Διασκέδαση

Όταν οι Τελευταίοι Πελάτες του Μπαρ Δεν Νιώθουν, Μπορεί να Γίνεις Κάφρος

Πέντε ιστορίες μεταμεσονύκτιας εργασιακής απελπισίας.

Κείμενο Γιάννης Παναγιωτόπουλος
04 Μάρτιος 2016, 9:52am

Φωτογραφία: Pixabay

Σε όλους έχει τύχει να περνάμε καλά σε ένα μπαρ, ειδικά καθημερινές, και να χάνουμε την αίσθηση του χρόνου. Κι εκεί που το μπαρ ήταν γεμάτο, γυρίζεις το κεφάλι και βλέπεις όχι μόνο άδεια σταντ και σκαμπό αλλά και τους εργαζόμενους να σου χαμογελούν με ένα ύφος «θέλω να ξεκουμπιστείς γιατί δουλεύω από τις 6 το απόγευμα, έχει πάει 4 το πρωί και θέλω να πάω σπίτι μου. Άσε που έχεις να παραγγείλεις από τις 2... Αλλά ακόμα διατηρώ την ψυχραιμία μου. Έχεις 5 λεπτά για να ζητήσεις τον λογαριασμό». Εκείνη τη στιγμή πρέπει να φιλοτιμηθείς, να κάνεις τη χαρακτηριστική κίνηση «ζητάω λογαριασμό» και να προτείνεις στους φίλους σου να συνεχίσετε κάπου αλλού την κουβέντα, γιατί όντως και οι εργαζόμενοι σε μπαρ... έχουν ψυχή.

Έλα όμως που δεν το κάνουν όλοι αυτό. Αντιθέτως, ορισμένοι πελάτες αδιαφορούν για το απελπισμένο/οργισμένο χαμόγελο του σερβιτόρου και συνεχίζουν να παρλάρουν σαν να βρίσκονται στο πάρκο της γειτονιάς ή το σαλόνι τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις, bartenders, σερβιτόροι/ες και djs μπορεί να χάσουν τους καλούς τους τρόπους και να γίνουν... κάφροι. Πέντε εργαζόμενοι μας λένε τη δική τους ιστορία ακραίας συμπεριφοράς προς πελάτες που δεν έπαιρναν με τίποτα το μήνυμα πως έπρεπε να φύγουν.

treles-istories-apo-ellinika-bar-body-image-1457086053-size_1000

Φωτογραφία της Natasha Bright για το άρθρο του VICE Meeting Nottingham's Drunk, Dedicated Darts Fans

Τάκης, DJ: Κλειδώσαμε τη γειτόνισσα

Ήταν ξημερώματα Πρωτοχρονιάς, πάνε χρόνια. Η βραδιά είχε πάει τέλεια, πελάτες και προσωπικό είχαμε υποδεχτεί το νέο έτος με πολύ ποτό και χορό, τα «είχαμε σπάσει». Η ώρα είχε πάει 10 το πρωί, ο ήλιος ντάλα, γιαγιάδες και παππούδες περνούσαν απ' έξω για να πάνε στην εκκλησία. Είχα ήδη χαμηλώσει μουσική. Στο μαγαζί είχαν μείνει καμιά 10αριά άτομα, οι περισσότεροι φίλοι του προσωπικού.

Τότε μπαίνει στο μπαρ η Κατερίνα, η γειτόνισσα, συμπαθητική τύπισσα, την ξέραμε όλοι. Ήταν εμφανώς πολύ μεθυσμένη και σχεδόν παραπατούσε πάνω στις γόβες της. Κάθεται στο μπαρ, παραγγέλνει ποτό. «Κλείνουμε, αλλά σε σένα γειτόνισσα δεν χαλάω χατίρι, τέτοια μέρα», της λέει ο Δημήτρης, υπεύθυνος και μπάρμαν, ενώ τη σέρβιρε.

Για τα επόμενα 45 λεπτά κι ενώ εμείς μαζεύαμε και λέγαμε «καλή χρονιά» στους τελευταίους πελάτες και φίλους, εκείνη κοιτούσε με θολό μάτι το ποτήρι με το ουίσκι, έπινε πολύ μικρές γουλιές κάθε 5 με 10 λεπτά και χαμογελούσε, μια σε μένα, μια στον Δημήτρη, μια στη σερβιτόρα.

