ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Διασκέδαση

Έγκλημα και Καλοκαίρι: «Κανείς Δεν Ακουμπάει τη Μηχανή μου»

Το πρώτο μέρος του διηγήματος «Για την Τιμή του Διαβόλου», που έγραψε ο Κώστας Φασουλόπουλος για το αφιέρωμα βιβλίου του VICE Greece.

Κείμενο VICE Staff
26 Αύγουστος 2019, 9:01pm

Κάθε μέρα το VICE Greece παρουσιάζει σε πρώτη δημοσίευση, διηγήματα με θέμα «Καλοκαίρι και Έγκλημα». Το διήγημα που έγραψε ο Κώστας Φασουλόπουλος για το αφιέρωμα βιβλίο, έχει τίτλο «Για την Τιμή του Διαβόλου» και δημοσιεύεται σε δύο μέρη.

Ο Κώστας Φασουλόπουλος γεννήθηκε το 1984 στην Αθήνα. Σε βρεφική ηλικία αναγνώριζε μάρκες αυτοκινήτων, καθισμένος στο πίσω κάθισμα του οικογενειακού Fiat Uno. Σε εφηβική ηλικία διάβαζε μανιωδώς 4 ΤΡΟΧΟΥΣ, κόμικς, Metal Hammer και αστυνομικά μυθιστορήματα. Σπούδασε Μηχανολόγος Μηχανικός στο ΕΜΠ και σήμερα εργάζεται στον χώρο της ναυτιλίας. Στην τέταρτη δεκαετία της ζωής του, εξακολουθεί να θαυμάζει παλιά Alfa Romeo, να παρακολουθεί αγώνες μοτοσικλέτας στο Isle of Man, καθώς και ασπρόμαυρες αστυνομικές ταινίες. Το αστυνομικό μυθιστόρημα «Εξευγενισμός» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Εύμαρος και από τις Editions Monemvasia 2019, για τη γαλλική αγορά.

Εισαγωγικό σημείωμα του συγγραφέα για το διήγημα που ακολουθεί: «Το νησί της Ρόδου είναι το αγαπημένο μου μέρος στην Ελλάδα. Πρόκειται για ένα φιλόξενο και πανέμορφο τόπο, με συμπαθητικούς και καλλιεργημένους ανθρώπους, με τους οποίους μπορείς να συζητήσεις από λαϊκή μουσική, μέχρι δανέζικο κινηματογράφο και από τοπικό ποδόσφαιρο, μέχρι κλασικές Alfa Romeo. Στη Ρόδο έπιασα την πρώτη μου δουλειά ως ενήλικας –στην οδό Ορφανίδου– και αργότερα υπηρέτησα για εννιά μήνες τη στρατιωτική μου θητεία. Όταν κάποια στιγμή έρθει η ώρα της συνταξιοδότησής μου, εύχομαι να περάσω στο νησί αυτά τα χρόνια. Οι καταστάσεις και τα πρόσωπα που αναφέρονται στο διήγημα “Για την Τιμή του Διαβόλου” είναι εντελώς τυχαία και φανταστικά και ουδεμία σχέση έχουν με τις υπέροχες στιγμές που έζησα στο Νησί των Ιπποτών. Όμως επειδή σαν επισκέπτης και σα φιλοξενούμενος γνώρισα σε αρκετό βάθος τη Ρόδο, χρησιμοποίησα τις αναμνήσεις από τις περιηγήσεις και τις βόλτες μου για να αφηγηθώ μια καλοκαιρινή, αστυνομική ιστορία με πολλή δράση. Ακριβώς όπως έχω κάνει και στο βιβλίο μου “Εξευγενισμός”, που περιγράφει το κέντρο της Αθήνας».

Eπιμέλεια αφιερώματος: Μελπομένη Μαραγκίδου


Η ζέστη ήταν υποφερτή για μέσα Ιουλίου. Ένα ελαφρύ αεράκι ανακούφιζε τους λουόμενους στην παραλία του Ενυδρείου, δημιουργώντας τον αντίστοιχο κυματισμό στο νερό. Ο χαλαρωτικός ήχος των κυμάτων έσπαγε από τα αμέτρητα μπαλάκια που κοπάναγαν για ώρες στην κεντρική παραλία της Ρόδου. Όμως αυτό δεν θα μπορούσε να χαλάσει τη διάθεση του Νίκι.

Ο Νικηφόρος Σοκορέλος –ή Νίκι όπως ήταν γνωστός στην πιάτσα του νησιού– στεκόταν όρθιος, καμαρωτός, χαζεύοντας τα κύματα με μια έκφραση ικανοποίησης στο πρόσωπό του. Ένα κι ενενήντα, με εκατό χτιστά κιλά γυμναστηρίου, μαυρισμένος και με χέρια γεμάτα τατουάζ. Γύρω από το δεξί του μπράτσο, ο Νίκι είχε χτυπήσει μια φάλαγγα Σπαρτιατών οπλιτών με περικεφαλαίες, ασπίδες και δόρατα να εξέχουν, διψασμένα για αίμα αντιπάλων. Από κάτω ήταν γραμμένο με αρχαιοελληνική γραμματοσειρά «ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ». Στο αριστερό του μπράτσο ήταν ζωγραφισμένο το δικύλινδρο σώμα, ενός αερόψυκτου κινητήρα από HarleyDavidson, φανερώνοντας τη μεγάλη του αγάπη για τις μοτοσυκλέτες. Τα χέρια του κοσμούσαν κι άλλα σύμβολα, όπως μαίανδροι και σταυρωτά εξάσφαιρα – βγαλμένα από το far west.

Για παρέα του είχε μια εικοσιπεντάχρονη ξανθιά κοπέλα, με πλαστικά χείλια, ψεύτικο στήθος και σφαγμένο πρόσωπο που μόλις είχε τελειώσει τη θητεία της σε δημοφιλές reality show και ξεκίναγε τη σεζόν της στο νησί, σαν υποδοχή σε νυχτερινά μαγαζιά. Εκεί είχε γνωριστεί με τον Νίκι, ο οποίος πούλαγε προστασία και κυρίως έσπρωχνε χάπια σε τουρίστες.

