Συνέντευξη

Ο Τζαμάλ Έχει Μεγαλώσει με Μπάλα, Σιδηρόπουλο, Skate και Τρύπες

Ο Θεσσαλονικιός ράπερ δεν δίνει σχεδόν ποτέ συνεντεύξεις. Όταν το κάνει όμως, έχει πολλά να πει.

Κείμενο Μαρία Λούκα
23 Ιούλιος 2018, 3:45am

Φωτογραφίες: Ζήσης Τσούμπος

Μια σκληρή φωνή που υψώνεται πάνω από δεκάδες ανάμενα καπνογόνα, ένα ζευγάρι κρεμασμένα αθλητικά παπούτσια, μια μορφή βγαλμένη από την πρώιμη εφηβική αλητεία της Θεσσαλονίκης των 90s, γλυκιά και άγρια ταυτόχρονα, αλλά εντελώς οικεία. Προέρχεται από το δικό μας μετερίζι. Από τη φασαρία και τις καλοκαιρινές μπύρες στην πλατεία, τα συνθήματα στην κερκίδα, τις παρέες που ξεσηκώνονται σ’ ένα γκολ, τα αυτοοργανωμένα πάρτι στις καταλήψεις, τις αξημέρωτες μοναχικές νύχτες που το ταβάνι μας πλακώνει, τις πένθιμες καλημέρες μιας αγχωμένης επιβίωσης αλλά και της πεισματικής λούπας του πάθους για ζωή. Ο Τζαμάλ δεν είναι ακριβώς καλλιτέχνης. Είναι ένας από εμάς. Η μάλλον, κάπως έτσι είναι οι καλλιτέχνες.

Φωτογραφίες: Ζήσης Τσούμπος

Τα τελευταία χρόνια η ελληνική ραπ έχει τρομερή απήχηση. Γεμίζει μουσικές σκηνές και θέατρα με νεανικά σώματα που πάλλονται στον ρυθμό μιας υπόκωφης έντασης. Είναι σαν μια ολόκληρη γενιά, που όλοι μοιρολογούσαν από πάνω της, να βρήκε τις λέξεις της στις ρίμες, φτύνοντας τον καθωσπρεπισμό και την υποκρισία. Ο Τζαμάλ είναι κομμάτι αυτής της ξεφαντωτικής και οργισμένης αναγέννησης της ελληνικής ραπ. Ένας από τους πέντε των Βόρειων Αστεριών. Επανασυστήθηκε στο κοινό με τη Φαβέλα, καθρεφτίζοντας τον ώριμο εαυτό του που μετεωρίζεται ανάμεσα στο παιδί και στο λαβωμένο αγρίμι, ανάμεσα στον πεσιμισμό της απώλειας νοήματος και στη διαρκή ανάγκη να ανανοηματοδοτήσουμε την ύπαρξη μας. Με αυθεντικά κοφτερό στίχο που αντλεί την ποίησή του από την καθημερινότητα των φτωχών και των καταπιεσμένων ανθρώπων, πετυχαίνει εκείνο το συναρπαστικό πέρασμα από τη δική του αλήθεια στο συλλογικό βίωμα.

«Θυμάμαι ήμασταν 17χρονα και μαζευόμασταν στο σπίτι του Μικρού Κλέφτη κάθε μέρα. Το χεις δει το Kids του Larry Clark; Αυτή ήταν η φάση μας»

Συναντηθήκαμε στην Αθήνα σε μια αναλαμπή καλοκαιριού κατά τη διάρκεια της νοκ άουτ φάσης του Μουντιάλ της Ρωσίας. Μοιραστήκαμε την κοινή μας απογοήτευση για τον αποκλεισμό της Αργεντινής και της Ουρουγουάης και μετά πάτησα το rec. Ο Τζαμάλ δεν δίνει σχεδόν ποτέ συνεντεύξεις, διότι δεν γουστάρει καθόλου τα ελληνικά μίντια –ο ίδιος λέει ότι οι εμπειρίες του δεν ήταν ιδιαίτερα ευχάριστες- και κυρίως επειδή δεν έχει διολισθήσει στη ναρκισσιστική ανασφάλεια της δημοσιότητας. Δεν φοβάται, όμως, να δώσει. Δεν νιώθει την ανάγκη να δημιουργήσει μια επιτηδευμένη και μυστηριακή σιωπή γύρω από το όνομά του. Κι αυτή εδώ δεν είναι ακριβώς συνέντευξη, δεν έχει ούτε την απόσταση, ούτε την τυποποίηση της φόρμας μιας κλασικής συνέντευξης. Είναι μια κουβέντα που εμπεριέχει την ειλικρίνεια, τα ερωτηματικά, τις αντιφάσεις, τις συμφωνίες, τις διαφωνίες, τον χαβαλέ, τις γκριμάτσες και τα νεύματα που έχουν οι κουβέντες που κάνουμε με κρύο καφέ και τσιγάρο.


VICE Video: Η Βιομηχανία της Ραπ στην Ελλάδα - Τζαμάλ

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


VICE: Γεννήθηκες και μεγάλωσες στη Θεσσαλονίκη. Γιατί δεν έφυγες ποτέ από 'κει;
Τζαμάλ: Μεγάλωσα στο Φάληρο, στο Ράδιο City δίπλα, ανατολικά του κέντρου. Ναι, δεν έχω ζήσει σε άλλη πόλη. Κοίτα, ο κάθε άνθρωπος φαντάζομαι δένεται και αγαπάει την πόλη που μεγάλωσε. Εμένα μ’ αρέσει η Θεσσαλονίκη. Θα μπορούσα ενδεχομένως να ζήσω και σε μια πόλη όπως η Πάτρα ή η Αθήνα, εάν υπήρχε πολύ ισχυρό κίνητρο.