Είχαμε τελειώσει όλες τις δουλειές και είχε έρθει η ώρα να πάμε σπίτια μας. «Έλα, Κατερίνα, έλα», της λέει ο Δημήτρης, «Φεύγουμε». «Κάτσε να πιω το ποτό μου», του λέει με νάζι. «Απ' ό,τι βλέπω, έχεις πιει αρκετά όλο το βράδυ, ασ' το αυτό. Είναι κερασμένο από εμάς. Πήγαινε σπίτι σου. Ευτυχώς μένεις κοντά». «Δεν πάω πουθενά», του απαντάει προκλητικά εκείνη. Η σχετική στιχομυθία συνεχίστηκε για 10 λεπτά ακόμα, με τους τόνους να ανεβαίνουν.

Κάποια στιγμή, ο Δημήτρης προσπάθησε να την κουνήσει ευγενικά από το σκαμπό και να την πάει προς την έξοδο, κρατώντας το παλτό και την τσάντα της. «Θα φύγω μόνο αν έρθεις κι εσύ μαζί μου», άρχισε να του λέει η Κατερίνα. «Εγώ θα πάω σπίτι μου κι εσύ στο δικό σου», της απαντούσε ο υπεύθυνος, που είχε γυναίκα και παιδί και φυσικά καμία όρεξη να περάσει το πρωινό της Πρωτοχρονιάς στο κρεβάτι της... ημι-λιπόθυμης Κατερίνας. Εμείς κοιτούσαμε κατακουρασμένοι, αλλά και με μεγάλη περιέργεια να δούμε πώς θα την ξεφορτωνόταν τελικά.

treles-istories-apo-ellinika-bar-body-image-1457101679-size_1000

Η φωτογραφία δεν έχει καμία σχέση με ενοχλητικούς πελάτες στα μπαρ, αλλά είναι από το άρθρο του VICE Πού Διασκεδάζουν Όσοι Πάνε για Ύπνο στις Εννέα το Πρωί; (Φωτογραφία: Ιωάννα Χρονοπούλου)

«Πάμε, παιδιά, θα την αφήσουμε εδώ», λέει ο Δημήτρης. «Κάτσε, ρε Μήτσο, πώς θα την αφήσουμε εδώ; Θα αφήσουμε ανοιχτό το μαγαζί; Η Ειρήνη θα ανοίξει στις 4 το απόγευμα», του λέει η Μαίρη, η σερβιτόρα. «Όχι, θα την κλείσουμε μέσα», απαντάει ο υπεύθυνος και μένουμε όλοι αποσβολωμένοι. «Πλάκα κάνεις», αντιδρά η Μαίρη. Ο Μήτσος της κλείνει το μάτι, χωρίς φυσικά να το αντιληφθεί η μεθυσμένη Κατερίνα, που μία φώναζε «αφήστε με να πιω το ποτό μου» και μία χαμογελούσε πονηρά στον Μήτσο.

Βγαίνουμε όλοι έξω, φορώντας γυαλιά ηλίου. Η Κατερίνα καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά. Ο Μήτσος κάνει μια τελευταία προσπάθεια. «Έλα εδώ, πάρε τα πράγματά σου κι έλα έξω μαζί μας». «Έλα εσύ εδώ», του απαντάει, επιστρατεύοντας ένα περίπου... λάγνο αλλά μάλλον αστείο βλέμμα. «ΟΚ, όπως θες», μουγκρίζει ο Μήτσος και κλείνει απότομα την πόρτα του μαγαζιού. Βγάζει τα κλειδιά από την τσέπη του τζιν και κλειδώνει. «Πάμε, παιδιά, αφήστε τη να πιει όλο το μπαρ», μας λέει νευριασμένος.

