μην αποκαλούσε τον εαυτό του συνθέτη ή καλλιτέχνη- άνοιξε μια δικιά του σχολή, έναν καθαρό, δικό του δρόμο, τον οποίο διάβηκαν πολλοί καλλιτέχνες αργότερα. Σαν να ίδρυσε ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στο παίξιμο, στο στιλ, την έκφραση πάνω στο πάλκο. Κατά την άποψή μου, ελέω Ζαμπέτα, τραγούδησε ο Σαββόπουλος και αρκετοί άλλοι».

Ο Γιώργος Ζαμπέτας εκτιμούσε και σεβόταν πολύ τον Μάνο Χατζιδάκι, τον «αυτοκράτορα της μουσικής», όπως τον αποκαλούσε, χάρη στον οποίο, ίσως, ακολούθησε και το ενδιαφέρον των μεγάλων συνθετών για τον Ζαμπέτα. «Στον Χατζιδάκι ποτέ κανένας δεν πρόσθετε τίποτα στη μουσική, έτσι κι εγώ μόνο χρώματα έβαλα, μόνο χρώματα. Και δεν πέρασε δίσκος ή τραγούδι που να μην βάλει τ' όνομά μου», είπε.

Ως μπουζουξής, λοιπόν, ξεκίνησε ο αυτοδίδακτος Γιώργος Ζαμπέτας. Με τον καιρό, χάρη στην αχαλίνωτη και υπερδιεγερμένη του φαντασία, έβαλε μουσική σε στίχους και το αποτέλεσμα ήταν τεράστια σουξέ. Το αποφασιστικό σημείο στην πορεία του την καλλιτεχνική, όπως είπε ο ίδιος, ήταν το ότι κατόρθωσε να ξεφύγει απ 'όλους τους άλλους που συνέθεταν τραγούδια και να δημιουργήσει μια κατάσταση και ένα κλίμα δικό του, με τραγούδια όπως Τα Δειλινά, Ο πιο Καλός ο Μαθητής, Ο Αράπης. Η πρώτη μεγάλη επιτυχία του Ζαμπέτα ήταν το τραγούδι Αφήνω Γεια στη Μάνα μου, τους στίχους του οποίου έγραψε ο Κώστας Βίρβος και τραγούδησε ο Στέλιος Καζαντζίδης. Από εκεί και ύστερα, ξεκίνησαν να γίνονται οι μεγάλες επιτυχίες.

Στο σπίτι του Ζαμπέτα, μες στα χρόνια, έρχονταν οι καλλιτέχνες και έκαναν τις πρόβες τους, με πολύ χαρακτηριστική την ιστορία του ερχομού του ζεύγους Βουγιουκλάκη-Παπαμιχαήλ, τους οποίους υποδέχτηκε όλη η γειτονιά σε γιορτινή ατμόσφαιρα. Ο Ζαμπέτας έκανε την Αλίκη να χορεύει μέχρι το απόγευμα μες στο σπίτι του και το γεγονός ότι τραγουδούσαν μαζί τους τα παιδιά της γειτονιάς κρεμασμένα από τα παράθυρα, του έδωσε την ιδέα να προσθέσει χορωδιακό μέρος στο Σήκω Χόρεψε Συρτάκι, ένα από τα τραγούδια που πρόβαραν τότε, το 1966, για την ταινία Η Κόρη μου η Σοσιαλίστρια.

Μισούσε τα pop και τα rock ακούσματα που ξεκίνησαν να έχουν οι νέοι -και τα παιδιά του, φυσικά- από τη δεκαετία του '60 και ύστερα.

Ο Γιώργος Ζαμπέτας σεβόταν κι εκτιμούσε όλους τους συνεργάτες του, αν και ήταν αυστηρός με όσους αργοπορούσαν ή δεν έδειχναν σοβαρότητα απέναντι στη δουλειά. Ο ίδιος ήταν «σκυλί». Ό,τι ώρα και να κοιμόταν, ξυπνούσε στις εννιά, για να απολαύσει τον καφέ του, να συγκεντρωθεί και να ξεκινήσει τη γεμάτη υποχρεώσεις μέρα του, η οποία τελείωνε αργά τη νύχτα.