Ποιες είναι οι εικόνες της εφηβείας σου που θυμάσαι πιο έντονα;
Τι να σου πω δηλαδή; Τα τετριμμένα, ότι ήμουν κωλόπαιδο, καθόμουν πάντα στο τελευταίο θρανίο, κλέβαμε περίπτερα κλπ; Όλοι έτσι ήταν τότε. Λοιπόν, ήμουν έφηβος τη δεκαετία του '90, ένας κλασικός κάγκουρας με τσουλούφια, fly, σκουλαρίκια, κονκάρδες. Ξέρεις, ΠΑΟΚ, Σιδηρόπουλος, Τρύπες. Έκανα skate από μικρός. Γύρω στο 2000 άφησα την καγκουριά. Την αγαπάω, βέβαια, γιατί το σκέφτομαι ρομαντικά κι όταν μιλάω γι’ αυτήν την εποχή χαμογελάω. Μπήκα σ’ αυτό που τότε αποκαλούσαμε «κουλτούρα» με φαρδιά παντελόνια και ανάποδα καπέλα. Γνώρισα μια παρέα που έκανε γκραφίτι, πήγα μαζί τους και το ξεκίνησα κι εγώ. Το προσπάθησα αλλά να σου πω την αλήθεια ήμουν αισχρός. Στα 18 μου, λέω στον εαυτό μου: «άστο ρε μάγκα, δεν το 'χεις, κάνε κάτι άλλο».

Στην Αθήνα είναι πιθανό να βρεις μια γιαγιά 80 χρονών που θα σου πει κάτι προοδευτικό, στη Θεσσαλονίκη μάλλον η γιαγιά θα σου πει ότι πρέπει να πηγαίνεις στην εκκλησία κάθε Κυριακή.

Αυτό που περιγράφεις είναι η αρχή των Βόρειων Αστεριών. Τα Βόρεια Αστέρια είναι το πρώτο ραπ γκρουπ από τη Θεσσαλονίκη που ξεπέρασε τα όρια της πόλης. Γιατί πιστεύεις ότι έγινε αυτό;
Εμείς έχουμε μια ιδιαιτερότητα. Είμαστε παιδικοί φίλοι. Έχουν περάσει 20 χρόνια κι είμαστε ακόμα φίλοι, δηλαδή περάσαμε στρατούς, έρωτες, καταθλίψεις και κάνουμε ακόμα παρέα. Αυτό έβγαινε. Θυμάμαι ήμασταν 17χρονα και μαζευόμασταν στο σπίτι του Μικρού Κλέφτη κάθε μέρα. Το χεις δει το Kids του Larry Clark; Αυτή ήταν η φάση μας. Κάποιος είχε ένα μικρόφωνο και ηχογραφούσαμε. Δεν σκεφτόμασταν καθόλου αυτό να το κάνουμε κάτι. Μας άρεσε το ραπ, ραπάδες θεωρούσαμε τους εαυτούς μας αλλά μέχρι εκεί. Με τον ενθουσιασμό, όμως, που έχουν τα παιδιά προσπαθούσαμε αυτό που φτιάχναμε να το κάνουμε συνέχεια καλύτερα. Μαζέψαμε καμιά 25αριά τραγούδια, τα κάναμε δίσκο και τον μοιράζαμε χέρι με χέρι. Αποφασίσαμε να κάνουμε μια συναυλία. Φτιάξαμε αφίσες, πετάξαμε φλάιερ και μαζεύτηκαν 150-200 άτομα που ήταν πολλά για τότε. Δεν το περιμέναμε. Εμείς απλώς περνούσαμε καλά κι αυτό άρεσε στον κόσμο.

Φωτογραφίες: Ζήσης Τσούμπος

Τώρα έχει κλείσει οριστικά αυτός ο κύκλος;
Ναι, είναι παρελθόν. Ο καθένας πλέον έχει τον δικό του χαρακτήρα και θέλει να πει τα δικά του πράγματα. Δεν υπήρξε ένταση όμως, ποτέ. Εμείς είμαστε φίλοι πάνω απ’ όλα. Αδερφικοί φίλοι. Την ίδια αγάπη και τους ίδιους χαβαλέδες μοιραζόμαστε όταν συναντιόμαστε σ’ ένα μπαρ ή ένα σπίτι.

Για τον Μπουτάρη να σου πω συγκεκριμένα, τους θεωρώ γελοίους αυτούς που το κάνανε. Το να χτυπάνε 30 άτομα, έναν άνθρωπο μόνο του και γέρο, είναι βλαχομαγκιά. Δεν είναι τίμιο, δεν είναι παντελονάτο.

Η Θεσσαλονίκη έχει τη ρετσινιά της συντηρητικής πόλης, της πόλης του Ψωμιάδη και του Άνθιμου. Ισχύει;
Είναι δεξιούπολη, εντάξει, πιο συντηρητική, πιο θρησκόληπτη. Έχει, όμως, κι άλλα κομμάτια. Μην τρελαθούμε. Για να στο δώσω μ’ ένα παράδειγμα, στην Αθήνα είναι πιθανό να βρεις μια γιαγιά 80 χρονών που θα σου πει κάτι προοδευτικό, στη Θεσσαλονίκη μάλλον η γιαγιά θα σου πει ότι πρέπει να πηγαίνεις στην εκκλησία κάθε Κυριακή.