Όπως ήταν φυσικό, η μεθυσμένη Κατερίνα παθαίνει πανικό. Τη βλέπουμε μέσα από το τζάμι να παίρνει βιαστικά την τσάντα της, το παλτό σερνόταν στο πάτωμα που ήταν γεμάτο χυμένο αλκοόλ γόπες, φτάνει στην πόρτα κι αρχίζει να τη χτυπάει. «Ανοίξτε μου, ανοίξτε μου. Θα με κλείσετε εδώ μέσα; Είστε σοβαροί;» φώναζε. Οι περαστικοί κοιτούσαν με έκπληξη αλλά και απέχθεια του τύπου «νυχτόβιοι... τι περιμένεις;»

Ο Μήτσος ξεκλείδωσε την πόρτα, εκείνη βγήκε έξω και άρχισε να τον χτυπάει στους ώμους και τα χέρια. «Κατερίνα, σύνελθε», της λέγαμε όλοι. Τίποτα. Της «τα είχαν σκάσει» άσχημα το αλκοόλ και η άρνηση του Μήτσου στα ερωτικά καλέσματα. Με τα πολλά, την πήγαμε σπίτι της όλοι μαζί. Βρήκαμε τα κλειδιά στην τσάντα της, ανοίξαμε, της δώσαμε να πιει νερό και τη βάλαμε να ξαπλώσει. Η οργή της είχε μετατραπεί σταδιακά σε παραμιλητό. «Αφήστε με να πιω το ποτάκι μου», έλεγε ενώ μισοκοιμόταν. Η ώρα είχε πάει 11μιση. Είχα 4 ωρίτσες ύπνου μόνο, αν ήθελα να προλάβω κάνα παϊδάκι από το οικογενειακό τραπέζι.

treles-istories-apo-ellinika-bar-body-image-1457086135

Φωτογραφία του Giorgi Nebieridze για το άρθρο του VICE Everyone, Everywhere in Tbilisi Is Drunk As Fuck All the Time

Γιάννης, σερβιτόρος: Η fake λιποθυμία

Πρέπει να ήταν το 2008. Σπούδαζα στη Λισαβόνα και να για να βγάλω τα έξοδά μου δούλευα σερβιτόρος σε ένα «τουριστάδικο». Δεν πήγαινε αργά, κλείναμε γύρω στα μεσάνυχτα, αλλά δουλεύαμε τόσο πολύ μέσα στην ημέρα που κατά τις 11 ήμασταν ήδη ψόφιοι. Το μαγαζί είχε πολύ κόσμο και το αφεντικό μάς είχε πει να διώχνουμε τους τελευταίους πελάτες, αν περνάει η ώρα και δεν φεύγουν. Εκείνος εξάλλου έφευγε από νωρίς.

Ένα βράδυ είχε μείνει μια παρέα μέχρι τις 00.30. Δυο αγόρια και μια κοπέλα, γύρω στα 25. Δεν ήταν μεθυσμένοι, αλλά μάλλον είχαν ξεχαστεί από την κουβέντα και δεν είχαν δει πως το μαγαζί είχε αδειάσει. Πήγα να πληρωθώ. Πλήρωσαν σχεδόν χωρίς να με κοιτάξουν στα μάτια. Ήταν εντελώς απορροφημένοι από τη συζήτηση.

Όλοι οι εργαζόμενοι ήμασταν κουρασμένοι. Είχαμε πιει και τα ποτάκια μας και μας είχε πιάσει η μαλακία. Συζητούσαμε πώς να τους διώξουμε. Ο καθένας έλεγε το μακρύ του και το κοντό του. «Να ανάψουμε τα φώτα», είπε ο μπάρμαν, αλλά οι υπόλοιποι τον γιουχάραμε. «Ξενέρωτος», του είπε μια συνάδελφος στα πορτογαλικά. «Να πάμε να σκουπίζουμε κάτω από τα πόδια τους», είπε κάποιος άλλος. Έφαγε κι αυτός γιούχα. Τότε λέω εγώ: «Φαντάζεστε να κάνει κάποιος από εμάς ότι λιποθυμάει κι οι άλλοι να φωνάζουν "ένα γιατρό, ένα γιατρό";»

Τι το 'θελα και το 'πα. Δεν το πολυ-εννοούσα αλλά μου βγήκε. Άστραψαν τα μάτια όλων. «Καν' το, Yannis, κάν' το», άρχισαν να μου λένε. «Όπα, καφρίλα, για πλάκα το είπα», τους είπα εγώ σε θέση άμυνας. Η αντίδρασή τους, όπως καταλαβαίνεις, ήταν να με λένε «κότα» και να μου υπενθυμίζουν πως έχουμε το ελεύθερο από το αφεντικό να διώχνουμε όσους μένουν αργά.

