Food

Tι Γεύση Έχει το Πραγματικό Street Food της Αθήνας;

Κάναμε μια βόλτα στα στέκια που το φαγητό δρόμου παραμένει ακόμα γρήγορο, φθηνό και «διεφθαρμένα» νόστιμο.

Κείμενο Αντώνης Ντινιακός
06 Απρίλιος 2015, 12:00am

Φωτογραφίες: Αλεξία Τσαγκάρη

Θεωρητικά, το «φαγητό δρόμου» διέπεται από τρεις βασικές «αρχές»: Είναι γρήγορο, φθηνό και με έναν «έκλυτο» τρόπο, διεφθαρμένα «νόστιμο». Στην Ελλάδα, βέβαια, αυτά τα χαρακτηριστικά έχουν «εξευγενιστεί» τα τελευταία χρόνια, δημιουργώντας μια εξόχως «εξημερωμένη» πραγματικότητα στις καντίνες και τα ταχυφαγεία της Αθήνας.

Αίφνης το street food απογυμνωμένο από την πρωτόγονη δύναμή του, σταμάτησε να εκφράζει την αντικουλτούρα του δρόμου -εμπλούτισε ελιτίστικα τους καταλόγους με μπόλικα υλικά, φούσκωσε τα πορτοφόλια των επιχειρηματιών, ταξίδεψε τους καταναλωτές σε κάθε γωνιά της γης, μα στο τέλος της μέρας ξέμεινε από «αρχές».

Ο μάγειρας του Paks στην οδό Μενάνδρου.

Τα χοτντογκάδικα των 0,70 ευρώ που ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια σε κάθε γωνιά της πόλης, είναι φθηνά μα κάθε άλλο παρά «εύγεστα» μπορούν να χαρακτηριστούν, το εθνικό φαγητό της χώρας, το σουβλάκι, τυλίγεται μεν με λογιών, λογιών ευφάνταστα υλικά [μέχρι και μαύρο τζατζίκι βάζουν στις μεταμοντέρνες σουβλακερί], αλλά στοίχιζει μια μικρή περιουσία [2,00-3,00 ευρώ το πιτόγυρο], οι πίτσες και τα burger κοστολογούνται αναίτια με έξι, εφτά ακόμα και οκτώ ευρώ -πλην λιγοστών εξαιρέσεων. Πού χάθηκε το αυθεντικό street food της πόλης; Εκείνο το φθηνό πιάτο που αρκούν τρία λεπτά για να σερβιριστεί και απολαμβάνεις ένοχα τη «βρώμικη» νοστιμάδα του, τρώγοντάς το πρόχειρα στο πόδι;

Κατεβαίνω μια βόλτα στο κέντρο. Ξεκινώ από τη Μενάνδρου. Το Paks είναι ένα συνοικιακό μαγαζάκι που ίσα, ίσα χωράει δυο, τρία άτομα μέσα. Ιδιοκτήτης είναι ο Νασίμ από το Πακιστάν. Ήρθε στην Ελλάδα πριν από 11 χρόνια -ήταν μάγειρας στη χώρα του. Το μαγαζί του σερβίρει αποκλειστικά μπιφτέκια και κοτόπουλο. Τα πασπαλίζει με αλεύρι ώστε να δημιουργηθεί μια κρούστα, έπειτα βάζει εφτά με οκτώ μπαχάρια από κύμινο ως πράσινο πιπέρι και έπειτα τα ρίχνει στο τηγάνι. Απλά πράγματα. Σερβίρει το πιάτο με πίτα, σαλάτα και τσάκνι, μια λευκή καυτερή σάλτσα. Το αναψυκτικό είναι δώρο. Τα μπιφτέκια κοστίζουν 2 ευρώ, το κοτόπουλο 2,5. Τον ρωτώ για την πελατεία. «Έρχονται Πακιστανοί, Έλληνες, Ιρανοί, Αφγανοί, Αφρικανοί. Οι Έλληνες μου λένε ότι τους αρέσει η συνταγή μου γιατί είναι καυτερή». Τρώω στα όρθια δίπλα στο Μουσταφά από τη Σομαλία. Πελάτης χρόνια στο μαγαζί. «Παλαιότερα είχε περισσότερο κόσμο, έκαναν ουρά και έτρωγαν στο δρόμο με τα πιάτα στα χέρια. Τώρα έχει αλλάξει η Μενάνδρου», με ενημερώνει. «Έχει φύγει ο κόσμος από εδώ, η αστυνομία κυνηγά τους πάντες».

Στο στέκι των Αλγερινών στην οδό Βίκτωρος Ουγκώ.

Φωτογραφίες: Αλεξία Τσαγκάρη

Κατηφορίζω στη Βίκτωρος Ουγκώ, πίσω από τη Λένορμαν. Είναι το στέκι των Αλγερινών -ένας μικρός και κομματάκι ζόρικος χώρος με μεγάλα χαλιά, καναπέδες και πολύχρωμα ριχτάρια. Μέσα δουλεύει η Καρίμα και ο Ισμαήλ. Η Καρίμα είναι από το Μαρόκο, ο Ισμαήλ Αλγερινός. Όπως και σχεδόν όλη πελατεία -εκτός από εμένα, απ' όσο ξέρω. Στην κουζίνα υπάρχουν δυο γκαζάκια με δυο μικρά τηγάνια. Εκεί γίνεται όλη η δουλειά. Το μενού σερβίρει από γαρίδες και σαρδέλες μέχρι συκώτι. Ενίοτε στήνεται στο δρόμο και μια μικρή ψησταριά για «halal» γεύσεις. Halal food είναι μια διεθνής τάση η οποία επιτρέπει στους μουσουλμάνους να τρώνε φαγητά που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν haram, δηλαδή αμαρτία. Oυσιαστικά αποτελεί μια προσπάθεια ενσωμάτωσης των μουσουλμάνων σε έναν πιο «δυτικό» τρόπο ζωής.