Ο μπράβος είχε κάθε λόγο να είναι χαρούμενος. Πριν λίγο καιρό, η Δίωξη τον είχε σταματήσει για έλεγχο ενώ οδηγούσε ένα Golf. Κρυμμένα σε διάφορα σημεία μέσα στο αυτοκίνητο βρέθηκαν πενήντα κιλά χάπια ecstasy. Παραπάνω από 160 χιλιάδες ταμπλέτες! Ο Νίκι όμως δεν ήταν πρωτόμπαρκος. Αγκαζέ με τον δικηγόρο του, ισχυρίστηκε ότι το αυτοκίνητο ανήκε σε γνωστό του που ήταν πλέον στην Αθήνα και ότι ο ίδιος δεν είχε ιδέα. Σε λίγες ώρες ήταν έξω, καθαρός και έτοιμος για καινούριες διανομές. Φαληράκι, Ορφανίδου κι όπου αλλού οι τουρίστες είχαν όρεξη να τριπάρουν.


Ραπάραμε στο Στούντιο του Dj Paco

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Ο Νίκι δεν ξεφτίλιζε μονάχα την αστυνομία. Είχε μπει με τσαμπουκά, ξύλο και δυνατές πλάτες σε στέκια παραδοσιακών ονομάτων της Ροδίτικης νύχτας. Το καλοκαίρι του ήταν γεμάτο κονόμα, γυναίκες και τα καλύτερα έρχονταν. Οι Λιβανέζοι προμηθευτές του δεν ανησύχησαν για την απώλεια των χαπιών, αντίθετα ετοίμαζαν ένα μεγάλο φορτίο που θα έστελνε στον έβδομο ουρανό τις κοπέλες από το Essex και τους βλάχους από το Coventry. Τα αλάνια δεν θα έμεναν χαρμάνια.

Φόρεσε το αμάνικο μπλουζάκι και τις σαγιονάρες του και έριξε ένα μπατσάκι στον κώλο της ξανθιάς.

«Πάμε μωρό», είπε ο Νίκι κι εκείνη υπάκουσε σαν σκυλί.

Περπάτησαν για λίγα λεπτά στο πεζοδρόμιο για να φτάσουν μέχρι το καζίνο, όπου ο μπράβος είχε παρκάρει το καμάρι του. Ένα ολοκαίνουριο, δεκαεννιάρι Ducati Diavel 1260S. Για χρόνια ο Νίκι ήταν ερωτευμένος με τις Harley Davidson, έχοντας αποκτήσει διαδοχικά Sportster 1200,Fat Boy Special και V-Rod Muscle. Μάτια είχε μόνο για τα μηχανάκια από το Milwaukee μέχρι που είδε το πρώτο Diavel το 2014. Αμέσως ανέβηκε Αθήνα για να τεστάρει το μηχανάκι και παρά τη μανούρα στην αντιπροσωπεία για να φορέσει κράνος, η εμπειρία ήταν συγκλονιστική. Το Diavel τού καρφώθηκε εμφανισιακά στο μυαλό περισσότερο από οποιοδήποτε Harley, ενώ η αίσθηση ότι η επιτάχυνση θα του σπάσει τα χέρια μετά τις 7.000 στροφές τον έπεισε ότι το μηχανάκι δεν αστειεύεται και θα μπορούσε να τον στείλει στον διάολο.

Έτσι αγόρασε ένα Diavel Carbon –το μοναδικό στη Ρόδο– το οποίο αντικαταστάθηκε με ένα 1260S πριν μερικούς μήνες. Στο μηχανάκι έβαλε εξάτμιση Termignoni από λαιμούς και πρόγραμμα –λες και το γκάζι δεν ήταν αρκετό από το εργοστάσιο– και για κερασάκι στην τούρτα έκανε αερογραφία μια σπαρτιάτικη περικεφαλαία, μπροστά από δύο σταυρωμένα δόρατα. Όπως σε κάθε μηχανάκι του, μάρκαρε την ταυτότητά του έτσι ώστε οι περίεργοι να το βλέπουν και να στρίβουν.

«Νίκι, πού πάρκαρες;», ρώτησε η ξανθιά.

Είχαν αφήσει το Diavel στο τέρμα του πλακόστρωτου που οδηγούσε στο καζίνο. Η μοτοσυκλέτα όμως δεν ήταν εκεί. Ο μπράβος έβγαλε τα γυαλιά ηλίου και κοίταξε αριστερά-δεξιά. Στη συνέχεια τα πέταξε κάτω, πατώντας τα κάμποσες φορές με τη δεξιά του σαγιονάρα, κάνοντάς τα θρύψαλα. Η ξανθιά κοιτούσε τρομαγμένη το θηρίο να χτυπιέται.

«Μωρό πάρε ταξί. Μας γάμησαν!», είπε σφίγγοντας τις γροθιές του.

***

Γύρισε στο διαμέρισμά του στην Ψαροπούλα, όπου έκανε ένα γρήγορο μπάνιο και ντύθηκε με ένα σκισμένο και ξεβαμμένο jean παντελόνι, λευκό λινό πουκάμισο και ακριβές, δερμάτινες σαγιονάρες. Έκανε μερικά τηλεφωνήματα και πήρε τον δρόμο για την Ορφανίδου, όπου τα μαγαζιά ετοιμάζονταν για να υποδεχτούνε τις νυχτερινές επιδρομές από τις ορδές των τουριστών. Πέρασε από το πόστο του, όπου κάθε βράδυ πάρκαρε ακριβώς απέναντι το Ducati και εξήγησε ότι θα αργήσει. Στη συνέχεια πήρε τον δρόμο για την Παλιά Πόλη και το καφέ στο Ρολόι.

