ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Έγκλημα

«Μέχρι που Στράβωσε το Μαχαίρι» - Το Ημερολόγιο της Δολοφονίας του Εφοπλιστή Τζαννή Σιφναίου

«Μου είπε να κάνω κάτι που με μείωνε σαν άνδρα. Μου γύρισε το φύλο ανάποδα και αυτό δεν το ανέχθηκα. Έφτανε ό,τι άλλο είχα κάνει μαζί του - όχι κι αυτό που μου ζητούσε».

Κείμενο Τάσος Θεοφίλου
06 Νοέμβριος 2018, 7:43am

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 1978

Ο κύριος Κωνσταντίνος διατηρεί ταξιδιωτικό πρακτορείο στην Πλατεία Κολωνακίου. Πρέπει να είναι κάπου μία το μεσημέρι Πέμπτης, όταν από την άλλη άκρη του ακουστικού, ο αρχιπλοίαρχος της ναυτιλιακής εταιρείας «Κράτηγος» τού ζητάει να πάει ως το διαμέρισμα του εφοπλιστή Τζαννή Σιφναίου, προκειμένου να διαπιστώσει αν του έχει συμβεί κάτι. Του εξηγεί ανήσυχος πως ο 63χρονος μέτοχος δεν εμφανίστηκε στα γραφεία της εταιρείας του, από όπου διοικεί στόλο 12 πλοίων. Το προσωπικό τον αναζητεί από το πρωί και δεν απαντάει στα επανειλημμένα τηλεφωνήματα.

Πράγματι, ο κ. Κωνσταντίνος πηγαίνει στο ρετιρέ της οδού Ραβινέ 3 και κτυπάει την πόρτα του Μυτιληνιού εφοπλιστή, όμως δεν παίρνει απάντηση. Αποφασίζει τότε να επιστρέψει στο γραφείο του και να ενημερώσει τον αρχιπλοίαρχο. Φεύγοντας, παρατηρεί ότι στο γκαράζ της πολυκατοικίας βρίσκεται παρκαρισμένη μια δίθυρη BMW 2002. Είναι το αμάξι του Σιφναίου. Αμέσως τηλεφωνεί πίσω στην εταιρεία και ενημερώνει. Ο αρχιπλοίαρχος, του λέει: «Πάρε έναν κλειδαρά. Ειδοποίησε την Αστυνομία και έρχομαι κι εγώ. Φοβάμαι πως κάτι κακό του έχει συμβεί».

Χωρίς να χάσει χρόνο, ο κ. Κωνσταντίνος ακολουθεί κατά γράμμα τις οδηγίες. Καλεί έναν κλειδαρά και ειδοποιεί το 24ο Αστυνομικό Τμήμα και την Άμεση Δράση.

Είναι πια δύο το μεσημέρι, όταν ο κ. Κωνσταντίνος μαζί με τον κλειδαρά, τους άνδρες της Αμέσης Δράσης και τους αστυνομικούς του Τμήματος φτάνουν στο ρετιρέ. Ολόκληρη η κουστωδία εισέρχεται στο πολυτελέστατο διαμέρισμα και ερευνά τα πέντε δωμάτια προκειμένου να βρει τον ένοικο. Αυτό που όλοι τους φοβούνται, θα το αντικρίσουν τελικά στην κουζίνα: Ο Τζαννής Σιφναίος βρίσκεται νεκρός, πεσμένος ύπτια σε μια λίμνη από το αίμα του. Δίπλα του, είναι πεσμένο ένα οδοντωτό τραπεζομάχαιρο.

Φοράει σκούρο μπλε παντελόνι, σκούρο γκρι πουκάμισο, γκρι-μπλε πουλόβερ, μαύρες κάλτσες και μαύρα παπούτσια. Το σώμα του είναι διάτρητο - δέκα πλήγματα με μαχαίρι. Η μύτη του είναι παραμορφωμένη και το αριστερό του μάτι εμφανώς χτυπημένο.

Αμέσως οι αστυνομικοί ειδοποιούν τη Γενική Ασφάλεια Αθηνών, άνδρες της οποίας φτάνουν επί τόπου. Από την αυτοψία που κάνουν, διαπιστώνουν ότι το διαμέρισμα δεν έχει ίχνη διάρρηξης. Τα πάντα είναι στη θέση τους, εκτός από ένα ηλεκτρόφωνο, που βρίσκεται στο πάτωμα.