Όταν το 1957 ο Ζαμπέτας είχε πάει στην Αμερική για δουλειά, ο Μανώλης Χιώτης επισκέφθηκε την οικογένειά του στο Αιγάλεω και έδωσε, χωρίς να έχει ενημερώσει τον Ζαμπέτα, χρήματα, για τα οποία είπε στην Αργυρώ ότι ήταν το πρώτο πεσκέσι του άνδρα της από την Αμερική. «Ποτέ κανείς απ' όλους μου τους συνεργάτες δεν είχε σκεφτεί να κάνει κάτι τέτοιο», θυμόταν τα επόμενα χρόνια με συγκίνηση ο Γιώργος Ζαμπέτας.

Ο Ζαμπέτας ήταν αυστηρός στο θέμα της ελληνικής μουσικής, μισούσε τα pop και τα rock ακούσματα που ξεκίνησαν να έχουν οι νέοι -και τα παιδιά του, φυσικά- από τη δεκαετία του '60 και ύστερα, παρά το γεγονός ότι είχε ταξιδέψει σε ολόκληρο τον κόσμο, για να παίξει και να τραγουδήσει.

Ήταν γενικά πολύ δεμένος με την πατρίδα του και τη γειτονιά του – τόσο, που, από ένα σημείο και μετά, βούρκωνε, όταν ήταν να φύγει έξω. Η πρώτη φορά, όμως, που του έγινε επίσημη βράβευση ήταν στη Γερμανία, στο Δημαρχείο του Ντόρτμουντ: «Πρώτη φορά με μεταλλώνουνε και μάλιστα σε ξένη χώρα». Η αλήθεια είναι ότι είχε παίξει πολλές φορές στη Γερμανία, σε διάφορες πόλεις. Έχει εμφανιστεί, επίσης, στο Albert Hall του Λονδίνου, σε σπίτι κροίσου στην Ελβετία, σε δεξιώσεις, σε νυχτερινά κέντρα, σε συναυλιακούς χώρους δεκάδων ευρωπαϊκών και αμερικανικών πόλεων. Είχε δυσαρεστηθεί, όμως, από την επίσκεψή του στο Γιοχάνσεσμπουργκ, λόγω του ρατσισμού που συνάντησε εκεί: «Άνθρωποι είναι και αυτοί, ρε», έλεγε, «δυο πόδια και δυο χέρια έχουνε. Επειδή έχουνε άλλο χρώμα; Και τι μ' αυτό;».

Για να σατιρίσει ή και να ακολουθήσει ο Ζαμπέτας τη μόδα των τούρκικων και αραβικών ρυθμών που πρωταγωνιστούσαν στα ελληνικά ακούσματα τη δεκαετία του '60, συνέθεσε πάνω σε στίχους του Τσάντα, τον φημισμένο «Αράπη» του. «Ο "Αράπης" ήταν ένα ξέσπασμα. Κάπου αισθανόμουνα κάποια εγκατάλειψη και έπρεπε να ξεσπάσω. Πολλά τραγούδια μπορεί να 'χουνε μέσα τους καλαμπούρι, αλλά, άμα τα προσέξεις, έχουνε και την πίκρα τους μέσα. Μέσα από την πλάκα και το μαύρο χιούμορ κρύβεται η πικρία. Εγώ κοροϊδεύοντας και βρίζοντας δεν απευθύνομαι μόνο σ' αυτούς που με ακούνε, αλλά σε όλες τις καταστάσεις της ζωής, στους βλάκες και ανεγκέφαλους, στους νεόπλουτους, στους τάχα μου και στους κυβερνώντες μας και σ' όλα τα στραβά μας».