Ο καιρός ήταν δροσερός για καλοκαίρι στη Ρόδο, ακόμη κι έτσι όμως ο ποδαρόδρομος τον ίδρωσε αρκετά. Κυρίως όμως του θύμισε ότι του την είχαν φέρει. Τον είχαν χτυπήσει εκεί που πονούσε. Μπήκε στο καφέ και αντίκρισε μια εικόνα πολύ διαφορετική από το χάος της Ορφανίδου. Αντρόγυνα άνω των 40 έπιναν το ποτό τους, ενώ ακόμη και οικογένειες τουριστών με παιδάκια είχαν επισκεφτεί το φημισμένο καφέ. Η ήρεμη μουσική των Tangerine Dream που έπαιζε από τα ηχεία, τον έβγαλε ακόμα περισσότερο από τα νερά του. Μετά από τόσα χρόνια στην ένταση και τη φασαρία των νυχτερινών μαγαζιών, του ήταν δύσκολο να λειτουργήσει σε τόσο πολιτισμένο και διακριτικό περιβάλλον.

Κάθισε σε ένα απόμερο τραπέζι και παρήγγειλε Red Bull. Κάθε τόσο κοίταγε προς την είσοδο, μέχρι που ήρθε το ραντεβού του. Ο Δούκας, ή κατά κόσμον Δημήτρης Παπαδόπουλος, ήταν από τα κεφάλια της νυχτερινής ζωής της Ρόδου και βασικός εργοδότης του Νίκι. Ήταν γύρω στα πενήντα πέντε, πιο κοντός από τον μπράβο αλλά εξαιρετικά σωματώδης, με τετράγωνο πρόσωπο και προτεταμένο σαγόνι, με το χαρακτηριστικό dress code όσων εργάζονταν στο νησί μετά τη δύση του ηλίου. Λευκό, λινό παντελόνι, πουκάμισο και δερμάτινες σαγιονάρες. Χαιρέτισε χαμογελώντας τους θαμώνες στο καφέ και τελικά κατέληξε στο τραπέζι του Νίκι. Βολεύτηκε στην καρέκλα και σταύρωσε τα δάχτυλά του, φανερώνοντας ένα χρυσό Rolex Daytona στο αριστερό του χέρι.

«Γιατί με κουβάλησες;», ρώτησε ο Δούκας.

«Έχω πρόβλημα».

«Χάσαμε πάλι τα χάπια; Δεν θα έρθουνε;».

«Όχι τα χάπια κανονικά, όπως τα έχουμε πει».

«Λοιπόν; Τι έχουμε τότε;».

Ο Νίκι κοίταξε νευρικός αριστερά–δεξιά και μίλησε.

«Μου έκλεψαν το μηχανάκι».

Ο Δούκας τον κοίταξε ανέκφραστος για μερικά δευτερόλεπτα και τελικά ξέπλεξε τα δάχτυλά του και γέλασε.

«Σου έκλεψαν το μηχανάκι. Το καινούριο; Αυτό που παρκάρεις μπροστά από το μαγαζί;».

Ο Νίκι κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.

«Ωραία, πάρε ένα άλλο μηχανάκι. Κάποιος πιτσιρικάς θα στο βούτηξε».

«Δεν καταλαβαίνεις. Όλοι ξέρουν ποιανού είναι αυτό το Ducati. Δεν υπάρχει άλλο στη Ρόδο. Δεν λέμε ότι κάποιος πιτσιρικάς από τη Μέγγαβλη ή κάνας βλάχος από την Ψίνθο βούτηξε ένα παπί. Το σήκωσαν με ντάλα ήλιο έξω από το καζίνο».

Ο Δούκας έπαιξε τα δάχτυλά του πάνω στο τραπέζι. Το πότο του είχε σερβιριστεί αλλά δεν το άγγιζε.

«Άκου μαλάκα. Έχουμε δουλειές. Κι εσύ με σκοτίζεις τώρα για ένα μηχανάκι. Τι ήταν αυτό;».

«Ducati. Diavel!».

«Ducati. Και πριν ήταν Harley και μετά θα είναι BMW. Όλοι οι μαλάκες εδώ, αλλάζετε συνέχεια».

«Κανείς δεν ακουμπάει τη μηχανή μου».

«Άκου, θα ρωτήσω τριγύρω αλλά κάνε μου τη χάρη και ξέχνα το. Έχουμε πιο σοβαρές δουλειές. Να…». Έβαλε το δεξί του χέρι στην τσέπη βγάζοντας ένα μικρό μπλε κλειδί με μπλε, πλαστική άκρη κι ένα βαρύ, οβάλ αντικείμενο, γεμάτο κουμπιά από τη μία και μια ανάγλυφη τρίαινα από την άλλη.

«Λοιπόν! Κλειδιά Vespa, κλειδιά Maserati. Να το τελειώνουμε για σήμερα. Διάλεξε», είπε ο Δούκας. Ο Νίκι στράβωσε το στόμα και τελικά πήρε στη χούφτα του το μικρό μπλε κλειδί.

«Άντε μπράβο. Και κοίτα να το ξεχάσεις και να πάρεις ένα άλλο μηχανάκι. Ή ένα αμάξι που το κλέβουνε πιο δύσκολα. Τσάο», είπε ο Δούκας και έφυγε.

Ο Νίκι πλήρωσε και πήρε τον δρόμο για την Ορφανίδου. Έκατσε στο πόστο του για μερικές ώρες και όλα κύλησαν ομαλά. Στον φημισμένο πεζόδρομο του νησιού, όπου συγκεντρώνονταν τα μεγαλύτερα πλήθη των ξενύχτηδων τουριστών τα τελευταία χρόνια, κόσμος χόρευε, ούρλιαζε και ενίοτε ξέρναγε, χωρίς όμως να χρειάζεται επέμβαση από έμπειρα μπράτσα, γεμάτα τατουάζ.

Ο Νίκι καθόταν στο πόστο του με τα δάχτυλά του να έχουν πάρει φωτιά στέλνοντας μηνύματα από το κινητό του, ενώ κάθε τόσο κοίταγε προς το τατουατζίδικο ακριβώς απέναντι. Στο μέρος που πάρκαρε με καμάρι το Diavel, τώρα βρισκόταν μια κρεμ Vespa GTS 300 Super, με μαύρες ματ λεπτομέρειες. Προσωρινή χορηγία του Δούκα για τα πήγαινε-έλα.