Από την πρώτη πρόχειρη έρευνα της Αστυνομίας προκύπτει πως δεν βρέθηκαν χρήματα στο διαμέρισμα, ούτε στις τσέπες του θύματος. Η επίσκεψη του δολοφόνου ήταν αιφνιδιαστική και ολιγόλεπτη. Το μοναχικό ποτήρι -με μερικές σταγόνες ουίσκι μέσα- που βρέθηκε κοντά του, δείχνει ότι το θύμα δεν έπινε συντροφιά με τον δολοφόνο του. Ο τελευταίος, όμως, έφυγε όπως ήρθε: Από την κύρια είσοδο, σαν επισκέπτης.

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 1978

Ο εφοπλιστής Σιφναίος έμενε μόνος του εδώ και τρία χρόνια στο Κολωνάκι, στο πολυτελέστατο ρετιρέ της οδoύ Ραβινέ 3. Περίπου έξι μήνες πριν από τη δολοφονία του, γύρω στη μία μετά τα μεσάνυχτα και ενώ απουσίαζε, άγνωστοι μπήκαν στο διαμέρισμά του και πήραν δύο τηλέφωνα και μια φωτογραφική μηχανή. Επιπλέον, έβαλαν φωτιά στα σεντόνια του κρεβατιού του. Προτού φύγουν, δεν παρέλειψαν να αφήσουν ακαθαρσίες έξω από την πόρτα του διαμερίσματός του.

Ακριβώς από κάτω, στον πέμπτο όροφο της πολυκατοικίας, μένει η κυρία Ελένη με την κόρη της. Σχεδόν κάθε βράδυ άκουγαν δυνατούς θορύβους που έρχονταν από το πάνω διαμέρισμα, σαν να μετακινούνταν έπιπλα, καθώς και φωνές ανθρώπων που μιλούσαν. Τη νύχτα του φόνου, όμως, η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο. Κάπου ανάμεσα στις δύο και τρεις το πρωί, ο θόρυβος έγινε εκκωφαντικός: Τα έπιπλα άλλαζαν θέση συνεχώς και ακούγονταν ομιλίες. Ξαφνικά, όμως, όλα σταμάτησαν.

Ο ιατροδικαστής λέει: «Από τη νεκροψία προέκυψε ότι ο άγνωστος δράστης έπληξε το θύμα του με πρωτοφανή μανία. Αρχικά τον χτύπησε με γροθιές, προκαλώντας του συντριπτικό κάταγμα στη μύτη, πολλαπλές εκδορές και μικροτραυματισμούς στα χείλη, το σαγόνι και το λαρύγγι. Έπειτα, προσπάθησε να τον στραγγαλίσει. Το θύμα πάλεψε για τη ζωή του και αμύνθηκε, προκειμένου να ξεφύγει από τα χέρια του δράστη, ο οποίος τελικά του κατάφερε με πραγματική μανία εννέα μαχαιριές, μέχρι που στράβωσε το μαχαίρι. Δύο μαχαιριές διαπέρασαν την καρδιά και ο θάνατος υπήρξε ακαριαίος. Δύο άλλες μαχαιριές βρέθηκαν στον δεξιό πνεύμονα και στα δύο ημιθωράκια, που ήταν πλημμυρισμένα με αίμα. Πέραν αυτών, το θύμα είχε δεχτεί δύο ακόμη μαχαιριές στην πλάτη και τραύματα από μαχαίρι στα χέρια. Η νεκροψία επίσης απέδειξε ότι ο θάνατος επήλθε τέσσερις με πέντε ώρες μετά το βραδινό φαγητό, επειδή η χώνεψη ήταν σημαντικά προχωρημένη».

Η Αστυνομία λέει: «Μια ροζ δερμάτινη ατζέντα με τα μικρά ονόματα ανδρών και τα τηλέφωνά τους, ίσως οδηγήσει στην αποκάλυψη του δολοφόνου. Ως τώρα εξετάστηκαν οκτώ νεαρά άτομα, των οποίων τα ονόματα ήταν γραμμένα στη ροζ ατζέντα. Η εξέτασή τους δεν διαφώτισε την έρευνα. Είχαν άλλοθι και κατέθεσαν ότι ήταν φίλοι με το θύμα. Άλλο σημαντικό εύρημα είναι ίχνη αίματος που μάλλον δεν ανήκουν στο θύμα. Βρέθηκαν πάρα πολλά αποτυπώματα. Στο σπίτι βρέθηκε το ρολόι του θύματος, αλλά όχι ένα δεύτερο, που είναι γνωστό ότι επίσης έφερε. Δεν βρέθηκαν τα κλειδιά του διαμερίσματος και πιθανολογείται ότι τα πήρε μαζί του ο δράστης».

