«Μανούλα μου, Είμαι Αθώος» - Η Ιστορία του Δράκου του Σέιχ Σου που Ακόμα Στοιχειώνει τη Θεσσαλονίκη

Οι ανεξιχνίαστες δολοφονίες, η σύλληψη και καταδίκη σε θάνατο του Αριστείδη Παγκρατίδη.

|
Mar 30 2017, 11:58am

Το σημείο της εκτέλεσης στο Σέιχ Σου, τα ξημερώματα της 16ης Φεβρουαρίου 1968.

«Γιατί πολλοί Θεσσαλονικιοί έχουνε πρόβλημα με τον ύπνο τους. Ή αργεί να τους πάρει ή σηκώνονται άξαφνα ταραγμένοι και δεν μπορούν να ξανακοιμηθούν ή κοιμούνται λίγο και πετάγονται τα χαράματα λουσμένοι στον ιδρώτα. Μπορεί να' ναι η ψυχή του Αρίστου που τους κλέβει από τον ύπνο τους. Μα δεν το ξέρουν».

-Απόσπασμα από το βραβευμένο μυθιστόρημα του Θωμά Κοροβίνη, «Ο γύρος του θανάτου».

Στα τέλη της δεκαετίας του '50 η Θεσσαλονίκη θαρρείς ότι είχε ανάγκη από έναν δολοφόνο κατά συρροή. Προσπαθώντας να αποτινάξει από πάνω της τον μετεμφυλιακό ζόφο, ήταν μία πόλη με νεκρωμένα κοινωνικά αντανακλαστικά, που υπέμενε παρακρατικούς και λούμπεν στοιχεία να διαβρώνουν τη δημόσια διοίκηση και τις τοπικές διωκτικές αρχές. Η Θεσσαλονίκη έμοιαζε εκείνη τη μακρινή εποχή με ιδρωμένο σφαχτάρι που τού έκλεισαν τα μάτια. 

Η επίθεση στο ζευγάρι Παναγιώτου-Βλάχου στο Σέιχ Σου, εφημερίδα "Μακεδονία", 21 Φεβρουαρίου 1959.

Στις 21 Φεβρουαρίου 1959 η εφημερίδα «Μακεδονία» τυπώνει στο πρωτοσέλιδό της μία φοβερή είδηση: «Οι "άγνωστοι" εις το Σέιχ Σου εθρυμμάτισαν τα κεφάλια ενός ζεύγους ερωτευμένων – Άγνωστοι παραμένουν οι δράσται και τα ελατήρια». Ο λεβητοποιός Αθανάσιος Παναγιώτου, 30 ετών, και η συνομήλικη ερωμένη του Ελεονώρα Βλάχου, εντοπίστηκαν να ψυχορραγούν στο περιαστικό δάσος. Τα ρούχα της γυναίκας ήταν σκισμένα. Οι δύο τους ήταν βαριά τραυματισμένοι, όμως σώθηκαν γιατί η φοβερή παγωνιά διέκοψε την αιμορραγία τους. Η Θεσσαλονίκη στο εξής θα περνά διπλό σύρτη στην πόρτα τα βράδια.

Δεν ήταν η πρώτη ανεξιχνίαστη επίθεση στο Σέιχ Σου. Τον Μάρτιο του 1957 άγνωστος προσπάθησε να βιάσει καθηγήτρια του Αμερικάνικου Κολεγίου. Τον Οκτώβριο του 1958 σύζυγος στρατιωτικού με τον σοφέρ εραστή της δέχθηκαν επίθεση με πέτρα, το ίδιο και ένα νεαρό ζευγάρι έναν μήνα αργότερα στην ίδια απόμερη δασική περιοχή. Αστυνομικός διευθυντής της Θεσσαλονίκης ήταν ο Νίκος Μουσχουντής, ο οποίος πρώτος είχε εξυφάνει τη θεωρία του «δράκου». Ο Μουσχουντής πέθανε το 1958 από ανακοπή καρδιάς μέσα στο τζιπάκι της αστυνομίας, κάνοντας μετά την υπηρεσία του περιπολίες ο ίδιος στο Σέιχ Σου.