«Vespa!», σκέφτηκε. «Ούτε Ducati, ούτε Harley». Συνέχισε να πατάει τα κουμπάκια σε ένα αρχαίο, μικροσκοπικό, ορθογώνιο κινητό χωρίς σύνδεση στο Ιnternet, ενώ κάθε τόσο κοίταγε και το smartphone που είχε αφημένο πάνω στον πάγκο.

***

Γύρω στις πέντε η κίνηση είχε αρχίσει να σπάει στην Ορφανίδου και ο Νίκι φόρτωσε τα εκατό μυϊκά κιλά του στη λευκή Vespa και κινήθηκε προς την Ψαροπούλα. Στον δρόμο της πολυκατοικίας που έμενε φιλοξενούνταν το αρχαιότερο και πιο διάσημο ροκάδικο του νησιού. Από τη δεκαετία του ’70, το υπόγειο μαγαζί βάραγε καθημερινά μέχρι πρωίας, φιλοξενώντας ελληνικά και ξένα συγκροτήματα που στη συνέχεια έγιναν διάσημα, αλλά και αρκετούς λούμπεν και περιθωριακούς. Ο μπράβος πάρκαρε τη Vespa δίπλα σε τρία εντυπωσιακά Harley: Ένα Road Glide Special, ένα Road King από τη δεκαετία του ’70 κι ένα χακί βαμμένο, Softail Slim Army. Βαριά μηχανάκια που προδίδανε την ταυτότητα των καβαλάρηδών τους.

Ο Νίκι κατέβηκε σβέλτα τα σκαλιά προς το υπόγειο, χοροπηδώντας με τις σαγιονάρες του. Άνοιξε την πόρτα, μπήκε στον μικροσκοπικό χώρο υποδοχής και ο θηριώδης μαύρος που έπαιζε ρόλο θυρωρού τον υποδέχτηκε, κλείνοντας ελαφρά το μάτι.

«’sup Niki?», είπε και χωρίς προσπάθεια άνοιξε τη δεύτερη, ηχομονωμένη πόρτα που οδηγούσε στο εσωτερικό του μαγαζιού.

“Oh Lord! I popped a lot of pills. But I've never touched nothin'. That my spirit couldn't kill. You know I've seen a lot of people walking 'round With tombstones in their eyes. But the pusher don't care If you live -- or if you die”, ακουγόταν το κομμάτι των Steppenwolf από τα ηχεία, λες και κάποιος περίμενε να αναγγείλει την άφιξή του. Κοίταξε το σκοτεινό εσωτερικό, με τις κρεμασμένες στους τοίχους Gibson και Fender κιθάρες, τα παλιά juke box και το τεράστιο φλιπεράκι. Μερικοί Άγγλοι μπεκροπίνανε στην αριστερή γωνία του μαγαζιού, ο μπράβος όμως κατευθύνθηκε προς την παρέα στα δεξιά, δίπλα στην σκηνή που εκείνη την ώρα ήταν άδεια.

Στο τραπέζι κάθονταν τρεις άντρες βγαλμένοι από το Easy Rider. Στη Ρόδο ήταν γνωστοί ως Harry, Bullitt και Jappe. Διατηρούσαν ένα μεγάλο τατουατζίδικο στο Φαληράκι και το χειμώνα βολτάρανε την Ευρώπη με μοτοσυκλέτες. Επίσης, με τη βοήθεια του Νίκι σπρώχνανε χάπια σε τουρίστες. Η γνωριμία τους ξεκίνησε όταν ο μπράβος πήγε με το Fat Boy να χτυπήσει τα εξάσφαιρα στο χέρι του και από τότε ξεκίνησε η συνεργασία τους.

Ο Jappe ήταν ο εγκέφαλος της παρέας και ιδιοκτήτης του μαγαζιού στο Φαληράκι. Καταγόταν από τη Νορβηγία και είχε έρθει πριν από είκοσι χρόνια στο νησί. Ήταν πολύ ψηλός, αδύνατος και ντυμένος πάντα στα μαύρα, με παντελόνι σωλήνα και αμάνικο μπλουζάκι που φανέρωνε τα πολύχρωμα και σημαδεμένα χέρια του. Είχε ξανθά–άσπρα μούσια, που κρέμονταν κάτω από το στήθος του και ασύμμετρα μαλλιά – ράστα, με κάποια να φτάνουν κάτω από τον κώλο του. Ο Νίκι απορούσε συχνά πως τα μαλλιά του Jappe δεν μπλέκονταν στους τροχούς του Harley που καβάλαγε. Ο Νορβηγός φορούσε πάντοτε μαύρο καπέλο, σαν του Edward J. Robinson και γυαλιά Aviator κίτρινου χρώματος.

Ο Νίκι έκατσε στο τραπέζι τους και χτύπησε ελαφρά τη γροθιά του στο χέρι του καθενός από τους τρεις. Για μερικά δευτερόλεπτα κοιτιόντουσαν αμίλητοι και μονάχα η μουσική ακουγόταν. Είπε να κάνει την αρχή:

«Μου φάγανε το Ducati». Η σιωπή συνέχισε για λίγο και μετά οι τατουατζήδες σχολίασαν:

«Σκληρό».

«Χοντράδα».

«Μαλακία».

«Ναι, μου έχει γυρίσει το μυαλό. Θέλω να ρωτήσετε τριγύρω». Ο Harry και ο Bullitt κούνησαν τα κεφάλια τους, ενώ ο Jappe συνέχισε να κοιτάει τον Νίκι, πίσω από τα κίτρινα γυαλιά του.

«Νίκι, πού είναι τα χάπια;».

«Κουλ! Τα περιμένω. Αύριο ή μεθαύριο».

«Νόμιζα ότι θα τα είχαμε σήμερα Νίκι».

«Είπα, θα τα έχουμε γρήγορα! Μη με φορτώνεις κι άλλο. Και βοήθα να βρω το μηχανάκι. Hasta la vista, babies», είπε και χαιρέτησε τους Harry και Bullitt πριν φύγει. Βγήκε από το ροκάδικο και είδε ότι είχε ξημερώσει. Ανέβηκε τα σκαλιά και έστριψε για την πολυκατοικία του, όταν είδε τη Μάγγυ –την ξανθιά που είχε μαζί του στο χθεσινό μπάνιο– να τρώει στο απέναντι σαντουιτσάδικο. Χαιρετήθηκαν και ο Νίκι της έκανε νόημα να έρθει προς το μέρος του. Εκείνη καθάρισε τα χέρια της και πλησίασε.