Τσιμπολογώ για λίγη ώρα και χαζεύω τις φωτογραφίες, δίπλα σε μια παρέα Αλγερινών. Σε κάποιες διακρίνω τον πρώην ποδοσφαιριστή του Πανιωνίου, της ΑΕΚ και του Ολυμπιακού, Ράφικ Τζιμπούρ. Μαθαίνω ότι ερχόταν συχνά στο μαγαζί. Ο Ράφικ υπήρξε για την αλγερινή κοινότητα της Αθήνας σημαντικό στήριγμα, όπως μου αποκαλύπτουν. Ακούω με ενδιαφέρον τις ιστορίες -ομολογώ ότι αγνοούσα πλήρως αυτή την ευαίσθητη πτυχή του χαρακτήρα του «τρομοκράτη» Τζιμπούρ. Ζητώ το λογαριασμό. Το γεύμα μου κανονικά κοστίζει 3,00 ευρώ, αλλά δεν δέχονται να μου πάρουν χρήματα αν και έφαγα του σκασμού.

O Αμπντέ Καβί, ιδιοκτήτης του Persepolis.

Φωτογραφίες: Αλεξία Τσαγκάρη

Κατευθύνομαι προς την πλατεία Βικτωρίας για να βρω τον Μιρβάς -θα με πάει στο φαλαφελάδικο του Αμπτνί στην Αχαρνών. «Είναι Πέρσης, αλλά έχει φοβερό φαλάφελ», μου λέει. Ο Καβέ Αμπντί είναι ένας θεόρατος τύπος με τατουάζ στα χέρια που έφυγε από το Ιράν πριν από πολλά χρόνια. Άνοιξε το μαγαζί του, το «Persepolis», πριν από μια τριετία στην περιοχή. «Στην αρχή ο κόσμος δεν ήξερε τι είναι το φαλάφελ, με τον καιρό, όμως, το αγάπησε. Φτάσαμε στο σημείο να δίνουμε χίλια φαλάφελ την ημέρα! Σήμερα έχουμε πέσει στα 600-700». Το φαλάφελ κοστίζει ένα ευρώ στο μαγαζί του Αμπντί. Το κεμπάπ 1,50. Μου προσφέρει ένα πιάτο, εξηγώντας μου πως πρόκειται για την παραδοσιακή συνταγή. «Κανονικά το φαλάφελ το σερβίρεις με μαρούλι, ντομάτα, ταχίνι και μαϊντανό -πολλοί βέβαια κάνουν και παραλλαγές», εξηγεί.

Λίγα στενά παρακάτω είναι το μαγαζάκι του Μπασάρ από το Μπαγκλαντές. Η μικρή φθαρμένη πινακίδα, στην οδό Αριστοτέλους, γράφει με κόκκινα ξεθωριασμένα γράμματα μόλις δυο λέξεις: «fast food». Ο Μπασάρ φημίζεται για το κοτόπουλό του -μου αποκαλύπτει ότι χρησιμοποιεί μια μυστική συνταγή από την πατρίδα του, αλλά αρνείται να την αποκαλύψει. Το κοτόπουλο στοιχίζει 2,5 ευρώ και σερβίρεται όπως στην πατρίδα του -με πίτα, σαλάτα, πατάτες και μια καυτερή σάλτσα. Και το αναψυκτικό δώρο. Στο μεταξύ, η θερμοκρασία στην κουζίνα είναι ανυπόφορη, όμως μου λέει πως δεν τον ενοχλεί. «Την έχω συνηθίσει, είναι κομμάτι της δουλειάς».

O Moυσταφά από τη Σομαλία είναι χρόνια πελάτης του Μπασάρ στην Αριστοτέλους.

Φωτογραφίες: Αλεξία Τσαγκάρη

Τον παρατηρώ καθώς μαγειρεύει, σερβίρει, καθαρίζει -κάθε τρεις και λίγο άνθρωποι από κάθε γωνιά της γης μπαίνουν στο μαγαζί, ξεκοκκαλίζουν λαίμαργα το λαδωμένο κοτόπουλο στο πόδι, σκουπίζονται πρόχειρα και φεύγουν, πετώντας ένα, δυο κέρματα στον πάγκο. Μια νευρώδης «χορογραφία», παρορμητική, γνήσια και αυθεντικά λαϊκή που σέβεται τις «αρχές» του street food.

Άλλωστε, σε μια πόλη που «καταδιώκει» μανιωδώς το «καλύτερο burger/πίτσα/hot dog», τα «βρώμικα» μικρομάγαζα του κέντρου διασώζουν τη «νοστιμιά» του δρόμου, κάνοντας αυτό που πρέπει: Ταΐζοντας φθηνά τον κόσμο.

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Φωτογραφίες: Αλεξία Τσαγκάρη