Σχεδόν δεν είχα επιλογή. Εγώ το είχα προτείνει. Μπορεί κιόλας κατά βάθος να ήθελα να το κάνω. Παίρνω ένα δίσκο, και καλά για να μαζέψω ποτήρια, πλησιάζω το τραπέζι της παρέας και κάνω ότι λιποθυμάω. Πέφτω κάτω, αλλά όχι αρκετά άτσαλα, και κλείνω τα μάτια. Τρόμαξαν ελάχιστα. Η υποκριτική μου ικανότητα ήταν τόσο ανύπαρκτη που δεν είχα καταφέρει να τρομάξω ούτε τους απορροφημένους από τη συζήτηση πελάτες. Απλώς κοιτάχτηκαν μεταξύ τους σε φάση «ΟΚ... θα μπορούσατε να μας ζητήσετε να φύγουμε», πήραν τα πράγματά τους και σηκώθηκαν.

Εγώ έμεινα κάτω γιατί δεν είχα μούρη να τους αντικρύσω. Κάποιος συνάδελφος είχε κάνει κίνηση και καλά να με βοηθήσει, αλλά μόλις κατάλαβε πως οι πελάτες «δεν είχαν τσιμπήσει», έμεινε με τους άλλους να χασκογελάνε. Μόλις η παρέα βγήκε από το μαγαζί, σηκώθηκα κι άρχισα να γελάω μαζί τους. Η δουλειά είχε γίνει, έστω κι αν είχα ξεφτιλιστεί λίγο.

treles-istories-apo-ellinika-bar-body-image-1457086213-size_1000

Φωτογραφία της Sarah Elizabeth Meyler για το άρθρο του VICE St Patrick's Day in Dublin Was Hell On Earth

Δήμητρα, μπαργούμαν: Τα ινδιάνικα

Πολλά καλοκαίρια πίσω, δούλευα σε ένα επαρχιακό μπαρ στην Πελοπόννησο. Το μαγαζί ήταν αρκετά low budget κι οι ιδιοκτήτες δεν είχαν επενδύσει σε εξοπλισμό επαγγελματικού ήχου, ούτε ήταν διατεθειμένοι να πληρώνουν dj. Ένας οικιακός ενισχυτής, δύο μικρά ηχεία κι ένα dvd player των 30 ευρώ έπαιζαν συλλογές από το πρωί μέχρι το... άλλο πρωί.

Νωρίς, μέχρι τις 2 τη νύχτα χοντρικά, έβαζα να παίζουν δικά μου cd σε ύφος acid jazz, funk και downtempo. Μετά, γινόταν μετάβαση σε ελληνικά με 5-10 κομμάτια έντεχνο και συνήθως καταλήγαμε σε κάποια «μιξαρισμένα» με επιτυχίες από τις μεγάλες πίστες της εποχής για να ικανοποιηθεί όλη η γκάμα των πελατών και να γίνει η αντίστοιχη κατανάλωση.

Τις περισσότερες φορές όταν ξημέρωνε, οι πελάτες αποθαρρύνονταν από το φυσικό φως και αποχωρούσαν, ενώ εμείς διακριτικά μαζεύαμε ποτήρια και αλλάζαμε τον Γονίδη με την Αρβανιτάκη. Όλοι καταλάβαιναν ότι η βραδιά έληγε, έλεγαν «καλή ξεκούραση» και πήγαιναν σπίτια τους.

Μια φορά όμως το πράγμα είχε ξεφύγει. Η τελευταία παρέα στο μπαρ δεν έπαιρνε το μήνυμα με τίποτα. Τι τους σήκωνα τα ποτήρια για να καθαρίσω, τι πληρώθηκα για να κλείσω ταμείο, τι χαμηλώσαμε τη μουσική, τίποτα. Το αφεντικό έδιωξε τον σερβιτόρο αφού τα τραπέζια είχαν αδειάσει και μου είπε να βάλω ένα από τα cd με τα έντεχνα. Όταν ο Πλούταρχος σώπασε και μπήκαν οι πρώτες νότες των Κατσιμιχαίων, ακούγεται μια φωνή από την άκρη του μπαρ: «Γιατί μας τη χαλάς τώρα;» Το αφεντικό αποφασίζει να τους δώσει ένα περιθώριο: «Δημητρούλα, βάλε πάλι αυτό που έπαιζε, άσ' τους λίγο ακόμα», μου είπε χαμηλόφωνα.