«Καλημέρα μωρό. Σόρρυ για χτες, αλλά τρελάθηκα όταν μου έφαγαν το μηχανάκι». Εκείνη κούνησε αμίλητη το κεφάλι της.

«Πάμε πάνω;», της είπε και ανέβηκαν στο διαμέρισμα.

***

Ξύπνησε καλό μεσημέρι. Πλύθηκε γρήγορα, έδιωξε όπως–όπως την ξανθιά και αφού ήπιε έναν καφέ, καβάλησε τη Vespa προς το γυμναστήριο. Τους τελευταίους μήνες σήκωνε βάρη σε ένα σιδεράδικο, προορισμένο σχεδόν αποκλειστικά για σφίχτες και επαγγελματίες της νύχτας. Η ρουτίνα των επαναλήψεων με τους αλτήρες και την μπάρα του είχε γίνει δεύτερη φύση, κρατούσε το σώμα του γυμνασμένο και εντυπωσιακό και επίσης, τον βοηθούσε να συγκεντρωθεί και να σκεφτεί. Ποιος ήταν τόσο χαζός, ώστε να του βουτήξει το μηχανάκι; Αργά ή γρήγορα θα τον ξετρύπωνε.

Μετά από σχεδόν δύο ώρες κοπανήματος και κουβέντες με τους όμοιούς του –όλοι συμπονούσαν για την απώλεια και κανείς δεν είχε ιδέα– έκανε ένα μπάνιο και πήγε για φαγητό κοντά στο Στάδιο του Διαγόρα. Ήταν απόγευμα και το μαγαζί ήταν σχεδόν άδειο. Έστειλε μερικά μηνύματα από το παλαιολιθικό κινητό και παράγγειλε φαγητό. Καθώς περίμενε την παραγγελία του, η ορθογώνια συσκευή δονήθηκε. Διάβασε το μήνυμα:

«Ferry Mine. Tomorrow 10:30. White Toyota Land Cruiser 34 DK 2409».

Μάλιστα. Το φορτίο θα ερχόταν από Μαρμαρίδα την επόμενη. Ο Amare τα είχε κανονίσει και ο Νίκι θα παραλάμβανε με την ταυτότητά του ένα ασυνόδευτο, εκδρομικό 4X4. Το φαγητό του σερβιρίστηκε κι εκείνος ξεκίνησε να τρώει με όρεξη. Στο διπλανό τραπέζι κάθισε ένας κοντός, φαλακρός μεσήλικας, ιδρωμένος και με το παντελόνι του ανεβασμένο μέχρι το στήθος. Παράγγειλε κρύο καφέ και σκούπισε το μέτωπό του.

«Τι έχουμε;», ρώτησε με χαμηλό τόνο τον Νίκι. Ήταν ο Αλέξανδρος Κατσαράς, ο αστυνόμος που θόλωνε τα νερά και κατεύθυνε τις Αρχές μακριά από τον μπράβο. Με το αζημίωτο φυσικά και όπου ήταν δυνατό. Ο Νίκι συνέχισε να τρώει και απάντησε με φυσικό τρόπο και το βλέμμα στραμμένο στο πιάτο του.

«Θα έρθει αύριο ένα αμάξι από Μαρμαρίδα. Με το καράβι ΜΙΝΕ. Θα πάω εγώ να το παραλάβω. Θα έρθει το πρωί, φρόντισε να μην είναι κανείς στο λιμάνι». Ο φαλακρός κούνησε το κεφάλι του.

«Τα άλλα τα μιλάς με τον Δούκα. Δεν σε φώναξα όμως γι’ αυτό». Ο αστυνόμος τον κοίταξε τώρα απορημένος.

«Μου έκλεψαν τη μηχανή», είπε ο Νίκι συνεχίζοντας να τρώει. «Ρωτάω από 'δω κι από 'κει, αλλά υποτίθεται ότι εσείς ασχολείστε με ληστείες».

«Εγώ δεν έχω δουλειά με κλοπές μοτοσυκλετών», είπε βαριεστημένα ο αστυνόμος και ρούφηξε παγωμένο καφέ από το καλαμάκι.

«Θα έχεις κάποιο φίλο και θα τον ρωτήσεις. Δεν θα είναι δύσκολο. Η μηχανή είναι περίεργη. Ασυνήθιστη. Ducati Diavel. Ολοκαίνουριο. Δεν υπάρχει ίδιο στο νησί. Έχει ζωγραφισμένο ένα σπαρτιάτικο κράνος στο ντεπόζιτο. Σου στέλνω τώρα την πινακίδα», είπε και χτύπησε τα κουμπάκια του κινητού του.

«Και περιμένω νέα», ολοκλήρωσε και άφησε στο τραπέζι τη συσκευή. Ο αστυνόμος κούνησε το κεφάλι του, πλήρωσε και έφυγε χωρίς να πει αντίο. Ο Νίκι ολοκλήρωσε το φαγητό του και γύρισε στο σπίτι του στην Ψαροπούλα.

***

Ξεκουράστηκε και άλλαξε ρούχα για να κατέβει στο μαγαζί, στην Ορφανίδου. Κοντό, στρατιωτικό παντελόνι παραλαγής, t-shirt Polo και σαγιονάρες των 50 ευρώ. Βγαίνοντας από την πολυκατοικία και βλέποντας τη Vespa, αποφάσισε να πάει περπατώντας μέχρι το μαγαζί. Το παρκάρισμα του μικρού, θηλυπρεπούς δικύκλου εκεί που δέσποζε το Ducati ήταν στο μυαλό του κατάντια και κατά κάποιο τρόπο συμβιβασμός. Παραδοχής ήττας.