Αν και δεν έχει εμπλοκή στη συνέχεια της ιστορίας, το πορτρέτο του αμφιλεγόμενου και «σκοτεινού» αστυνομικού αποδίδει ιδανικά την εποχή: Διαβόητος αντικομμουνιστής, σκευωρός της υπόθεσης Πόλκ – του Αμερικανού δημοσιογράφου που δολοφονήθηκε το 1948 στη Θεσσαλονίκη – και ταυτόχρονα κουμπάρος του Τσιτσάνη και εραστής του ρεμπέτικου, άνθρωπος της πιάτσας που γνώριζε με το μικρό του όνομα το τελευταίο χαμίνι της πόλης. Ένα βράδυ, γράφει ο Ηλίας Πετρόπουλος, ο Μουσχουντής «κάλεσε στο γραφείο του όλους του χασισέμπορους και πρεζέμπορους και ούτε λίγο ούτε πολύ τους ανακοίνωσε: χασίσι μπορείτε να φέρνετε, αν σας τσακώσω θα σας στείλω φυλακή, όμως όποιον πιάσω με ηρωίνη θα πεθάνει στην υπόγα της Ασφάλειας. Συγχρόνως, ειδοποίησε κάτι Αθηναίους που ανέβαζαν πράμα στη Θεσσαλονίκη: Αν ξαναπατήσετε εδώ πάνω, θα σας κόψω τα αρχίδια». Το μνήμα του βρίσκεται σήμερα στα νεκροταφεία της Ευαγγελίστριας, αριστερά μετά την είσοδο, και στη μαρμάρινη πλάκα δεν αναγράφονται ημερομηνίες γέννησης και θανάτου.

Οι δολοφονίες

Πίσω στην ιστορία του «δράκου», στις 6 Μαρτίου του 1959 σημειώθηκε ένα διπλό έγκλημα στη Μίκρα. Περαστικοί εντόπισαν τα πτώματα του ιλάρχου Κωνσταντίνου Ραΐση, 31 χρονών, που υπηρετούσε στην 20η Μοίρα Τεθωρακισμένων, και της παράνομης ερωμένης του, Ευδοξίας Παλιογιάννη. Διαβάζουμε στην εφημερίδα «Μακεδονία»: «Συνεκλόνισε τη Θεσσαλονίκη το νέον αποτρόπαιον έγκλημα – Περισσότεροι του ενός οι δράσται - Ενώ εψυχορράγει ακόμη η νέα, εβιάζετο υπό των κακούργων, ο δε ίλαρχος επάλαισεν απεγνωσμένα με τους στυγερούς δράστας». Η εμπλοκή δύο δραστών στη δολοφονία θεωρήθηκε δεδομένη τότε από την Αστυνομία και τον ιατροδικαστή. Ως ύποπτοι κλήθηκαν αρχικά φαντάροι από τη Θεσσαλία που είχαν βγει βόλτα στην περιοχή και είχαν δει το ζευγάρι. Στον προφυλακτήρα του αυτοκινήτου του στρατιωτικού βρέθηκε κομμάτι χακί υφάσματος κι επιπλέον στο χέρι του αναπτήρας – δείγμα ότι πιθανόν προσφέρθηκε να ανάψει τσιγάρο σε κάποιον. Οι δύο φαντάροι έπεσαν σε αντιφάσεις, ωστόσο δεν συνελήφθησαν και ο φάκελος φέρεται να έκλεισε εσπευσμένα. 

Η διπλή δολοφονία Ραϊση-Παλιογιάννη στη Μίκρα, εφημερίδα "Μακεδονία", 8 Μαρτίου 1959.