Ο Πλούταρχος επιστρέφει. Περνάει ακόμα μισή ώρα. Ο ήλιος είχε ανέβει και νιώθαμε να μας καίει, σαν να ήμασταν βρικόλακες. Η παρέα απτόητη, μιλούσαν και χασκογελούσαν σαν η ώρα να ήταν 3. Τότε το αφεντικό μου λέει: «Δεν πάει άλλο. Άνοιξε το κάτω συρτάρι. Έχει ένα δισκάκι που αγόρασα πριν από μερικούς μήνες στην Ερμού, από τους Ινδιάνους που παίζουν στην Καπνικαρέα. Τους έχεις δει;» Εγώ παθαίνω σοκ. Φυσικά και τους είχα δει, περνούσα κάθε μέρα από εκεί για να πάω στη σχολή μου. Ένα συγκρότημα Ινδιάνων, τουλάχιστον έτσι έμοιαζαν, που έπαιζαν ινδιάνικη μουσική και την πουλούσαν ηχογραφημένη σε cd, για 7 ευρώ.

Τα συναισθήματα, ανάμεικτα. Ήταν σίγουρο πως με τους «Ινδιάνους» η παρέα θα έφευγε, αλλά πώς θα έφευγε; Με βρισίδια και καβγά; Δεν ήμουν σίγουρη αν προτιμούσα να μείνω μία ώρα ακόμα χωρίς εντάσεις ή να φύγω σε ένα τέταρτο αφού πρώτα είχα τσακωθεί. Το αφεντικό μου λέει: «Μην το πολυσκέφτεσαι, βάλ' το».

Ο νταλκάς του Καρρά δίνει τη θέση του στο όργανο της βροχής. Ξέρεις, αυτό το μακρόστενο που βγάζει έναν νανουριστικό, εξωτικό ήχο όταν το κουνάς δεξιά-αριστερά. «Φσςςς... φσςς». Ακούγεται κι ο πρώτος Ινδιάνος με τα περίεργα φωνητικά. Μάλλον καλούσε τη φυλή του να ανάψουν φωτιά για να ψήσουν τα κυνήγια της ημέρας. Οι πελάτες σηκώνουν τα μεθυσμένα τους κεφάλια, κοιτιούνται μεταξύ τους κι αρχίζουν να μαζεύουν βαριεστημένα πορτοφόλια, κινητά και τσάντες. Έφυγαν χωρίς να πουν κουβέντα. Ουφ.

treles-istories-apo-ellinika-bar-body-image-1457086288

Φωτογραφία της Jess Cole για το άρθρο του VICE How to Tell If You're an Embarrassing Drunk

Αγγελική, σερβιτόρα: Η ψηλομύτα πελάτισσα και η «σωστή» υπεύθυνη

Δούλευα σέρβις 2-3 φορές την εβδομάδα για να έχω χρήματα να τελειώσω το διδακτορικό μου στο Παρίσι. Το μαγαζί είχε ωράριο: κλείναμε 2 τις καθημερινές, 3 τα Παρασκευοσάββατα. Ανάβαμε τα φώτα, σκουπίζαμε και οι πελάτες έφευγαν. Κάποιες φορές με την ευγενική παρέμβαση των συμπαθέστατων, τεράστιων παιδιών από την Ακτή Ελεφαντοστού που δούλευαν «πόρτα». «A demain», έλεγαν τα παιδιά στους πελάτες κι εκείνοι έφευγαν. Ορισμένοι μάλιστα, όντως έρχονταν και την επομένη.