«Ακόμα κι αν αγοράσω καινούριο μηχανάκι, θα τον βρω τον πούστη», συλλογίστηκε καθώς περπατούσε παράλληλα με τα ξενοδοχειακά συγκροτήματα πάνω στην παραλιακή οδό. «Θα τον βρω και θα του σπάσω τα παΐδια».

Χώθηκε στην Ορφανίδου και περπάτησε παράλληλα με τους τουρίστες που είχαν αρχίσει από νωρίς να συγκεντρώνονται και να πίνουν. Έφτασε στο μαγαζί και χαιρέτισε το βοηθητικό προσωπικό που καθάριζε και τον μπάρμαν που τακτοποιούσε μπύρες στο ψυγείο. Βολεύτηκε κοντά στην πόρτα και έβγαλε το κινητό του –το σύγχρονο, με την οθόνης αφής αυτή τη φορά– και ξεκίνησε να παίζει.


VICE Meets: Ελένη Φουρέιρα

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Η ώρα περνούσε και το μπαρ γέμιζε με Έλληνες και κυρίως με ξένους. Ο Νίκι γλιστρούσε τα δάχτυλά του πάνω στην οθόνη και κάθε τόσο σήκωνε το βλέμμα του για να τσεκάρει ότι τα πνεύματα δεν είχαν ανάψει ή για να χαζέψει κάποια ενδιαφέρουσα τουρίστρια. Μια παρέα γνωστών του κάθισαν σε ένα τραπέζι και αμέσως σηκώθηκε να χαιρετίσει. Δύο νεαροί γύρω στα τριάντα, χωρίς ιδιαίτερες δουλειές, αλλά με πλούσιους γονείς-ξενοδόχους. Τα κύρια ενδιαφέροντά τους ήταν να χώνουν λεφτά στα γιαπωνέζικα αυτοκίνητά τους, να περιφέρονται στις καφετέριες και στα bar της Ρόδου και να παρτάρουν, αγοράζοντας μερικές φορές χάπια από τον Νίκι.

«Πώς πάμε;», είπε ο μπράβος που κάθισε στο τραπέζι τους και έκανε νόημα στο σερβιτόρο να φέρει ποτά.

«Καλά, Νίκι», απάντησε ο ένας. «Θα στήσουμε το EVO σήμερα. Στη Ρόδου-Λίνδου». Το δίδυμο της σαχλαμάρας έκανε κόντρες στον δρόμο Ρόδου–Λίνδου, την κεντρική οδική αρτηρία του νησιού. Ήταν ο καλύτερος δρόμος στη Ρόδο και σε σημεία, τα βελτιωμένα αυτοκίνητα ξεπερνούσαν τα 250 χιλιόμετρα την ώρα. Ο Νίκι είχε δει τόσα με το Diavel, χωρίς να το ζορίσει. Το μηχανάκι φαινόταν να επιταχύνει άνετα παραπάνω. Στις παράνομες κόντρες στον δρόμο Ρόδου–Λίνδου, οι μονομάχοι έβαζαν στοιχήματα, πιστεύοντας ότι οι νικητές έφευγαν κονομημένοι. Στην πραγματικότητα, τα όποια κέρδη έφταναν οριακά για τη συντήρηση των οχημάτων (και την καμένη βενζίνη). Ένα ανατιναγμένο σασμάν, μια χτυπημένη βαλβίδα, ένα σετ δίσκου συμπλέκτη και τα χρήματα που κερδήθηκαν με κόπο και καμένο λάστιχο γίνονταν καπνός.

«Ποιον θα κοντράρετε;».

«Κάτι Αφαντενούς, με ένα RX-7. Δυνατό».

«Κόκκινο RX-7 από Αφάντου; Του Γιώργου; Δυνατό είναι!».

«Θα έρθεις;».

«Μου έφαγαν το Ducati. Δεν έχω κέφια».

Η παρέα σταμάτησε τις κουβέντες για λίγο, μέχρι που ο Νίκι είπε:

«Εσείς που έχετε πάρε-δώσε με κάγκουρες και κοντράκηδες, δεν ρωτάτε στα σιγά, ποιος βούτηξε ένα Diavel με ζωγραφιστή περικεφαλαία στο ρεζερβουάρ; Μη γίνουμε βούκινο, αλλά αν πάρει κάτι το αυτί σας… Εγώ δεν σας ξεχνάω».

«Έγινε Νίκι. Ό,τι μάθουμε…».

«Άντε με το καλό. Τέρμα γκάζι σήμερα, ο Γιώργος είναι γρήγορος και δεν χαρίζεται».

Χτυπήσανε τις γροθιές τους και ο μπράβος έστριψε για το πόστο του. Στη γωνία του μπαρ, στην έξω πλευρά του μαγαζιού καθόταν μονάχος του ο αστυνόμος Αντώνης Μαργέτης. Ήταν ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος του Νίκι, αυτός που τον είχε στριμώξει με τα χάπια στο αυτοκίνητο. Ο Μαργέτης ήταν ένας αδύνατος πενηντάρης, προσηλωμένος στη δουλειά του. Ήταν η πρώτη φορά που ο Νίκι τον έβλεπε εκτός υπηρεσίας.

«Ό,τι πίνει ο αστυνόμος από μένα», είπε στον μπάρμαν καθώς πλησίαζε τον Μαργέτη. Ο αστυνόμος γύρισε και τον κοίταξε με βαρύ ύφος.

«Πανηγυρίζεις παιδί μου, Νικηφόρε;».

«Νίκι, κύριε αστυνόμε. Νίκι. Δεν περίμενα να σε δω στα μέρη μας. Νόμιζα ότι μας σνομπάρεις».

«Κάθε άλλο. Θα προσπαθήσω να είμαστε πολύ κοντά, παιδί μου Νικηφόρε».

«Όπως θέλεις αστυνόμε. Εγώ είδες ότι είμαι καθαρός. Δεν φοβάμαι κάτι».

«Καθαρός δεν ξέρω, σίγουρα έχεις φίλους που σε αγαπάνε. Δεν είναι έτσι;».

«Αστυνόμε, δεν έχει κανείς στη Ρόδο κακή κουβέντα για τον Νίκι. Αλλά εγώ έχω παράπονο».