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 1978

«Δεν ξέρω τίποτε. Από το πρωί έχει σπάσει το τηλέφωνό μας από τα τηλεφωνήματα. Όλοι ζητούσαν τον Στέλιο. Δεν γνωρίζω πώς έκανε αυτό το έγκλημα…», λέει σε κατάσταση νευρικού κλονισμού η αδελφή του Στυλιανού Κ. Συγχρόνως, αστυνομικοί, παρουσία του Εισαγγελέα Πειραιά, ερευνούν την πατρική κατοικία του 19χρονου στον Πειραιά. Αναζητούν τον χαρτοφύλακα και το ρολόι του εφοπλιστή.

Η αστυνομική έρευνα ξεκίνησε από το δερματόδετο, ροζ χρώματος, ημερολόγιο του μεσήλικα εφοπλιστή. Εκεί περιέγραφε κάποιον Στέλιο με τον οποίο είχε διανυκτερεύσει αρκετές φορές. Οι αστυνομικοί εξαπολύθηκαν στα διάφορα μπαρ και τα σχετικά στέκια, αναζητώντας περισσότερα στοιχεία. Η έρευνα έφτασε στο μπαρ «Κάπτεν Μόργκαν» στον Πειραιά, όπου ο υπεύθυνος του μαγαζιού ανέφερε στους αστυνομικούς ότι σύχναζαν εκεί δυο φίλοι, ένας Στέλιος και ένας Κώστας, που τα επώνυμά τους αγνοεί. Περιγράφει, όμως, τον Στέλιο και λέει στους άνδρες της Γενικής Ασφάλειας ότι είναι μαθητής της Σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων της Πάρνηθας.


VICE Video: Το Χειρότερο Σενάριο

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Με βάση την περιγραφή αυτή, οι αστυνομικοί τηλεφωνούν στη Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων και μαθαίνουν ότι πρόκειται για τον Στυλιανό Κ. Τα στοιχεία του και τα χαρακτηριστικά του δίνονται στα περιπολικά. Ο κλοιός για τον φερόμενο ως μανιακό δολοφόνο στενεύει. Μια περιπολία τον εντοπίζει. Ο Στυλιανός Κ. συλλαμβάνεται τα ξημερώματα, ενώ τριγυρίζει άσκοπα μαζί με φίλους του στους δρόμους του Πειραιά.

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 1978

Τον ανακρίνουν επί τρεις ημέρες.