Μια βραδιά, όμως, ήταν μια παρέα που δεν καταλάβαινε τίποτα. Ούτε από αναμμένα φώτα ούτε από ανυπαρξία μουσικής ούτε από τα «à demain» του πορτιέρη. Ήταν δυο τύπισσες κι ένας τύπος. Καλοντυμένοι, είχαν έρθει από το γραφείο κατευθείαν για ποτά και τους «είχε πάρει η μπάλα». Ήταν ψιλομεθυσμένοι αλλά όχι αρκετά, μιλούσαν για κάτι που είχε γίνει στη δουλειά, «θάβοντας» συναδέλφους τους, απ' ό,τι πήρε τ' αυτί μου.

Πήγα με τη σκούπα και σκούπιζα κάτω από τα πόδια τους. Τα σήκωναν αλλά με κοιτούσαν με ένα ύφος «καλά, δεν μπορείς να περιμένεις να φύγουμε;» Όλοι οι εργαζόμενοι είχαμε αρχίσει να νευριάζουμε. Όχι μόνο δεν έφευγαν αλλά αυτή η υπεροπτική συμπεριφορά μας είχε τσαντίσει απίστευτα.

Πιο πολύ είχε νευριάσει η Μόργκαν, η υπεύθυνη. Γαλλο-γερμανίδα, λεσβία, γεμάτη τατού, καλή με τους καλούς, κακή με τους κακούς. Περνούσε από μπροστά μου κι έβριζε μέσα από τα χείλη της, ενώ παράλληλα έκανε τις δουλειές του κλεισίματος. Τα παιδιά από την πόρτα τη ρωτούσαν τι να κάνουν. «Αφήστε, θα κανονίσω εγώ», τους λέει σε κάποια φάση. «Αγγελική, πήγαινε πάρε τα ποτά τους». «Μα δεν τα έχουν πιει», της λέω. «Δεν πειράζει». «Να τους δώσω πλαστικά ποτήρια να τα ρίξουν μέσα;» πρότεινα. «Όχι, απλώς πήγαινε και πάρε τα ποτήρια».

Από τη μία μου άρεσε η δυναμική αντιμετώπιση της Μόργκαν, από την άλλη ένιωθα άσχημα να πάω να τους πάρω τα ποτήρια από τα χέρια. «Θα το κάνω», λέω από μέσα μου και πάω στο τραπέζι τους. Παίρνω τα ποτήρια και τα βάζω στον δίσκο. Οι τύπισσες με κοιτάνε σαν να μην πιστεύουν στα μάτια τους ενώ ο τύπος, πιο μεθυσμένος από αυτές, χασκογελούσε με το σκηνικό. «Τι κάνεις εκεί;» μου λέει η μία στον ενικό, πράγμα ασυνήθιστο για Γάλλους. «Δυστυχώς πρέπει να μαζέψω γιατί έχουμε κλείσει εδώ και πολλή ώρα», απαντάω επιστρατεύοντας όλη την ψυχραιμία μου. «Είσαι σερβιτόρα, είμαι η πελάτισσα. Αφού πληρώνω, θέλω να τελειώσω το ποτό μου», ανταπαντάει σηκώνοντας τον τόνο της φωνής της.

Ήμουν έτοιμη να της χώσω σφαλιάρα, αλλά εκείνη την ώρα άκουσα τη φωνή της Μόργκαν. Έρχεται εκεί και της λέει στον ενικό: «Σήκω φύγε τώρα». «Πώς μου μιλάτε έτσι;» αντέδρασε η ψηλομύτα με το ταγέρ, επιστρέφοντας υποκριτικά στην αστική ευγένεια. «Α ναι; Τώρα μιλάς σε μένα στον πληθυντικό ενώ πριν πρόσβαλες τη σερβιτόρα. Εγώ δεν επιτρέπω να φέρονται έτσι στους συνεργάτες μου. Τα τελευταία ποτά κερασμένα. Φύγετε. Φύγετε».

Πήραν άρον-άρον τα πράγματά τους κι έφυγαν. Μπορεί να χάσαμε τρεις πελάτες και μάλιστα καλούς, αλλά η Μόργκαν με είχε υπερασπιστεί. Πήγαμε όλοι κοντά της και της είπαμε «μπράβο». Εγώ της είπα ένα μεγάλο «ευχαριστώ» γιατί αν είχα ρίξει τη σφαλιάρα στην τύπισσα με το ταγέρ, ποιος ξέρει σε ποιο τμήμα θα περνούσα τη νύχτα.