Ο Μαργέτης ξεφύσηξε.

«Τι παράπονο έχεις εσύ, καθαρός άνθρωπος;».

«Αστυνόμε, κυνηγάς εμένα και τα τσογλάνια αλωνίζουν. Μου φάγανε τη μηχανή. Έζησα για να το δω κι αυτό».

Ο αστυνομός σούφρωσε τα χείλια του.

«Σου φάγανε τη μηχανή… σου την έκλεψαν», είπε και σήκωσε τα χέρια του. «Νύχτα δουλεύεις… Κάποιον θα πείραξες και θα θέλησε να σε εκδικηθεί. Το δήλωσες στην ασφάλεια;».

«Τι να δηλώσω αστυνόμε; Με κοροϊδεύεις; Εσείς τώρα θα πανηγυρίζετε».

«Ο νόμος είναι νόμος Σοκορέλε. Θα έρθεις να το δηλώσεις. Θα έρθεις αύριο στην ασφάλεια».

«Νίκι, αστυνόμε. Νίκι. Ούτε έτσι, ούτε αλλιώς. Τέλος πάντων. Θα έρθω να δω τι θα καταλάβουμε. Εγώ ξέρω ότι κυνηγάτε εμένα και τα κλεφτρόνια σουλατσάρουνε. Αλβανοί, γύφτοι, τέτοιοι».

«Κάνουμε ό,τι μπορούμε Σοκορέλε. Αλλά βλέπεις δεν περνάνε όλα από το χέρι μας. Ξέρεις εσύ…”, είπε και σηκώθηκε να πληρώσει.

«Άσε αστυνόμε. Κερνάω εγώ. Με συγκίνησες για το ενδιαφέρον για το μηχανάκι μου», είπε και γύρισε γελώντας στο πόστο του. Ο Μαργέτης έφυγε, βαρύς με αργά βήματα.

***

Γύρω στις δέκα το πρωί της επόμενης μέρας ο Νίκι περίμενε στο λιμάνι. Ύποπτες φάτσες δεν υπάρχουν, ούτε και μπάτσοι. Το ΜΙΝΕ ήρθε στην προγραμματισμένη ώρα. Ο μπράβος έβγαλε την ταυτότητά του στον Τούρκο ναύτη κι εκείνος τσέκαρε τα χαρτιά του. Τελικά του έδειξε ένα τεράστιο, λευκό Land Cruiser Amazon, με μαύρο bullbar γεμάτο προβολείς και σχάρες οροφής με δύο σανίδες του surf. Τα κλειδιά ήταν αφημένα πάνω στο ταμπλό και φαίνονταν από το παρμπρίζ. Ο Νίκι ανέβηκε στο όχημα, χαμήλωσε τα παράθυρα και περίμενε τη σειρά του για αποβίβαση.

Κινήθηκε αργά πάνω στον καταπέλτη του βαποριού και βγήκε στην ξηρά. Κοίταξε δεξιά – αριστερά και βεβαιώθηκε ότι δεν υπάρχει κάποια ύποπτη φάτσα. Πιο ήσυχος, αλλά πάντα σε εγρήγορση ξεκίνησε για την περιοχή του Μόντε Σμιθ. Πέρασε από το Μαντράκι όπου ο κόσμος είχε αρχίσει να μαζεύεται και διέσχισε ολόκληρη την παραλιακή οδό. Περνώντας έξω από όλα τα μεγάλα ξενοδοχειακά συγκροτήματα, πριν συνεχίσει για Ιαλυσό, έκοψε αριστερά και άρχισε να ανηφορίζει προς τον προορισμό του. Η συγκεκριμένη διαδρομή ήταν από τις αγαπημένες του, ειδικά πρωινές ώρες χωρίς κίνηση και υπερβολικό ήλιο.

Σε λίγη ώρα βρισκόταν έξω από μια βίλλα στο Μόντε Σμίθ και πραγματοποιούσε μια κλήση από το παλιομοδίτικο κινητό του. Ήταν στο σπίτι του Δούκα. Έκλεισε το τηλέφωνο και η γκαραζόπορτα άνοιξε. Το Land Cruiser μπήκε στο κλειστό parking και τα φύλλα της πόρτας χαμήλωσαν, σφραγίζοντας ερμητικά το χώρο. Ο Δούκας εμφανίστηκε από τη σκάλα που συνέδεε το χώρο στάθμευσης με το υπόλοιπο σπίτι. Φορούσε μαγιό μέχρι τα γόνατα, πλαστικές σαγιονάρες, αμάνικο μπλουζάκι ενώ δεν είχε αποχωριστεί το βαρύ Rolex. Στο δεξί του χέρι κρατούσε μια μεταλλική εργαλειοθήκη.

«Χωρίς προβλήματα αυτή τη φορά», είπε καθώς ακουμπούσε στον πάγκο το σιδερένιο κουτί.

«Τα μίλησα με τον Κατσαρά εχτές», είπε και πήρε μερικά εργαλεία από τη θήκη. «Ησυχία στο λιμάνι».

«Ευτυχώς/ Την προηγούμενη φορά οι φίλοι μας οι Λιβανέζοι το χώνεψαν, αλλά καλό είναι να μην έχουμε ξανά παρατράγουδα».

«Μην κοιτάς εμένα. Εσύ ξέρεις μπάτσους, πολιτικούς και δικαστές».

«Και γι’ αυτό σε ξελάσπωσα. Έχε τον νου όμως».

Οι δύο άντρες άνοιξαν τις πόρτες του Toyota και βάλθηκαν να ξηλώνουν τα καθίσματα του αυτοκινήτου από τις βάσεις τους, χωρίς να τα καταστρέφουν. Ο Νίκι είχε στηρίξει ένα καρυδάκι πάνω σε ένα μπουλόνι. Με το αριστερό του χέρι κρατούσε την προέκταση και με το δεξί κουνούσε το εργαλείο με την καστάνια, μπρος–πίσω. Κάθε τόσο προχωρούσε στο επόμενο μπουλόνι. Ο Δούκας έκανε τις ίδιες κινήσεις από την αντίθετη πλευρά του αυτοκινήτου.