- Πώς βρέθηκε το δακτυλικό σου αποτύπωμα σε κασέτα μαγνητόφωνου στο διαμέρισμα του θύματος;
- Εκείνη την Τετάρτη έφυγα από τη Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων της Πάρνηθας μαζί με κάποιον συμμαθητή μου, λίγο μετά το μεσημέρι. Κατέβηκα με το πούλμαν της Σχολής στην οδό Ρήγα Φεραίου και πήγαμε στο σπίτι μιας συμμαθήτριάς μας. Εκεί, η αδελφή της μας έκανε μαθήματα γαλλικής γλώσσας μέχρι το βράδυ, στις οκτώ. Έπειτα, επέστρεψα στο κέντρο της Αθήνας και γύρισα στο σπίτι μου με το λεωφορείο. Από το σπίτι μου, ανέβηκα στο Κολωνάκι και πήγα στην οδό Ραβινέ 3, για να βρω τον «Σερ Τζον» και να του ζητήσω 4.000 δραχμές δανεικά, για να αγοράσω εσώρουχα και παπούτσια. Τον είχα γνωρίσει στο μπαρ «Κάπτεν Μόργκαν» του Πειραιά. Ο εφοπλιστής με είχε πάρει τέσσερις-πέντε φορές στο σπίτι του και είχαμε στενή γνωριμία. Χτύπησα το κουδούνι και ο Σερ Τζων ρώτησε από το θυροτηλέφωνο ποιος ήταν. Του απάντησα και ο εφοπλιστής μού άνοιξε την πόρτα. Όταν ανέβηκα επάνω, του ζήτησα 4.000 δραχμές, αλλά εκείνος αρνήθηκε και πάνω σε αυτό φιλονίκησαμε. Μου έβρισε τη μητέρα και τότε ξεκίνησα να τον χτυπάω με γροθιές στο στήθος. Για να σωθεί, έτρεξε στην κουζίνα, αλλά τον ακολούθησα. Ο Σιφναίος προσπάθησε να με κλοτσήσει και τότε εγώ άρπαξα ένα μαχαίρι από την κουζίνα και τον έπληξα στη γάμπα.
- Πήρες μαζί σου χρήματα, κλειδιά ή άλλα αντικείμενα από το διαμέρισμα του Σιφναίου;
- Πήρα.
-Τι τα έκανες;
- Τα πέταξα.
- Πού;
- Δεν θυμάμαι.
- Ανάμεσα στα βιβλία και τα τετράδιά σου βρέθηκε ένα σημείωμα που γράφει: «Θάνατος – Αίμα». Πότε και γιατί το έγραψες αυτό;
- Έτσι, για τη σαχλαμάρα.
- Μήπως τις λεπτομέρειες για το έγκλημα τις γνωρίζεις από τις εφημερίδες;
- Δεν διάβασα εφημερίδες. Δεν είχα χρόνο, επειδή έδινα εξετάσεις.
- Πού έπλυνες τα αίματα μετά το έγκλημα;
- Μέσα στο μπάνιο.

Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης και μετά από σχετική ερώτηση, περιγράφει με λεπτομέρειες το σπίτι του θύματος. Πληροφορεί ακόμη ότι για κάθε επίσκεψή του, ο εφοπλιστής τον πλήρωνε 500 με 600 δραχμές.

- Αναφέρεις και πράγματα που δεν έχουν γραφτεί στις εφημερίδες. Όμως η νεκροτομή δεν έδειξε χτυπήματα στο στήθος, αλλά στο πρόσωπο. Η νεκροτομή έδειξε ότι το θύμα είχε δεχτεί μαχαιριά όχι στη γάμπα, αλλά στο πίσω μέρος του μηρού. Στο μπάνιο δεν υπάρχουν αίματα. Τι παιχνίδι παίζεις;
- Σας είπα ψέματα, δεν είμαι ο δολοφόνος.
- Τον Μιλτιάδη Μπινίκο, τον ξέρεις;
- Όχι.
-Βρέθηκαν δακτυλικά του αποτυπώματα σε μια εφημερίδα με ημερομηνία της ημέρας του φόνου, σε ένα ποτήρι με ουίσκι και σε ένα σταχτοδοχείο στο διαμέρισμα του Σιφναίου.

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 1978

Το Δελτίο Τύπου της Αστυνομίας αναφέρει: «Ως προς τα αναγραφέντα ότι ο σπουδαστής της Σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων, Στυλιανός Κ., υπέστη πιέσεις για να ομολογήσει ή ότι του ασκήθηκε βία, κατηγορηματικά δηλώθηκε στον Υπουργό Δημοσίας Τάξεως κ. Α. Μπάλκο από την ηγεσία του Σώματος και τους αρμόδιους παράγοντες, ότι ουδέποτε ησκήθη βία σε βάρος του και ότι ούτος ομολόγησε και τις τέσσερεις φορές αβιάστως ότι είναι ο δράστης της δολοφονίας».

Τελικά, ο 19χρονος Στέλιος δεν έχει καμιά σχέση με τον φόνο. Το γεγονός ότι ομολόγησε τέσσερεις φορές και ισάριθμες ανακάλεσε αποδίδεται από την Ασφάλεια στο γεγονός ότι κατά την κρίση των αστυνομικών, είναι μυθομανής. Αργά το βράδυ, τον αφήνουν ελεύθερο.

Δράστης είναι ο Μιλτιάδης Μπινίκος. Τα ρεπορτάζ τον περιγράφουν ως 21 ετών, τζαμά στο επάγγελμα, απόφοιτο Δημοτικού, κάτοικο της οδού Μπερόβου 24 στου Γκύζη, σεσημασμένο για κλοπές και διαρρήξεις. Του αποδίδουν τον χαρακτηρισμό «χαπάκιας».