Σε τρομάζει η βία που εκδηλώνεται στην πόλη, όπως έγινε με την επίθεση στο Μπουτάρη;
Προσπαθώ να κρατήσω μια ψύχραιμη ματιά. Ποτέ μέχρι τώρα δεν έχω ταυτιστεί απολύτως με κάτι, με ένα ρεύμα ή ένα κίνημα. Είμαι σε μια διαδικασία συνεχούς αμφισβήτησης. Η κουβέντα για τη βία είναι περίπλοκη. Κι αυτό που ζούμε στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια με τη φτώχεια και την εξαθλίωση, βία είναι. Όταν μ’ έναν νόμο ανατρέπεις την καθημερινότητα των ανθρώπων, αυτό είναι βία. Μέχρι το 2010 υπήρχε υπνηλία. Ο κόσμος πλέον δεν είναι βολεμένος. Απειλείται η επιβίωσή του. Ένα κομμάτι αυτής της δυσαρέσκειας δυστυχώς στράφηκε προς την ακροδεξιά. Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Αυτό έγινε και στη Γερμανία τη δεκαετία του '30. Ο κόσμος λόγω φτώχειας, άγνοιας και πληγωμένης εθνικής περηφάνιας από τις Βρσαλλίες, ανέδειξε τους ναζί. Και το πλήρωσε. Όλος ο πλανήτης το πλήρωσε. Για τον Μπουτάρη να σου πω συγκεκριμένα, τους θεωρώ γελοίους αυτούς που το κάνανε. Το να χτυπάνε 30 άτομα, έναν άνθρωπο μόνο του και γέρο, είναι βλαχομαγκιά. Δεν είναι τίμιο, δεν είναι παντελονάτο.

Πώς αξιολογείς τη συζήτηση για το «Μακεδονικό»; Έχεις άποψη για το ζήτημα;
Ως βορειοελλαδίτες έχουμε μια ευαισθησία παραπάνω. Αυτό σχετίζεται με το πώς μεγαλώσαμε, τι μας μάθαιναν στο σχολείο, τι μας έλεγαν οι γονείς μας. Ζούμε στα χώματα που πολέμησε ο Παύλος Μελάς. Μου φαίνεται, λοιπόν, ιστορικό σφάλμα να ονομάζεται η γειτονική χώρα «Βόρεια Μακεδονία» και να αναγνωρίζεται σε πληθυσμούς με σλαβική ρίζα η μακεδονική ταυτότητα. Το θεωρώ, όμως, δευτερεύον ζήτημα για τη ζωή και την επιβίωση τη δική μας και των Σκοπιανών. Τα ίδια ζόρια τραβάμε. Δεν τους ξέρω και δεν έχω να χωρίσω τίποτα μαζί τους. Ούτε με επηρεάζει σοβαρά το πώς θα λέγονται. Σε τελική ανάλυση, αν η διεθνής κοινότητα αποφάσισε να τους αναγνωρίσει ένα συγκεκριμένο όνομα, ΟΚ θα ζήσουμε μ’ αυτό. Έτσι κι αλλιώς, 30 χρόνια έτσι τους λέει όλος ο πλανήτης. Υπάρχουν πιο σοβαρά ζητήματα και κάποιοι αποφάσισαν να κάνουν εμπόριο πατριωτισμού. Οι φασίστες, στο όνομα της Μακεδονίας, επιτίθενται στους αναρχικούς. Παίρνουν δυο σημαίες της Βεργίνας και την πέφτουν σε καταλήψεις. Αυτή είναι η πρεμούρα τους. Δεν είναι ουσιαστικά να υπερασπιστούν τη Μακεδονία, είναι να βαρέσουν τον εχθρό τους. Γι’ αυτό σου λέω, όλοι έχουνε μια ατζέντα.

Ξέρω πώς είναι να ξυπνάς με άγχος, να μην μπορείς να κοιμηθείς, να χρωστάς, να σου κόβονται τα γόνατα όταν έρχεται ο λογαριασμός της ΔΕΗ. Σε ρουφάει αυτό το πράγμα. Δεν είναι λαϊκισμός.

Αυτοπροσδιορίζεσαι κάπως πολιτικά;
Όχι. Νιώθω κάπου λίγο πιο κοντά αλλά δεν έχω πεισθεί για να φορέσω την ταμπέλα. Θα ήθελα να έχω πεισθεί, να ανήκω σ’ ένα σύνολο που να πιστεύουμε τις ίδιες ιδέες. Ωστόσο, δεν έχει συμβεί. Ιδεολογικά βρίσκομαι πιο κοντά στην αναρχία και την αριστερά. Αλλά και σ’ αυτήν την μπάντα με χαλάνε πράγματα. Πρώτα απ’ όλα έχω μια έμφυτη απέχθεια προς τον δογματισμό. Βλέπω μερικούς ανθρώπους στενόμυαλους που μουρμουρίζουν το δικό τους μανιφέστο με ξύλινη γλώσσα. Σου δίνουν την εντύπωση ότι τους αρκεί να κάθονται σε μια γωνιά και να λένε τα δικά τους. Να αλλάξουμε τον κόσμο. Μαζί σου, αλλά έτσι δεν γίνεται.