Η Νέα Υόρκη και η Γερμανία ενέπνευσαν, κατά κάποιο τρόπο, δυο από τα πιο αγαπημένα τραγούδια του Γιώργου Ζαμπέτα, το Τζακ Ο' Χάρα και το Μάλιστα Κύριε. Οι στίχοι του Τζακ Ο' Χάρα, του νεαρού δημοσιογράφου Θεοδόση Άθα, ενθουσίασαν τον Γιώργο Ζαμπέτα το 1972, μόλις τους είδε, μετά από μια ραδιοφωνική συνέντευξη που του παραχώρησε. Η έμπνευση του Άθα προερχόταν από τα ρεπορτάζ των εφημερίδων. Ως δημοσιογράφος, ενημερωνόταν σε καθημερινή βάση για τη ζωή των ανθρώπων στη Νέα Υόρκη, σε όλες τις εκφάνσεις της. Ο Τζακ ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Ήταν άπορος και κοιμόταν στα παγκάκια της Νέας Υόρκης. Ζούσε από την ελεημοσύνη που του έδιναν οι περαστικοί, ενώ κάθε φορά που του περίσσευαν κάποια κέρματα, συνήθιζε να τα χαλάει στο ποτό. Δεν είχε συγγενείς, ήταν μόνος, χωρίς στον ήλιο μοίρα. Κάποιον βαρύ χειμώνα, που το χιόνι είχε καλύψει τα πάντα, ο Τζακ δεν άντεξε και πέθανε στο δρόμο: «Ο θάνατος είναι έξοδο/κι ο Τζακ σε αδιέξοδο».

Το 1973 ηχογραφείται το τραγούδι Μάλιστα Κύριε, σε στίχους του Αλέκου Καγιάντα, που τους είχε γράψει όσο βρισκόταν στη Γερμανία, από όπου και τους είχε στείλει στον Ζαμπέτα. Αυτός ήταν και ο λόγος που πρόσεξε ο Ζαμπέτας τον συγκεκριμένο φάκελο: «Βάστα, ρε, να πούμε. Ποιος ξέρει ποια τύχη και ποια μοίρα τον έριξε στο Μόναχο;». Τη φράση «Μάλιστα, κύριε» την προσέθεσε ο Ζαμπέτας, επειδή το τραγούδι χωρίς αυτήν του φαινόταν λειψό. Αποφάσισε, μάλιστα, να το πει ο ίδιος, καθώς είχε ξεκινήσει ήδη η εποχή που ξεκίνησε να βιώνει έναν παραγκωνισμό, με αποτέλεσμα δύσκολα να βρίσκει τραγουδιστές. Άλλωστε, το συγκεκριμένο τραγούδι υπήρξε πολύ προσωπικό γι' αυτόν, μοιάζει να το απηύθυνε, ουσιαστικά, στον ίδιο του τον εαυτό, εκφράζοντας φόβο για τη μοναξιά.

Τον ίδιο φόβο εξέφρασε και ο φίλος του, ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης και έτσι προέκυψε το αριστουργηματικό Πού 'σαι, Θανάση, πάλι πίσω στο 1972. Το είχε γράψει κατά την απουσία του Ζαμπέτα στην Αμερική, επειδή του έλειπε. Για χάρη της ρίμας, όμως, δεν έβαλε το όνομα «Γιώργος». Ο Ζαμπέτας, μόλις έμαθε ότι ο αγαπημένος του φίλος και συνεργάτης είχε σβήσει, γύρισε άρον-άρον. Η μητέρα του Βασιλειάδη του έδωσε έναν φάκελο που είχε μέσα τους στίχους. Ο ένας υπήρξε το γούρι του άλλου, έτσι έλεγαν μεταξύ τους - «Ήθελα να σ' αντάμωνα/η γρουσουζιά να σπάσει». Την ίδια κιόλας μέρα, ο Ζαμπέτας συνέθεσε τη μουσική και η κόρη του θυμάται ότι, στο τέλος, «το μπουζούκι γυάλιζε, υγραμένο από τα δάκρυα που είχαν στάξει στην ξύλινή του επιφάνεια».