Το πρωί πριν από το βράδυ του φόνου, ο Μπινίκος πηγαίνει στη δουλειά του, στην οδό Σποράδων 11 στην Κυψέλη και όταν τελειώνει το μεσημέρι, ζητάει από τον εργοδότη του προκαταβολή 100 δραχμών, επειδή δεν είχε χρήματα. Εκείνος του δίνει και ο Μπινίκος επιστρέφει στο σπίτι του στου Γκύζη. Φοράει μπότες, μαύρο πλαστικό μπουφάν, καφέ πουκάμισο, μπλουτζίν παντελόνι και βγαίνει έξω. Πηγαίνει στον κινηματογράφο «Κυψελάκι» και παρακολουθεί την ταινία Ελάτε να σας Δείρουμε. «Αυτό με έφαγε», θα πει αργότερα στους αστυνομικούς, εννοώντας ότι τον είχε επηρεάσει ψυχολογικά. Επόμενος σταθμός η Πλατεία Βικτωρίας. Έξω από το μπαρ «Σαν Σετ» βρίσκει κάποιον γνωστό του από τον οποίο αγοράζει δυο χάπια Mandrax και πέντε Artane. «Κουμπώνει» τα δύο Mandrax και περπατάει προς το Κολωνάκι. Θέλει να βρει κάποιον να κάνει συντροφιά και έτσι σκέφτεται τον Σιφναίο. Σε λίγο φτάνει στην οδό Ραβινέ 3 και χτυπάει το κουδούνι.

Ο εφοπλιστής Τζαννής Σιφναίος ρωτάει από το θυροτηλέφωνο ποιος είναι. Όταν ακούει το όνομα Μπινίκος λέει: «Είναι 11:30 και είμαι κουρασμένος». «Άνοιξέ μου. Δεν θα μείνω πολύ», απαντάει ο Μιλτιάδης Μπινίκος. Παρά το προχωρημένο της ώρας, αλλά και την κούρασή του, ο Σιφναίος τού ανοίγει και τον βάζει στο σαλόνι, όπως συνήθιζε. Του προσφέρει ένα ουίσκι, βάζει μουσική και ξεκινούν να συζητούν. Όταν ο εφοπλιστής τού εκφράζει την επιθυμία να του συστήσει ο ίδιος αυτήν τη φορά τις συγκινήσεις που προκαλεί η διέγερση του προστάτη, δέχεται αντί για απάντηση μια δυνατή γροθιά στο πρόσωπο. Η μύτη του εφοπλιστή ανοίγει και τρέχει αίμα. Πηγαίνει στην κουζίνα να πλύνει τα αίματα και ταυτόχρονα βρίζει τον Μπινίκο, απειλώντας τον ότι θα καλέσει την Αστυνομία. Ο Μπινίκος τον ακολουθεί, για να ζητήσει συγγνώμη, αλλά εκείνος συνεχίζει να τον απειλεί με την Αστυνομία. Τότε, αρπάζει το μαχαίρι της κουζίνας και το ακουμπάει στον λαιμό τού μετέπειτα θύματός του. Ο Σιφναίος αντιδράει και ο Μπινίκος τον μαχαιρώνει με μανία στο στήθος και σε άλλα μέρη του σώματός του. «Δεν θυμάμαι πόσες του έδωσα», θα πει στους αστυνομικούς. «Ήμουν έξαλλος. Όταν ο Σιφναίος έπεσε κάτω, μου φαινόταν ότι τα φώτα αναβόσβηναν».

Αφαιρεί από το χέρι του νεκρού το ματωμένο του ρολόι και από την τσέπη του 650 δραχμές. Κάθεται για λίγο στον καναπέ, ηρεμεί και σκέφτεται τι άλλο μπορεί να πάρει. Βάζει τα γάντια που ο Σιφναίος χρησιμοποιούσε στην οδήγηση και ψάχνει τα συρτάρια του διαμερίσματος. Βρίσκει 10.000 δραχμές. Στη συνέχεια, βγάζει το στερεοφωνικό συγκρότημα, έναν ενισχυτή, ένα ραδιόφωνο, ένα μαγνητόφωνο, ένα κασετόφωνο και δυο ηχοστήλες, τα οποία επίσης παίρνει. Παίρνει τα κλειδιά της BMW 2002 και βάζει τα κλοπιμαία στο πορτμπαγκάζ. Προσπαθεί να βάλει μπρος. Πάνω στη βιασύνη του βάζει λάθος κλειδί στη μηχανή. Το κλειδί σπάει. Μαζί με την ιδέα της διαφυγής του με το συγκεκριμένο αμάξι, εγκαταλείπει και τα κλοπιμαία στο φορτωμένο πορτμπαγκάζ του.