Ένα βασικό μοτίβο στους στίχους σου είναι η παραβατικότητα, η καταστολή και η φυλακή. Είναι δικό σου βίωμα;
Όχι, καμία σχέση. Δεν έχω κάνει φυλακή. Έχω περάσει μερικά βράδια στο κρατητήριο, όπως η μισή Ελλάδα. Τίποτα παραπάνω. Δεν μιλάω γι’ αυτό επειδή γοητεύει ή για να δημιουργήσω εντυπώσεις. Κάποιοι φίλοι μου έχουν κάνει κάγκελο, ξέρω πως ένιωθαν όταν ήταν μέσα, τους επισκεπτόμουν. Έβλεπα πως έγραφε στο βλέμμα τους και στο χαρακτήρα τους ο εγκλεισμός. Με συγκινεί όμως και λίγο πιο δομικά, σε σχέση με το πώς αντιλαμβανόμαστε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Έβλεπα τις προάλλες στο Facebook τη φωτογραφία μιας κρατούμενης, όπου η πλάτη της ήταν κατακόκκινη από τσιμπήματα κοριών. Ε, είναι απαράδεκτο. Εγώ που θεωρώ τον εαυτό μου κυνικό, δεν μπορώ να το χωνέψω. Ξυπνάμε και κοιμόμαστε σαν να ’ναι είναι όλα κανονικά, τη στιγμή που δίπλα μας οι άνθρωποι υποφέρουν σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Και ποιος στ’ αλήθεια πιστεύει στην αποτελεσματικότητα αυτού του συστήματος; Έχεις ένα παιδί 19 χρονών που μπορεί να έκανε οτιδήποτε, να βάρεσε έναν μπάτσο για να το παίξει μάγκας, να ψείρισε κάποιον ή να έσπρωξε δυο γραμμάρια να βγάλει κάνα φράγκο. Αν τον βάλεις φυλακή, από απλός παραβάτης θα βγει εγκληματίας. Είναι σαν τους φαντάρους στην Αμερική τη δεκαετία του '60 που τους έστελναν στο Βιετνάμ. Επέστρεφαν άλλοι άνθρωποι, σκιές του εαυτού τους. «Σωφρονιστικό κατάστημα Τριπόλεως», λέει. Βρες μου έναν που μπήκε μέσα και σωφρονίστηκε. «Κατασταλτικό και εκδικητικό κατάστημα Τριπόλεως» - έτσι θα έπρεπε να λέγεται για να ακριβολογούμε.

Με γοητεύει ότι το ραπ είναι το λεκτικό όπλο των φτωχών και των καταπιεσμένων. Δεν χρειάζεται να το περιορίσουμε, όμως, τόσο. Το αδικούμε. Μ’ αρέσει το ραπ της γύρας, της γειτονιάς, του βιώματος, των εικόνων που υπάρχουν γύρω μας και μας διαφεύγουν.

Υπάρχει ασυμμετρία στην απονομή της δικαιοσύνης; Δηλαδή, τιμωρείται με περισσότερη ευκολία και συχνότητα ο φτωχός παραβάτης παρά ο πλούσιος εγκληματίας;
100%. Υπάρχει και ιδεολογικός διαχωρισμός. Μετά τον τρομονόμο, αν είσαι αναρχικός και πετάξεις μια πέτρα φορώντας κουκούλα, θα μπεις φυλακή. Μπορεί να μπεις φυλακή απλά και μόνο επειδή είσαι αναρχικός ή έχεις φίλους αναρχικούς. Υπάρχουν αμέτρητα παραδείγματα ανθρώπων που χάσανε ολόκληρα 18μηνα από τη ζωή τους έτσι. Η Ηριάννα είναι το πιο πρόσφατο. Ο Θεοφίλου έκατσε πέντε χρόνια άδικα στη φυλακή. Σκέψου απλά ότι πριν λίγο καιρό η Ηριάννα ήταν μέσα και ο Ρουπακιάς ήταν και εξακολουθεί να είναι έξω. Είναι παρανοϊκό. Υπάρχει και ταξικός διαχωρισμός. Αν ένας φτωχός σπρώξει δέκα γραμμάρια «μαύρο», θα μπει μέσα. Αν ένας πλούσιος φέρει δύο τόνους πρέζα, θα κυκλοφορεί κανονικά με τη γραβάτα του και θα το παίζει κύριος. Όσο πιο πάνω βρίσκεσαι στην ταξική κλίμακα, τόσο περισσότερες πιθανότητες έχεις να μην τιμωρηθείς.

Στα τραγούδια σου μιλάς και για τη φτώχεια. Αυτό είναι βιωματική αφήγηση;
Αυτό το έχω ζήσει όντως. Εμείς είχαμε ένα οικογενειακό ψιλικατζίδικο. Υπήρχε εποχή, μεγάλη κιόλας σε διάρκεια, που άφηνα απλήρωτο το ΤΕΒΕ –θα το ξεχρεώνω για τα επόμενα δέκα χρόνια- για να διαχειριστούμε ένα μεγάλο πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε η μάνα μου κι όλα μας τα λεφτά πήγαιναν εκεί. Δουλεύω από τα 16 μου. Ξέρω πώς είναι να ξυπνάς με άγχος, να μην μπορείς να κοιμηθείς, να χρωστάς, να σου κόβονται τα γόνατα όταν έρχεται ο λογαριασμός της ΔΕΗ. Σε ρουφάει αυτό το πράγμα. Δεν είναι λαϊκισμός. Δεν παριστάνω τον εργατοπατέρα, ούτε πάω να πάρω κάποιο παράσημο. Μιλάω για πράγματα που έχω ζήσει. Η μουσική αποτυπώνει το επίπεδο ζωής μιας κοινωνίας. Τη δεκαετία του '60 που έφευγαν οι καραβιές με τους μετανάστες, τραγουδιόταν ο πόνος. Μετά, '80-'90 που άρχισαν τα ευρωπαϊκά πακέτα, αυτό άλλαξε. Όταν, όμως, η κοινωνία ζορίζεται, κάποιοι θα τα γράψουν.