Στις αρχές Απριλίου 1959 αποκαλύφθηκε ακόμη μία στυγερή δολοφονία. Άγνωστος άντρας «24 με 26 χρονών» πήδηξε τη μάντρα του Δημοτικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης και σκότωσε τη ράπτρια Μελπομένης Πατρικίου, που έμενε σε σπιτάκι εντός του περιβόλου. Η υπάλληλος Φανής Τσαμπάζη είχε έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με τον δράστη και αργότερα κατέθεσε: «Με πρόλαβε στο πλατύσκαλο του δωματίου, μ' άρπαξε από το μπράτσο, μ' έβαλε μέσα και με μια σπρωξιά μ' έριξε κάτω. Αστραπιαία, αντελήφθην ότι στο δεξί του χέρι κρατούσε μια μεγάλη πέτρα, έτοιμος να με χτυπήσει. Παρά τη ζάλη μου από το πέσιμο, πρόλαβα, από ένστικτο μάλλον, να χώσω το κεφάλι μου κάτω από ένα κρεβάτι που βρισκόταν δίπλα (…) Κι ενώ εγώ βρισκόμουν σχεδόν αναίσθητη στο δάπεδο, εκείνος μ' ένα άλμα δρασκέλισε τα τέσσερα σκαλιά του δωματίου κι εξαφανίστηκε στο σκοτάδι».

«Ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο;»

Θα περάσουν τέσσερα χρόνια χωρίς καμία πρόοδο στις έρευνες για τις δολοφονίας. Στις 22 Μαΐου 1963 όμως η Θεσσαλονίκη κόχλαζε. Παρακρατικοί υπό το βλέμμα των επικεφαλής της Αστυνομίας επιτέθηκαν και χτύπησαν τον βουλευτή της Αριστεράς, Γρηγόρη Λαμπράκη, μετά το τέλος της ομιλίας του στη διασταύρωση της οδού Ερμού με τη Βενιζέλου. Ο Λαμπράκης υπέκυψε στα τραύματά του πέντε μέρες αργότερα στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ. Το επόμενο διάστημα οι εξελίξεις ήταν καταιγιστικές, καθώς αποκαλύφθηκε η σύνδεση κυβερνητικών και αξιωματικών της Αστυνομίας με το οργανωμένο παρακράτος στη Θεσσαλονίκη. Στο κάδρο μπήκε και το περιβάλλον του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο οποίος με αφορμή την υπόθεση Λαμπράκη φέρεται να αναρωτήθηκε το περίφημο «Ποιος επιτέλους κυβερνά αυτόν τον τόπο». Η πολιτική ζωή ήταν δηλητηριασμένη, καθώς αναδυόταν η άμεση συνάφεια του τότε αστυνομικού κατεστημένου στον Βορρά με μπράβους, ρουφιάνους και λούμπεν παράφρονες που ήταν πρόθυμοι να κάνουν – για ένα χαρτζιλίκι – τη βρώμικη δουλειά. Η ντροπή ήταν τεράστια για την πόλη και την τιμή των διωκτικών αρχών, με αποκορύφωμα, στις αρχές Δεκεμβρίου 1963, την παραπομπή για ηθική αυτουργία στη δολοφονία Λαμπράκη των τότε επικεφαλής της Αστυνομίας στη Θεσσαλονίκη.

Η δολοφονία της Μελπομένης Πατρικίου στο Δημοτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, εφημερίδα "Μακεδονία", 5 Απριλίου 1959.