Διαφεύγει περπατώντας. Δυο τετράγωνα πιο πέρα, πετάει τα γάντια και τα κλειδιά. Φθάνοντας στη Δεξαμενή, πετάει και το ρολόι. «Σκέφτηκα πως αν με σταματούσε κανένα περιπολικό και έβλεπε δεύτερο ρολόι και μάλιστα ματωμένο επάνω μου, δεν θα γλίτωνα». Είναι πια τέσσερις ή τεσσεράμισι το πρωί. Στη Δεξαμενή, ο Μπινίκος βρίσκει ένα ταξί που τον πηγαίνει σπίτι του. Πέφτει στο κρεβάτι του και κοιμάται μέχρι τις δέκα το πρωί.

Την Πέμπτη δεν πηγαίνει στη δουλειά του. Το βράδυ βγαίνει στο μπαρ «Μπόουλινγκ», όπου γνωρίζει την Τούλα. Τρώνε τα λεφτά γυρίζοντας σε διάφορα μπαρ. Περνάει έτσι και το σαββατοκύριακο. Τη Δευτέρα έχει πάλι ραντεβού με την Τούλα, στις επτά το απόγευμα. Δεν πηγαίνει στο ραντεβού, επειδή όσο ήταν το πρωί στη δουλειά του, τον επισκέφτηκαν κάποιοι αστυνομικοί της Γενικής Ασφάλειας και τον συνέλαβαν. Πάνω του βρήκαν ένα μικρό τηλεφωνικό κατάλογο. Μέσα σε αυτό ήταν σβησμένο ένα όνομα και ένα τηλέφωνο. Ήταν το όνομα του Σιφναίου και το τηλέφωνο της οδού Ραβινέ 3.

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 1978

Στους δημοσιογράφους λέει:

- Δεν μετανοώ που σκότωσα τον Σιφναίο. Ήταν ένα κάθαρμα. Του άξιζε. Αφού σκότωσα, πρέπει και θέλω να πληρώσω, για να εξιλεωθώ απέναντι στην κοινωνία. Ωστόσο, εγώ ο ίδιος πιστεύω ότι σε αυτήν την υπόθεση το θύμα είμαι εγώ και όχι ο εφοπλιστής Σιφναίος που τον μαχαίρωσα. Κάποιος έπρεπε να το κάνει αυτό. Από ό,τι ξέρω ο Σιφναίος είχε παρασύρει στη διαφθορά τουλάχιστον 100 νεαρούς, με τους οποίους είχε κάθε είδους σεξουαλική σχέσεις. Στο σπίτι του είχε 600 αναμνηστικές φωτογραφίες με τους φίλους του αυτούς. Βεβαίως, εγώ δεν σκότωσα γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, αλλά τώρα βλέπω ότι ξεκαθάρισα την κοινωνία από έναν άνθρωπο που έκανε κακό στους νέους, όπως έκανε και σε μένα, γι’ αυτό θεωρώ ότι είμαι εγώ το θύμα.
- Πότε τον γνώρισες;
- Περίπου προ τριών ετών, σε ένα ταξίδι στην Ύδρα. Αλλά τον είχα δει ξανά πρόσφατα σε ένα μπαρ του Κολωνακίου, το «Ινκόγκνιτο». Μιλούσαμε για διάφορα πράγματα.
- Γιατί πήγες στο σπίτι του;
- Εκείνο το βράδυ ήθελα κάποιον να μιλήσω. Είχα πάρει χάπια. Δεν είχα χρήματα και αισθανόμουν μοναξιά. Έτσι σκέφτηκα τον Σιφναίο που καθόταν κοντά στο μπαρ.
- Παίρνεις πολύ καιρό χάπια;
- Περίπου τρία χρόνια. Παίρνω χάπια που όταν πιεις οινόπνευμα, γίνεσαι εκτός εαυτού. Βλέπεις τα πράγματα σαν από μακριά. Σου τη δίνει.
- Τι ήθελες με τον Σιφναίο; Ήταν 63 χρονών και εσύ μόλις 21.
- Ήταν τόσο μεγάλος; Δεν το ήξερα. Τον νόμιζα παθητικό, αλλά γελάστηκα. Τη βραδιά εκείνη μού έκανε ανήθικες προτάσεις.
- Πήγαινες και άλλες φορές με ανθρώπους σαν τον Σιφναίο;
- Πήγαινα με ομοφυλόφιλους από 16 χρονών. Με πλήρωναν και εξασφάλιζα έτσι το χαρτζιλίκι μου.
- Είχες έρθει σε επαφή με τον Σιφναίο;
- Όχι. Την πρώτη φορά που πήγα στο σπίτι του, μου έκανε ανήθικες προτάσεις και έφυγα. Τον νόμιζα για παθητικό και εκείνος φέρθηκε σαν ενεργητικός.
- Γιατί τον χτύπησες;
- Με προσέβαλε η συμπεριφορά του. Μου είπε πράγματα ακατονόμαστα.
- Ήσουν υπό την επήρεια χαπιών. Πώς ένιωθες;
- Έβλεπα τα πράγματα σαν μέσα από τζάμι. Σαν να μην ήμουν εγώ εκείνος που ζούσε εκεί πέρα. Ήταν κάτι σαν όνειρο.
- Ναι, αλλά σκέφτηκες και του πήρες το ρολόι, τα χρήματα και το στερεοφωνικό συγκρότημα.
- Είχα ανάγκη από λεφτά. Άλλωστε, γι’ αυτό πήγα. Ήθελα να μιλήσω με κάποιον και να του ζητήσω λεφτά.
- Εσύ γιατί τον σκότωσες;
- Για δύο λόγους. Πρώτον, ήμουν υπό την επήρεια ναρκωτικών και δεν ήξερα τι έκανα ακριβώς και δεύτερον, επειδή έθιξε τον ανδρισμό μου. Μου είπε να κάνω κάτι που με μείωνε σαν άνδρα. Μου γύρισε, δηλαδή, το φύλο ανάποδα και αυτό δεν το ανέχθηκα. Έφτανε ό,τι άλλο είχα κάνει μαζί του, ε, όχι και αυτό που μου ζητούσε.
- Έπαιρνες λεφτά από το θύμα σου;
- Όχι, αλλά ξέρω ότι σε άλλους πλήρωνε καλά. Ακριβώς με το χρήμα του παρέσυρε τους νεαρούς. Έτσι είχα ξεκινήσει κι εγώ σε ηλικία 16 ετών με κάποιον άλλον «κύριο» και με πήρε ο κατήφορος. Ήμουν από φτωχή οικογένεια και με θάμπωσαν τα λεφτά. Έμπλεξα μετά με τέτοιες παρέες και μου κόλλησαν άλλη μια κακή συνήθεια. Να παίρνω βαρβιτουρικά, για να φτιάχνω κεφάλι. Ίσως να το επιδίωξαν αυτό, για να είμαι πιο ευάλωτος στην ικανοποίηση των ερωτικών τους επιθυμιών. Αυτή είναι η αλήθεια για τη ζωή μου και γι’ αυτό λέω ότι μάλλον το θύμα σε αυτήν την υπόθεση είμαι εγώ.
-Τι έκανες μόλις διέπραξες το έγκλημα;
-Αντιμετώπισα το γεγονός με ψυχραιμία. Πήγα πλύθηκα και έπειτα κάθισα μισή ώρα να συνέλθω. Κατόπιν, βγήκα ήσυχα-ήσυχα από το διαμέρισμα και έφυγα. Μερικές ώρες αργότερα, ξεκίνησα να φοβάμαι ότι θα με πιάσουν. Σιγά-σιγά, όμως, συνήθισα στην ιδέα και έτσι όταν με συνέλαβαν, δεν πειράχτηκα, ούτε έκανα τον δύσκολο στους αστυνομικούς. Τα είπα όλα και ξαλάφρωσα.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

The Man & His Failures: Μουσική για Μετά τα Μεσάνυχτα

Μαυροφορεμένοι Διαδηλωτές Βγήκαν στους Δρόμους της Αθήνας για τα Ζώα

«Ξεριζωμένες» Γυναίκες στην Ελλάδα Λένε Ανοιχτά τι Σκέφτονται

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.