Φωτογραφίες: Ζήσης Τσούμπος

Τα δύο φύλα είναι ίσα, αλλά διαφορετικά. Η φύση μάς έκανε διαφορετικούς. Δεν υπάρχει λόγος να μειώσουμε αυτήν τη διαφορετικότητα. Εμένα μου φαίνεται γοητευτικό η γυναίκα να έχει θηλυκότητα και ο άνδρας αρρενωπότητα, δημιουργεί έλξη.

Η ραπ μουσική είναι δομικά ενάντια στην εξουσία και την αδικία;
Ενάντια στην αδικία θα έπρεπε να είναι κάθε άνθρωπος από τη στιγμή που γεννιέται μέχρι τη στιγμή που πεθαίνει. Δεν μ’ αρέσει να μιλάω με γενικεύσεις. Είμαστε 15-20 ράπερ στην Ελλάδα. Ο καθένας είναι κάτι διαφορετικό. Αν ρωτάς εμένα προσωπικά, ναι με γοητεύει αυτό, ότι το ραπ είναι το λεκτικό όπλο των φτωχών και των καταπιεσμένων. Δεν χρειάζεται να το περιορίσουμε, όμως, τόσο. Το αδικούμε. Μ’ αρέσει το ραπ της γύρας, της γειτονιάς, του βιώματος, των εικόνων που υπάρχουν γύρω μας και μας διαφεύγουν.

Σε γοητεύει και η ελευθερία της φόρμας;
Ναι, γράφεις ο,τι θες. Δεν δίνεις λογαριασμό σε κανέναν. Ειδικά τα τελευταία χρόνια που η δισκογραφία έχει πεθάνει, δεν σου βάζει κανένας χέρι.

Όταν έγραφες τη Φαβέλα φανταζόσουν ότι θα είχε εκατομμύρια views στο ΥouΤube;
Ούτε κατά διάνοια. Στο στάδιο της μίξης καθόμασταν με φίλους και το ακούγαμε ξανά και ξανά. Κάποια στιγμή είπα: «ρε μαλάκες, ωραίο δεν είναι;». Τους άρεσε. Αυτό με ενδιαφέρει να αρέσει σε μένα και τα φιλαράκια μου. Αυτό θεωρώ επιτυχία. Δεν γράφω με κριτήριο τι θα αρέσει στον κόσμο, δεν προσαρμόζω την αιχμηρότητα του λόγου μου σ’ αυτό. Οπότε, δεν είχα ιδέα τι θα γινόταν. Όχι ότι έγινε κάτι τρελό δηλαδή, αλλά σίγουρα πολύ παραπάνω απ’ ό,τι περίμενα.

Όταν θα γράψω σ’ έναν στίχο «πουτάνα», δεν σημαίνει ότι κατηγορώ μια γυναίκα που πηγαίνει με πολλούς άνδρες. Καλά κάνει. Είναι δικαίωμά της. Λέω «πουτάνα», όπως και μια γυναίκα θα με πει «μαλάκα». Έτσι συζητάμε, έτσι γράφουμε.

Πλέον όλα τα live που κάνεις εσύ, ο Λεξ, ο Βέβηλος, οι Social Waste είναι κατάμεστα. Πού αποδίδεις αυτή την απήχηση;
Εγώ το αποδίδω στο στιχουργικό ηχόχρωμα που έχει το ραπ. Περιγράφουμε μια καθημερινότητα που ζουν όλοι. Σε όλα τα πάρκα αράζουν παρέες και συζητάνε. Το ραπ είναι βγαλμένο από το δικό τους πάρκο. Πιάνει τον παλμό της εποχής. Και παλιότερα έπιανε τον παλμό της εποχής αλλά η εποχή ήταν φρου φρου και αρώματα. Στα ζόρια ο κόσμος συσπειρώνεται πιο εύκολα στις μουσικές με χαρακτήρα παρά στο εφήμερο άκουσμα. Το βλέπω στα μάτια τους στα live, τραγουδάνε και πωρώνονται, είναι σαν να τα λένε αυτοί, πετάγονται οι φλέβες τους. Και το ίδιο το ραπ έγινε πιο γνωστό. Το Ίντερνετ έπαιξε ρόλο στη διάδοση. Δεν χρειάζεσαι πλέον επίσημα κανάλια διαφήμισης. Η μουσική διαχέεται. Πατάς ένα κουμπί και στέλνεις ένα κομμάτι από την Αλεξανδρούπολη στα Χανιά.