Ο ιδανικός ένοχος

Σε ένα παράλληλο σύμπαν, λίγα 24ωρα αργότερα, τα ξημερώματα της 7 ης Δεκεμβρίου, ο Αριστείδης Παγκρατίδης του Χαραλάμπους και της Ελένης, 23 ετών, πηδά τη μάντρα του ορφανοτροφείου θηλέων «Μέγας Αλέξανδρος». Μπαίνει στον πρώτο θάλαμο και πλαγιάζει σ' ένα άδειο κρεβάτι. Είναι εμφανώς μεθυσμένος. Η τρόφιμος Δέσποινα Νικολαΐδου ξυπνά τρομαγμένη και τον ρωτά, «Τι θέλεις εδώ»; - «Μη φοβάσαι, θα φύγω», της λέει και απομακρύνεται. Λίγα λεπτά αργότερα, ακούγονται φωνές από τον διπλανό θάλαμο. Η δωδεκάχρονη Αικατερίνη Σούρλα τρέχει με σκισμένο νυχτικό, φωνάζοντας πως ένας άντρας «ήρθε στο κρεβάτι, για να της κάνει κακά πράγματα». Στο μεταξύ, ο Παγκρατίδης έχει πηδήξει τον μαντρότοιχο, πέφτει πάνω σε έναν οδηγό λεωφορείου, όμως ξέφυγε. Θα συλληφθεί λίγες ώρες αργότερα, ενώ κοιμάται στο σπίτι του στην Τούμπα. «Νεαρός ανώμαλος εισέβαλεν εις το ορφανοτροφείο "Μέγας Αλέξανδρος" κρατών λίθον ανά χείρας και αποπειράθη να βιάσει κοιμώμενην ανήλικον τρόφιμον», έγραψε την επομένη ο «Ελληνικός Βορράς». «Δράκος εισήλθε την νύχτα εντός ορφανοτροφείου και επετέθη κατά παιδίσκης – Έδρασε κατά τον αυτόν τρόπο με τον εγκληματίαν του Σέιχ Σου και δεν αποκλείεται να είναι ο ίδιος», έγραψε η «Μακεδονία».

Η σύλληψη του Αριστείδη Παγκρατίδη, εφημερίδα "Μακεδονία", 8 Δεκεμβρίου 1963.

Ο Παγκρατίδης ήταν πάμφτωχος, ορφανός από πατέρα στην ηλικία των πέντε – τον δολοφόνησαν μπροστά στα μάτια του την περίοδο του Εμφυλίου – που αναγκαζόταν να τρώει από τα σκουπίδια κι έτσι τού είχαν κολλήσει το παρατσούκλι «γουρούνα». Στην ηλικία των 12 βιάστηκε από έναν ενήλικο γείτονά του. Έκανε μικροπαρανομίες για να ζήσει, πέρασε από αναμορφωτήριο και εκπορνευόταν «για 20 δραχμές» ή «ένα πιάτο φασολάδα». Δούλευε περιστασιακά στο λιμάνι και στον Γύρο του Θανάτου σε πανηγύρια και λούνα παρκ. Ήταν αγράμματος, φοβητσιάρης και μόνος. 

Ο ψυχίατρος που τον εξέτασε στην Ασφάλεια έγραψε στη διάγνωσή του: «Ψυχοπαθητικό επικίνδυνο άτομο» με «πολλές διαστροφές». Ο Παγκρατίδης δεν ομολόγησε αμέσως, παρά την πείνα, τη δίψα και το κρύο στο κρατητήριο. Μετά την τρίτη ημέρα οι εφημερίδες άρχισαν να αμφιβάλουν, όμως οι αστυνομικοί έπιασαν τις νουθεσίες: «Ομολόγησε και θα τη γλιτώσεις με δύο χρόνια στην Κασσάνδρα», του έλεγαν. Την τέταρτη μέρα ομολόγησε «εντελώς αβιάστως» την επίθεση κατά του ζεύγους στο Σέιχ Σου, τη διπλή δολοφονία στη Μίκρα και τη δολοφονία της ράπτριας στο Νοσοκομείο. Οδηγήθηκε στη φυλακή και λίγο καιρό αργότερα αναίρεσε την ομολογία του. 

Η καταδίκη σε θάνατο του Παγκρατίδη, εφημερίδα "Μακεδονία", 17 Φεβρουαρίου 1968.

Στη δίκη του που ακολούθησε δύο χρόνια αργότερα φέρεται να παραλήφθηκαν σοβαρά στοιχεία. Μάρτυρες κατηγορίας υπέπεσαν σε αντιφάσεις, δεν έγινε ποτέ αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων, κηλίδων αίματος, ίχνη παπουτσιών και άλλων κρίσιμων στοιχείων από τις σκηνές των δολοφονιών. Με σχεδόν συνοπτικές διαδικασίες, ο Αριστείδης Παγκρατίδης καταδικάστηκε σε ποινή «τετράκις εις θάνατον». Η πόλη ξεφύσηξε με ανακούφιση.