«Ρώτησες για το μηχανάκι;», είπε ο Νίκι καθώς δούλευε με το εργαλείο. Είχε ήδη αρχίσει να ιδρώνει.

«Μμμμμ», αποκρίθηκε ο Δούκας.

«Έμαθες τίποτα;».

«Κλεφτρόνια διάφορα. Τίποτα σίγουρο».

«Αυτό έμαθες δηλαδή;», ρώτησε ο μπράβος που είχε τελειώσει με το κάθισμα του συνοδηγού και το απομάκρυνε από τη βάση του. Ο Δούκας σκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπό του.

«Ο Τανάλιας λένε κλέβει αυτοκίνητα. Και μηχανάκια».

«Ο Τανάλιας; Ο Τάσος ο Τανάλιας;».

«Μαλακίες τώρα, ξέρεις. Δεν νομίζω ότι έχει σχέση».

«Ο Τάσος, ο Τανάλιας. Μάλιστα…», είπε ο Νίκι και έσκυψε το κεφάλι, δουλεύοντας τώρα πιο έντονα. Ο Τανάλιας, ή κατά κόσμον Τάσος Κατσιέρης, ήταν ένας φανοποιός από τον Αρχάγγελο, με τακτική παρουσία στις μεταμεσονύκτιες κόντρες στη Ρόδου–Λίνδου. Οδηγούσε ένα κακοποιημένο Nissan Silvia S14 με τουρμπίνα σαν κλεμμένη από ηλεκτρομηχανή και εξάτμιση μεγάλη σαν βαρέλι. Ήταν χοντροκομμένος και αδίστακτος, τόσο στην εμφάνισή του όσο και στην οδήγησή του.

Με κόπο και λίτρα ιδρώτα, οι δύο άντρες είχαν αφαιρέσει τα όλα τα καθίσματα του Land Cruiser. Κάτω από τις βάσεις ξεκίνησαν να ανασύρουν σακουλάκια γεμάτα χάπια διαφόρων χρωμάτων και σχημάτων: Πορτοκαλί καρδούλες, κίτρινα δισκάκια με ανάγλυφα χαμόγελα, μπλε αστεράκια, πράσινα δισκάκια με νεκροκεφαλές και γενικά μεγάλη ποικιλία χρωμάτων και σχημάτων. Αφού τακτοποίησαν σε μια γωνία τα σακουλάκια, αφαίρεσαν τη ρεζέρβα που ήταν δεμένη κάτω από το πάτωμα του Toyota. Ο Νίκι την πάτησε με τη σαγιονάρα του και βεβαιώθηκε ότι δεν ήταν τρομπαρισμένη με αέρα. Με τη βοήθεια ενός λοστού απομάκρυνε το ελαστικό από τη ζάντα και ανέσυρε από μέσα μερικές ακόμα πλαστικές συσκευασίες γεμάτες πολύχρωμα χάπια. Παρέδωσε τις περισσότερες στο Δούκα και κράτησε δύο στα χέρια του.

«Αυτές είναι για τον Jappe. Με κυνήγησε τις προάλλες», είπε δείχνοντας τα σακουλάκια.

«Τρελο-Νορβηγός. Δεν του φτάνουν τα λεφτά που βγάζει από τα τατουάζ με τους μπεκρήδες στο Φαληράκι».

«Μπορεί να τα θέλει για πάρτη του».

«Μπα! Μόνο κόκα ο Jappe».

«Κόκα ή όχι, με εμένα ξηγιέται σωστά», είπε και ξεκίνησε να πατάει τα κουμπάκια στο κινητό του. Ο Δούκας τακτοποίησε τα πακέτα με τα χάπια, έβαλε εκείνα που θα έδινε ο Νίκι στον Jappe σε ένα σακίδιο πλάτης και άνοιξε την πόρτα του γκαράζ με τηλεχειρισμό.

«Κουνήσου να μοντάρουμε πάλι τα καθίσματα. Θα κρατήσεις εσύ προς το παρόν το αμάξι», είπε ο Δούκας και ο Νίκι κούνησε το κεφάλι του αδιάφορα. Σε λίγη ώρα οι δύο άντρες ήταν μέσα στο Land Cruiserμε κατεύθυνση προς την Ψαροπούλα. Ο Νίκι καθόταν συνοδηγός με το σακίδιο στην αγκαλιά του και κοίταγε αμίλητος έξω από το παράθυρο.

«Ξέχνα τον Τανάλια. Και ξέχνα και το μηχανάκι. Με τα λεφτά που βγάζεις θα πάρεις ένα καινούριο. Ότι γουστάρεις», είπε ο Δούκας που οδηγούσε το θηρίο.

«Ο κωλο-Αρχαγγελίτης. Θα του γαμήσω!», είπε ο Νίκι, σφίγγοντας τη δεξιά γροθιά του.

«Μαλάκα, ξεκόλλα. Ο τύπος είναι βλαμμένος. Τι σε έχει πιάσει; Θα κάνεις φασαρία για ένα μηχανάκι;».

«Δουλειά σου!».

«Τη δουλειά μου προσέχω. Ξεκόλλα και παράτα το».

Είχαν φτάσει έξω από την πολυκατοικία που έμενε ο μπράβος. Βγήκαν και οι δύο από το Toyota και ο Νίκι πέταξε στον Δούκα τα κλειδιά από την Vespa. Εκείνος βολεύτηκε πάνω στο scooter κι έβαλε μπροστά.

«Λοιπόν μικρέ… Ξέχνα το τώρα. Έχουμε δουλειές».

«Καλά», είπε ο Νίκι και ανέβηκε στο διαμέρισμά του, με το σακίδιο στην πλάτη.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Το Άβατο στην Ελλάδα Δεν Είναι τα Εξάρχεια, Αλλά το Άγιο Όρος

Η Ελένη Άφησε τα Εξάρχεια για Ένα Χωριό Eννιά Μόνιμων Κατοίκων

Οι Συνεργασίες Drake-Rick Ross Αποδεικνύουν Ότι Δεν Κάνουν Ποτέ Κακά Τραγούδια

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.