Άρα, τώρα που έχει ωριμάσει η ελληνική ραπ σκηνή, είναι η ώρα να κάνει την αυτοκριτική της; Να πάψει για παράδειγμα να είναι σεξιστική;
Εξαρτάται τι εννοείς, διότι υπάρχει μια σύγχυση γύρω από την έννοια του σεξισμού. Εγώ στο μυαλό μου έχω ως σεξιστική εκείνη τη συμπεριφορά του άνδρα που υποτιμά τη γυναίκα. Αν, λοιπόν, εννοείς αυτό, μαζί σου. Διαφωνώ με την υποτίμηση και τη βία. Αν δω στον δρόμο έναν άνδρα να βαράει την γκόμενά του, θα τον κράξω, δεν το δέχονται ούτε τα μάτια μου, ούτε η ηθική μου. Αν κάποιος πρότεινε να είναι αυστηρότερες οι ποινές για την έμφυλη βία από τις ποινές του ξυλοδαρμού μεταξύ ανδρών, μαζί του θα ήμουν. Τα δύο φύλα είναι ίσα, αλλά διαφορετικά. Η φύση μάς έκανε διαφορετικούς. Δεν υπάρχει λόγος να μειώσουμε αυτήν τη διαφορετικότητα. Εμένα μου φαίνεται γοητευτικό η γυναίκα να έχει θηλυκότητα και ο άνδρας αρρενωπότητα, δημιουργεί έλξη. Από εκεί και πέρα, το ζήτημα μου είναι να μην ποινικοποιούμε τις λέξεις. Όταν θα γράψω σ’ έναν στίχο «πουτάνα», δεν σημαίνει ότι κατηγορώ μια γυναίκα που πηγαίνει με πολλούς άνδρες. Καλά κάνει. Είναι δικαίωμά της. Λέω «πουτάνα», όπως και μια γυναίκα θα με πει «μαλάκα». Έτσι συζητάμε, έτσι γράφουμε. Μην κολλάμε σε λεπτομέρειες και χάνουμε την ουσία.

Η ίδια η σκηνή, ωστόσο, μοιάζει να μην αφήνει χώρο να αναδειχθούν γυναίκες;
Αν θες την άποψή μου, δεν θεωρώ ότι αυτό είναι αποτέλεσμα σεξισμού. Έτυχε. Ίσως και οι ίδιες οι γυναίκες να νιώθουν αμηχανία. Προσωπικά, αν παρατηρήσω ότι μια γυναίκα που θέλει να κάνει ραπ, τη σχολιάζουν ή την υποτιμούν ως γυναίκα και δεν ασχολούνται με τη μουσική της, θα διαφωνήσω.

Είναι και ομοφοβική η ελληνική ραπ σκηνή. Δεν υπάρχουν ομοφυλόφιλοι ράπερ.
Πρώτα απ’ όλα, το ότι δεν υπάρχουν ομοφυλόφιλοι ράπερ, την καθιστά straight τη σκηνή. Όχι ομοφοβική. Δεύτερον, πού το ξέρεις αυτό που λες; Δεν είσαι στο κρεβάτι τους.

Δεν υπάρχουν ανοιχτά gay, εκτός από μια περίπτωση.
Ναι και καταλαβαίνω γιατί συμβαίνει. Όποιος το κάνει, θα φάει bullying. Δεν το επικροτώ. Κατανοώ όμως το άγχος ενός ανθρώπου να το παραδεχτεί δημόσια.

Φωτογραφίες: Ζήσης Τσούμπος

Εσύ δηλαδή είσαι υπέρ των δικαιωμάτων των ομόφυλων ζευγαριών σε μια σειρά από ζητήματα, όπως ο γάμος;
Στον γάμο ναι. Όταν οι άνθρωποι αγαπιούνται και γουστάρουν, η πολιτεία πρέπει να τους αναγνωρίζει το δικαίωμα να είναι μαζί. Να έχουν κοινό εκκαθαριστικό για να στο πω σχηματικά, να μπορούν να παρέμβουν σ’ ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας, να έχουν κληρονομικά δικαιώματα αν πεθάνει ο ένας από τους δυο.

Τον Ιούνιο συμμετείχες σ’ ένα live για την οικονομική ενίσχυση των διωκόμενων κατοίκων στις Σκουριές. Σ’ ενδιαφέρει αυτή η υπόθεση;
Είναι γειτονιά καταρχάς. Και μόνο που λες Χαλκιδική φτάνει. Δεν είμαι ειδικός αλλά με βάση αυτά που ξέρω, θεωρώ καταστροφικό αυτό που πάει να γίνει. Είναι μια αρχετυπική περίπτωση επιβολής του κέρδους πάνω στο περιβάλλον, στη ζωές των ανθρώπων και στο μέλλον μιας ολόκληρης περιοχής. Οι εργαζόμενοι στο εργοστάσιο που φοβούνται μήπως χάσουν τη δουλειά τους αν ακυρωθεί το έργο, χαραμίζουν πολύ περισσότερα. Καλύτερα να έχεις αξιοπρέπεια παρά δουλειά.

Ο Maradona είναι για μένα ο καλύτερος ποδοσφαιριστής που έχει περάσει ποτέ. Πήρε μια ομάδα του φτωχού και καταπιεσμένου ιταλικού νότου από το χέρι και την οδήγησε σε δύο πρωταθλήματα κι ένα κύπελλο UEFA.

Σε ξενερώνει το ελληνικό ποδόσφαιρο ως θέαμα;
Πολύ. Το ίδιο πιστεύω ότι θα απαντήσουν όλοι οι Έλληνες οπαδοί, αν μιλήσουν ειλικρινά. Υπάρχουν κατά καιρούς φωτοβολίδες καλού ποδοσφαίρου αλλά σε γενικές γραμμές είναι απαράδεκτο. Γι’ αυτό πολλά παιδιά αν τα ρωτήσεις τι ομάδα είναι, σου λένε Barcelona. Λες και μεγάλωσαν στη Las Ramblas και όχι στη Μοναστηρίου.