«Οι νόμοι της πολιτείας εξετελούντο»

Έμεινε για περίπου δύο χρόνια στη φυλακή του Γεντί Κουλέ κι ενώ στο μεταξύ είχε επιβληθεί δικτατορία. Στις 16 Φεβρουαρίου 1968, πριν χαράξει, μετακινήθηκε από το κελί του στην απομόνωση. Ο ιερέας των φυλακών τον επισκέφθηκε και μετέλαβε. Το μόνο που εξομολογήθηκε ήταν πως ήταν αθώος. Στις 6.15 επιβιβάστηκε σε ένα περιπολικό, το οποίο ακολουθούσαν τα αυτοκίνητα που μετέφεραν τον γραμματέα της Εισαγγελίας και τον εκπρόσωπο του Δήμου. Η μακάβρια πομπή κατευθύνθηκε στο δάσος του Σέιχ Σου, στο μέρος που συνδέθηκε με το όνομά του. Σε ένα πλάτωμα είχαν ήδη φθάσει με ένα στρατιωτικό «Τζέιμς» οι δώδεκα άντρες του εκτελεστικού αποσπάσματος. «Έβλεπες μέσα από τα σύννεφα της ομίχλης τις σιλουέτες να κινούνται νευρικά και να συζητούν χαμηλόφωνα. Από το ύψωμα εκείνο τα φώτα της πόλης, που μόλις άρχιζε να ξυπνάη, τρεμόσβηναν. Η ζωή και η κίνηση άρχιζαν με την καινούρια μέρα, ενώ συγχρόνως, εκεί ψηλά, ένας άνθρωπος ήταν έτοιμος να πληρώση με τη ζωή του τη ζωή άλλων συνανθρώπων του. Οι νόμοι της πολιτείας εξετελούντο», έγραψε η «Μακεδονία».

Ο Αριστείδης Παγκρατίδης την ημέρα της καταδίκης του σε "τετράκις εις θάνατον", το 1966.

Ο Παγκρατίδης κατέβηκε από το περιπολικό. Φορούσε ένα σκούρο παντελόνι και μαύρο πέτσινο μπουφάν, ενώ πίσω στην πλάτη του είχε βγει προς το έξω το ανοιχτόχρωμο πουκάμισό του. Τον πλησίασε ο γραμματέας της Εισαγγελίας που του διάβασε κρατώντας φακό την καταδικαστική απόφαση. «Πάντως, είμαι αθώος. Ίσως μια μέρα πιαστεί ο ένοχος και τότε…» ψέλλισε. Ύστερα γύρισε το βλέμμα προς το εκτελεστικό απόσπασμα, στα έξι μέτρα. «Παιδιά, σας παρακαλώ να με σκοπεύσετε καλά, να μη τυραννιστώ», είπε. Ένας αστυνομικός πλησίασε τον Παγκρατίδη και τον ρώτησε αν ήθελε να του δέσουν τα πόδια και τα μάτια. «Μόνο τα μάτια μου», είπε. Λίγο πριν ακουστεί το παράγγελμα «πυρ», στις 7:06 ακριβώς, αναφώνησε: «Μανούλα μου, είμαι αθώος».

Περισσότερα από το VICE

Ο Παναγιώτης Κάνει τα Πάντα στα Άκρα - Αυτήν την Εποχή Σώζει Κακοποιημένους Σκύλους

Τι Σημαίνει να είσαι Agender και Νon Βinary Άτομο στην Ελλάδα του 2017;

«Ο Πατέρας μου Ήταν Τρυφερός στο Σπίτι και Στυγνός Εγκληματίας έξω» - Συναντήσαμε τον Γιο του Pablo Escobar στην Αθήνα

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Περισσότερα από το VICE
Vice Channels