[VICE Video] Η Δήμητρα Γαλάνη Αποκλειστικά στο VICE

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Κάθε τραγούδι του Ζαμπέτα κρύβει θησαυρούς αληθινών ιστοριών: Ο Πενηντάρης, λίγο προτού κλείσει ο Ζαμπέτας μισό αιώνα ζωής, το Ήρθα και Απόψε στα Σκαλοπάτια σου, για τους επικούς καβγάδες και τις συγκινητικές επανασυνδέσεις με τη γυναίκα του, το Αν μας Σπάσουν το Μπουζούκι, το δώρο της Παπαγιαννοπούλου στον Ζαμπέτα για τη σχέση αστυνομίας-μπουζουκιού, το Σταλιά, Σταλιά που απέρριψε η Βουγιουκλάκη και έξυπνα ζήτησε η Μαρινέλλα και απογειώθηκε, το οποίο ο Ζαμπέτας είχε εμπνευστεί από τον μονότονο θόρυβο μιας μηχανικής βλάβης σε ένα ταξί στο Λονδίνο και τόσα άλλα ακόμη.

Ο Γιώργος Σαγιάς θυμάται ότι το Χίλια Περιστέρια, σε στίχους της βιογράφου του και δημοσιογράφου Ιωάννας Σαγιά, το συνέθεσε ο Ζαμπέτας σε μόλις λίγα λεπτά της ώρας, μια μέρα των αρχών του '90. Ο ίδιος λέει ότι «ξεκίνησε να γρατζουνάει το μπουζούκι κάπως μουντά και ύστερα το απογείωσε. Συγκλονιστική στιγμή ατόφιας έμπνευσης και δημιουργίας» και προσθέτει ότι «ο Ζαμπέτας ανήκει στην κατηγορία μουσικών που έπαιζαν ό,τι ήθελαν, όχι ό,τι μπορούσαν και ήταν σαν να έφερνε το μπουζούκι μες στην ψυχή του, όχι απλώς να το κρατούσε στα χέρια του».

«Όλα μου τα προβλήματα, με το μπουζούκι τα συζήτησα. Είναι η ψυχή μου, του έχω δοθεί ολόκληρος» - Γιώργος Ζαμπέτας

Ο Γιώργος Ζαμπέτας δεν παρίστανε ουδέποτε τον μετριόφρονα. Ήξερε ποιος ήταν και τι άξιζε. Δήλωνε, όμως, καθαρά ότι χρειαζόταν την αγάπη και την υποστήριξη του κόσμου και, φυσικά, της ίδιας του της οικογένειας. Η χαρά του, όταν ένα τραγούδι άρεσε στη γυναίκα του και στα παιδιά του, ήταν ανείπωτη. Το ίδιο και όταν ετοιμαζόταν να δώσει κάποια συνέντευξη, την οποία θεωρούσε μια ακόμη ευκαιρία ή και υποχρέωση να δώσει το σόου του, να πει τις αλήθειες του, να αφυπνίσει με τον δικό του τρόπο.