Πώς σου φαίνεται το αγγλικό μοντέλο διαχείρισης της κερκίδας;
Δεν μ’ αρέσει. Το θεωρώ σχεδόν φασιστικό. Όπως και τα ιδιώνυμα που θέσπισαν κάποτε εδώ και 18χρονα παιδιά βγάζανε έξι μήνες φυλακή επειδή ανάψανε έναν πυρσό. Εάν κάποιος κάνει κάτι χοντρό στο γήπεδο, μπει μέσα ας πούμε και χτυπήσει παίκτη, να του κόψουν το γήπεδο. Αυτή είναι η μεγαλύτερη τιμωρία. Στην Αγγλία, όμως, εκτός απ’ αυτό, σκέφτηκαν ότι ένας τρόπος για να διώξουν τους χούλιγκαν είναι να αυξήσουν τα εισιτήρια. Δεν γίνεται να θες 150 λίρες για να δεις ένα ματς. Το ποδόσφαιρο είναι λαϊκό άθλημα. Το εισιτήριο πρέπει να έχει δέκα ευρώ για να μπορεί να πηγαίνει κι ο εργάτης.

Οι ομάδες έχουν ιστορικό άρωμα ή έχει ξεθωριάσει;
Έχει ξεθωριάσει στις διοικήσεις. Κάποτε, από την ίδρυση των ομάδων και μέχρι δεκαετία του '60 ή του '70 υπήρχαν άνθρωποι στις διοικήσεις που ήταν παιδιά προσφύγων και πονούσαν την ομάδα. Πλέον έχει εμπορευματοποιηθεί το ποδόσφαιρο. Κανένας διοικητικός παράγοντας δεν είναι πρώτα οπαδός και μετά επιχειρηματίας. Το αντίστροφο ισχύει. Την ιδεολογία και την παράδοση την κρατάνε οι οπαδοί, είναι παιδιά λαϊκών τάξεων, εγγόνια και δισέγγονα προσφύγων.

Εγώ δεν είμαι πλέον και πολύ αλήτης. Έχω μεγαλώσει.

Ποια φυσιογνωμία από το παγκόσμιο ποδόσφαιρο σε συναρπάζει;
Ο Maradona. Είναι για μένα ο καλύτερος ποδοσφαιριστής που έχει περάσει ποτέ. Πήρε μια ομάδα του φτωχού και καταπιεσμένου ιταλικού νότου από το χέρι και την οδήγησε σε δύο πρωταθλήματα κι ένα κύπελλο UEFA. Στην Ιταλία, που ο Ιταλός αμυντικός είναι γεννημένος να κάνει τάκλιν στην καρωτίδα. Πέρα από αυτό γουστάρω πολύ και την προσωπικότητά του. Όχι γυαλιστερή, ραγισμένη - κι αυτός είναι ένας λόγος παραπάνω που τον γουστάρω. Ο τύπος δεν κρύβεται, έχει άποψη και χαρακτήρα. Είναι γελοιότητα να τον συγκρίνουμε με κάποιον που δεν αναγνωρίζει τα παιδιά του για να μην έχουν μερίδιο στην περιουσία του (τον Πελέ). Aλλά γουστάρω πολύ και Ibrahimovic, Batistuta, Cantona, Zidane, Pablo Garcia. Παιχταράδες δηλαδή, με προσωπικότητα.

Και τώρα κάνεις πολεμικές τέχνες;
Ναι, κάνω Muay Thai εδώ και πέντε χρόνια. Μου δίνει φοβερή ηρεμία. Γυμνάζεσαι, ιδρώνεις, βαράς τα καλάμια σου, ξεσπάς. Μακάρι να το 'χα ανακαλύψει πιο μικρός.

Πώς αλλιώς ξεσπάς όταν έχει νεύρα ή είσαι λυπημένος;
Με το ραπ μόνο. Και πάλι, για να γράψω πρέπει να έχω ένα συγκεκριμένο εύρος στεναχώριας. Αν πέσω σε πολύ μεγάλη κατάθλιψη, δεν έχω όρεξη να γράψω τίποτα.

Διαισθάνεσαι έναν ψυχαναγκασμό επιτυχίας, δηλαδή ότι ο κόσμος αν κάνεις έναν καλό δίσκο, περιμένει τον επόμενο;
Υπάρχει αυτό, αλλά εγώ το αποκρούω. Ο κόσμος από την αγάπη του σε σπρώχνει συνέχεια, σου λέει γράψε, κάνε, βγάλε. Κρατάω την ηρεμία μου. Δεν σκέφτομαι ότι επειδή έβγαλα έναν δίσκο, πρέπει να βγάλω κι άλλον και να 'ναι κι ωραίος. Δεν κυνηγάω κάποια καριέρα.

Δηλαδή, μπορείς να φανταστείς τον εαυτό σου μετά από πέντε χρόνια να μην κάνεις μουσική;
Και μετά από έναν χρόνο μπορώ να τον φανταστώ. Αν δεν νιώσω την ανάγκη να γράψω ή να τα δημοσιοποιήσω, δεν θα το κάνω. Άσε που μεγαλώνουμε. Αυτή φάση έχει ημερομηνία λήξης.