Νίκος, μπάρμαν: Δεν έχουμε νερό

«Μπίρα, σαμπούκα, σπράιτ-γρεναδίνη»: ήταν ο εφιάλτης όλων των εργαζομένων στο μπαρ που δούλευα στα φοιτητικά μου χρόνια. Ήταν μια παρέα τριών ατόμων, δυο κορίτσια, ένα αγόρι. Ήσυχοι, σχεδόν αθόρυβοι. Εκνευριστικά ήσυχοι. Έρχονταν πάντα καθημερινές κατά τις 11μιση και έμεναν μέχρι τις 2μιση σίγουρα. Ακόμα κι αν από τη 1 ήταν μόνοι τους. Με το που τους βλέπαμε στην πόρτα, ένα «ωχ» έβγαινε αυθόρμητα.

Δεν τους πτοούσε τίποτα. Άδειο μαγαζί. Τόσο άδειο κάποιες μέρες, που το κρατούσε μόνο ένα άτομο, μπαρ-σέρβις. Και τότε, χωρίς ίντερνετ στο κινητό, οι ώρες της αναμονής μέχρι να φύγουν οι «μπίρα, σαμπούκα, σπράιτ-γρεναδίνη» ήταν ατέλειωτες. Με έβλεπαν να πλήττω, να καθαρίζω τα βαζάκια για τα ρεσό, να ξεσκονίζω, αλλά τίποτα. Εκείνοι «έγλειφαν» τα ποτήρια, μιλούσαν περί ανέμων και υδάτων, κάπνιζαν σα φουγάρα και κοιτούσαν τους τοίχους. Αν είχαν παραγγείλει «δεύτερο» δύο φορές, ήταν ζήτημα. «Μπίρα, σαμπούκα, σπράιτ-γρεναδίνη», τρία άτομα για τουλάχιστον τρεις ώρες.

Μια βραδιά, το πράγμα παράγινε. Ήταν Τρίτη κι η ώρα είχε πάει 4 παρά τέταρτο, ενώ ήταν οι μόνοι πελάτες τις τελευταίες δύο ώρες, χωρίς να παραγγείλουν «δεύτερα». Τα «είχα δει όλα». Είχα και ξύπνημα το πρωί, για να πάω σε δύσκολο μάθημα.

Κάποια στιγμή ο τύπος έρχεται να ζητήσει νερό. Περίμενα ένα πρόλογο του τύπου «συγγνώμη που σε κρατάμε». Αλλά όχι. «Μου βάζεις ένα νεράκι;» μου λέει σαν να μην τρέχει τίποτα. «Δεν έχουμε», του λέω. Με κοιτάει σαν αποχαυνωμένος. «Νερό;» ψελλίζει. «Ναι, δεν έχουμε νερό», του λέω σε έντονο ύφος και του γυρίζω την πλάτη.

Ο τύπος σάστισε. Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Επέστρεψε στο τραπέζι, είπε στις φίλες του τι έγινε. «Να πληρώσουμε;» μου κάνουν. Ανακούφιση. «Ήμουν αγενής αλλά πέτυχε», σκέφτηκα. Πλήρωσαν κι έφυγαν.

Ξανάρθαν μετά από δύο περίπου εβδομάδες, μια Τετάρτη. Με το που τους είδα ένιωσα αμήχανα. «Καλησπέρα», μου λέει η μια κοπέλα και παραγγέλνει: «Μπίρα, σαμπούκα, σπράιτ-γρεναδίνη».

Περισσότερα από το VICE

Surf στο «Μπαλί» της Ελλάδας και Κουβέντα με τους Δαμαστές των Κυμάτων

Τρώγοντας με Ένα Ευρώ στο Κέντρο της Αθήνας θα Παχύνεις Περισσότερο από όσο Νομίζεις

Οι πιο Σέξι Δουλειές Σύμφωνα με το Tinder

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Tagged:
Culture
dj
Entertainment
Vice Blog
Ελλάδα
ποτό
Διασκέδαση
μπαρ
νύχτα
υπάλληλοι
πελάτες
μπάρμαν
σερβιτόρος