Γεύτηκε την αχαριστία και τη λησμονιά των ανθρώπων μετά τα μέσα της δεκαετίας του '70 και μέχρι τον θάνατό του. Θεωρήθηκε από ντεμοντέ μέχρι σκυλάς, τα τραγούδια του δεν περιλαμβάνονταν πλέον στα προγράμματα των νυχτερινών μαγαζιών και οι τραγουδιστές είχαν αποτραβηχτεί σε άλλες συνεργασίες. Οι δεκαετίες αυτές ήταν σχετικά φτωχές για το λαϊκό ελληνικό τραγούδι. Ο Ζαμπέτας συνέχιζε, όμως, να παίζει και να εμφανίζεται - κυρίως, στο εξωτερικό. Ο Γιώργος Ζαμπέτας πέρασε δύσκολα τα τελευταία χρόνια της ζωής του, από άποψης υγείας. Το αναπνευστικό πρόβλημα, λόγω του υπερβολικού καπνίσματος, τον οδήγησε να ζει για αρκετό διάστημα κυριολεκτικά διασωληνωμένος με μπουκάλες οξυγόνου. Δυο τιμητικές συναυλίες που δόθηκαν στα τέλη του '80 -η μια στο Αιγάλεω, η δεύτερη στο ΣΕΦ- δεν τον ικανοποίησαν ιδιαίτερα και τις εξέλαβε περισσότερο σαν μνημόσυνα προτού πεθάνει (ιδίως τη δεύτερη). Ένιωθε πως πλησίαζε το τέλος του, αγωνιούσε μήπως κουράζει τα παιδιά του, στενοχωριόταν και έχανε μέρα με τη μέρα την όρεξή του. Μαστίζονταν ο οργανισμός του από τον ύπουλο καρκίνο των οστών. Παραμονές Καθαράς Δευτέρας του '92, παρηγοριά του ήταν η μέρα που θα πετούσε η οικογένειά του τον αετό, ένα αγαπημένο του έθιμο. Εκείνη την περίοδο, παιζόταν στην τηλεόραση το βίντεο κλιπ του τραγουδιού Χίλια Περιστέρια. «Ο αετός φέτος θα πάει ψηλά, πολύ ψηλά», έλεγε και εννοούσε τον εαυτό του.

Εραστής της αλήθειας, αλλά με φαντασία. Ντόμπρος συνομιλητής, συνεργάτης και δάσκαλος με ήθος και επιμονή. Σκληροτράχηλος εργάτης της διασκέδασης και της ψυχολογίας του κοινού του. Απλός, πανέξυπνος, πρόσχαρος, αφοσιωμένος ολοκληρωτικά στο μπουζούκι του. Ένας μελαγχολικός τροβαδούρος, με τον καλό λόγο και το χαμόγελο στα χείλη, που έκανε χιούμορ, για να μην πνιγεί στη σκέψη που φέρνει τη θλίψη. Ίσως γι' αυτό είναι ο Ζαμπέτας πιο επίκαιρος από ποτέ: μέσα από την κοπριά, γεννιούνται τα λουλούδια και θέλει μαστοριά να τα κόβεις, χωρίς να σε τρυπούν τ' αγκάθια τους. Επειδή, λουλούδια -που θα πει πράγματα στα οποία αξίζει να δοθείς ολόψυχα- πάντοτε θα υπάρχουν. Ίσως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να είναι η φιλοσοφία της ζωής του.

«Όλα μου τα προβλήματα, με το μπουζούκι τα συζήτησα. Είναι η ψυχή μου, του έχω δοθεί ολόκληρος. Με το μπουζούκι γεννήθηκα, με το μπουζούκι θα πεθάνω. Αυτό μου έδωσε περγαμηνές, μ' έβγαλε απ' τα αδιέξοδα, μου 'δωσε τα πάντα».

Και επειδή το μπουζούκι ακόμη ζει -και ας μη βασιλεύει-, μάλλον γι' αυτό δεν έχει ακόμη πεθάνει ο Γιώργος Ζαμπέτας.

Info: Η μουσικοθεατρική παράσταση «Μάλιστα Κύριε Ζαμπέτα», σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια παίζεται στο θέατρο «Αλίκη» (Αμερικής 4, Αθήνα), από Τετάρτη έως Κυριακή.

Περισσότερα από το VICE

Αυτά Ήταν τα πιο Άβολα Τηλεοπτικά Σκηνικά που Ζήσαμε (και) Φέτος

«Ωχ, το Έκανα Λίγο Χάλια» και Άλλες Τρομακτικές Ιστορίες από Fail Πρώτα Τατουάζ

Ένα Βράδυ στη Λεωφόρο Συγγρού με Κοπέλες, «Βρόμικα», Τέχνη και Μπουζούκια

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.