Ακούγεται κάπως συντηρητικό αυτό, δηλαδή ότι αν πατήσεις τα 40 πρέπει να παρατήσεις την αλητεία και να φορέσεις πουκάμισο.
Εγώ δεν είμαι πλέον και πολύ αλήτης. Έχω μεγαλώσει. Αλλά όχι, δεν το εννοούσα ακριβώς έτσι. Με παρεξήγησες. Απλώς, αν έχεις οικογένεια, παιδιά κλπ, τι να μας πεις; Πώς περνάς την οικογενειακή σου ζωή; Δεν ξέρω. Μπορεί να έχει ενδιαφέρον να δούμε μια φουρνιά 40άρηδων να μιλάει για τον έρωτα, για την απώλεια, για τον θάνατο. Όχι όμως ανακύκλωση των ίδιων πραγμάτων, χιλιοειπωμένες ιστορίες εκτός εποχής.

Το ζευγάρι που φιλιέται στη διαδήλωση μού φαίνεται γελοίο, γιατί το κάνει για τη φωτογραφία. Ή έστω για τον συμβολισμό, ότι ο έρωτας θα νικήσει τη βία. Ανέκδοτο.

Εσύ πώς νιώθεις;
Εγώ νιώθω 21 χρονών. Είμαι πιο σοβαρός από τα 21 μου αλλά έχω φοβερή όρεξη για ζωή.

Σε τραβάει όμως το μοντέλο μιας τυπικής οικογενειακής ζωής;
Μ’ αρέσει υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα το κάνεις για λόγους κοινωνικού καταναγκασμού. Αν βρεις μια γυναίκα που είστε ερωτευμένοι, περνάτε καλά, γουστάρετε τη ζωή, τότε ναι, να το κάνεις. Δεν νιώθω την ανάγκη απλά να αναπαράξω το όνομα μου. Σημασία έχει να διεκδικείς την κάβλα σου και την ευτυχία σου. Μακάρι στο μέλλον να έχω κάποιον δίπλα μου, φιλαράκι ή γυναίκα, να ταξιδέψουμε όλο τον κόσμο, να δοκιμάσουμε φαγητά, να ακούσουμε μουσικές, να γνωρίσουμε πολιτισμούς. Αν πάλι όχι, δεν γαμιέται, δεν θα τα κάνω. Έτσι κι αλλιώς, ποιος θα μας θυμάται;

«Ότι έχουμε είμαστε εμείς»;
Εμείς, οι φίλοι μας και οι ελάχιστοι άνθρωποι που μας αγαπούν πραγματικά. Δεν μπορείς να στηριχτείς σε τίποτα άλλο.

Δεν πιστεύεις στον Θεό;
Δεν πιστεύω στον Θεό αλλά ένα ανασφαλές κομμάτι μου θα έβρισκε μια παρηγοριά στη σκέψη ότι υπάρχει μια ανώτερη δύναμη. Πιστεύω πως όποιο καλό ή κακό ζάρι έρχεται στη ζωή μας, το ρίχνουμε εμείς οι ίδιοι. Κανείς δεν θα σε βοηθήσει ή θα σου κάνει χάρη. Είναι, βέβαια, πολύ σημαντική η ηρεμία που προσφέρει η σκέψη ότι κάτι υπάρχει εκεί έξω και μας αγαπάει.

Πιστεύεις σε κάτι άλλο; Στους ανθρώπους;
Ούτε στους ανθρώπους πιστεύω.

Τι σου φτιάχνει το κέφι;
Μια καλή μεταγραφή στον ΠΑΟΚ. Πλάκα κάνω. Αν με πιάσει αυτή μαυρίλα που μας πιάνει όλους καμιά φορά, ό,τι και να μου πεις, θα σου απαντήσω τόσο κυνικά, που μάλλον θα σηκωθείς να φύγεις και θα μ’ αφήσεις μόνο μου.

Έλα, κάτι μικρό που μπορεί να συμβαίνει μακριά σου, ένα ζευγάρι που φιλιέται σε μια διαδήλωση ή ένα πιτσιρίκι που παίζει μπάλα στα χώματα.
Το ζευγάρι που φιλιέται στη διαδήλωση μού φαίνεται γελοίο, γιατί το κάνει για τη φωτογραφία. Ή έστω για τον συμβολισμό, ότι ο έρωτας θα νικήσει τη βία. Ανέκδοτο. Το πιτσιρίκι που παίζει μπάλα, ναι. Μόλις το δω θα χαμογελάσω. Θα τον ρωτήσω τι ομάδα είναι και θα του κάνω κι ένα σουτάκι.

Έχεις γράψει καινούργιους στίχους;
Ναι, πάντα γράφω. Είναι συνήθεια και ανάγκη. Γίνεται αυθόρμητα.

Το επόμενο μεγάλο ραντεβού του Τζαμάλ στην Αθήνα είναι στις 9 Σεπτεμβρίου στο πλαίσιο της κοινής συναυλίας που διοργανώνουν με τους Social Waste στο Θέατρο Πέτρας, Στη Θεσσαλονίκη στις 30 Αύγουστου στο Street Mode Festival και στις 5 Αύγουστου στα Πλατανακια Βεργίνας στο River Flow Festival.

Φωτογραφίες: Ζήσης Τσούμπος. Facebook/Instagram

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Αυτήν τη Φορά η Ελληνική Αστυνομία Ξερίζωσε τα «Σωστά» Φυτά Κάνναβης

Ούτε στην Αθήνα, Ούτε Πουθενά: Τα Δελφίνια Ανήκουν στις Θάλασσες, Όχι στις Δεξαμενές

Ο Van Damme Αγαπούσε πιο Πολύ την Κοκαΐνη από τον Σκηνοθέτη του «Street Fighter»

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Tagged:
Features
Rap
Rapper
Θεσσαλονίκη
Μουσική
ράπερ
Τζαμάλ
Βόρεια Αστέρια