omonia cover
Νέα

Ο «Γκρι» Κόσμος Πίσω Από τα Λαμπερά Φώτα της Νέας Πλατείας Ομονοίας

Ο φωτορεπόρτερ Θοδωρής Νικολάου προσπέρασε τις «188 δέσμες νερού και τους 177 υποβρύχιους προβολείς» του νέου σιντριβανιού και περπάτησε στα στενά γύρω από την Πλατεία Ομονοίας. Εκεί όπου ζουν οι «ενοχλητικοί».
10 Ιούνιος 2020, 9:27pm

Στην Πλατεία Ομονοίας, εκεί όπου κυοφορούνται ορισμένες από τις κυριότερες λεωφόρους της πόλης, στέκει από τα μέσα Μάιου ένα τεράστιο σιντριβάνι. Σύμβολο ενός χαμένου κοσμοπολιτισμού, ο κεντρικός του πίδακας τινάζει το νερό έως 20 μέτρα ύψος, με «188 δέσμες νερού και 177 υποβρύχιους προβολείς που δημιουργούν μια πανδαισία φωτός και χρωμάτων». Ωστόσο, είναι δεκάδες χρόνια που η σκιά της πλατείας πέφτει βαριά. Στους γύρω δρόμους, τα στενά. Είναι αυτές οι οδοί που δεν συμπεριλαμβάνονται στην επίσημη ανακοίνωση του Δήμου Αθηναίων για τα εγκαίνια της πλατείας. Που δεν αποδόθηκαν στις Αθηναίες, τους Αθηναίους και τους επισκέπτες της πόλης. Σε αυτά τα μέρη δεν έγιναν αποκαλυπτήρια. Εν καιρώ πανδημίας, αλλά και τους καλούς καιρούς. Δεν συγκεντρώνεται ο κόσμος για να γιορτάσει. Το γκρι, όσο και να το αναμείξεις, παραμένει γκρι. Και αν είναι να αλλάξει τόνο, δεν γίνεται λευκό. Τείνει προς το μαύρο.

Σοφοκλέους. Μενάνδρου. Ξούθου. Βερανζέρου. Σωκράτους. Ζήνωνος. Γερανίου. Σατωβριάνδου. Αστυνομικό Τμήμα Ομονοίας. Πλατεία Θεάτρου. Βαρβάκειος. Εθνικό Θέατρο. Πλατεία Λαυρίου. Ας μη γελιόμαστε. Η Ομόνοια δεν ήταν ποτέ χώρος στάσης, αλλά χώρος αποτροπής. «Μαύρη πληγή του αστικού σχεδιασμού», τη χαρακτήριζαν πάντα αρχιτέκτονες και πολεοδόμοι. Η μοίρα της, ως επί τον πλείστον, ήταν και είναι συνυφασμένη με αυτή των φτωχών, των απόκληρων. Αυτοί ζουν στους δρόμους της. Αυτοί πιθανόν θα εκτοπιστούν σε μια μελλοντική μετάλλαξη του αστικού χάρτη για χάρη των ξενοδοχείων και των τουριστών, του Μεγάλου Περίπατου, της πόλης-εμπορεύματος. Σε μια άλλη περιοχή, πιο «φθηνή». Οι «ενοχλητικοί», οι φορείς του απόκοσμου. Διότι, η ζωή στην Ομόνοια δεν έχει τόση σημασία. Ιδίως όταν πρόκειται για τη ζωή των «άλλων». Σε ένα από τους δρόμους της, τη Γλάδστωνος, στις 21 Σεπτεμβρίου του 2018, λιντσαρίστηκε μέχρι θανάτου, μέρα μεσημέρι, ο Ζακ Κωστόπουλος από τον ιδιοκτήτη ενός κοσμηματοπωλείου και αστυνομικούς.

Έχω την εντύπωση πως ξέρω αρκετά καλά την Ομόνοια. Σχεδόν 20 χρόνια, από τα εφηβικά μου - τα τελευταία οκτώ χρόνια φωτογραφίζοντάς τη με μια σποραδική μεθοδικότητα. Πάντα πίστευα πως η γοητεία των πραγμάτων εμφανίζεται όταν αλλοιώνεται το μακιγιάζ. Στα υπόγεια, σε κάτι ξεχασμένες στοές, εκεί που δεν βγάζουν τα βήματα και δεν οδηγεί η περιέργεια των ανθρώπων. Η Ομόνοια ξέρει καλά να κρύβεται. Και αν κάθε τόσο της έταζαν καλλωπισμό, όπως κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, αυτή ήξερε με κάθε τρόπο να τον απαρνιέται.

Ο Νασρίν κατοικούσε για τέσσερα χρόνια σε ένα διαμέρισμα στη Γερανίου, μαζί με 20 ακόμη μετανάστες από το Μπαγκλαντές, σε ένα κτήριο που στέγαζε βιοτεχνίες. Οι ενοικιαστές του άρχισαν να το εγκαταλείπουν τη δεκαετία του '80, στο πλαίσιο της αποκέντρωσης. Στην απέναντι πολυκατοικία, σε ένα αυτοσχέδιο τζαμί, προσευχόταν. Δεν δήλωνε φανατικός μουσουλμάνος. Λίγο πιο κάτω, σε ένα μπακάλικο εργαζόταν. Σε αυτόν τον δρόμο είχε στήσει όλη του τη ζωή. Πέρα από αυτόν τον δρόμο, φοβόταν να «ταξιδέψει» στην πόλη. Πριν δύο χρόνια επέστρεψε στην πατρίδα του. «Δεν κατάφερε να βγάλει τα χαρτιά», μου είπε τις προάλλες ένας από τους συγκάτοικούς του.

Η Μαριάνα ήταν μία από τις 27 γυναίκες φορείς του HIV που συνελήφθηκαν τον Μάιο του 2012, μετά την επιχείρηση-σκούπα της αστυνομίας στις πιάτσες των τοξικοεξαρτημένων και των εκδιδόμενων γυναικών στην Ομόνοια. Της απαγγέλθηκαν κατηγορίες κακουργηματικού χαρακτήρα. Το όνομά της δόθηκε στη δημοσιότητα λίγες ημέρες πριν τις εκλογές. Όχι όμως και τα ονόματα των ανδρών που πλάγιαζαν μαζί της για 20 ευρώ. Αυτοί δεν κατηγορήθηκαν ως «δημόσιος κίνδυνος» ή «υγειονομική βόμβα». Δεν στερήθηκαν την ελευθερία τους, το δικαίωμα στη συνέχιση της θεραπείας. Υπουργός Υγείας τότε ήταν ο Ανδρέας Λοβέρδος, που αργότερα θα ρίξει την ευθύνη στην εισαγγελία. Η Μαριάνα δεν είχε άλλη λύση για τη δόση της. Δέκα ευρώ στον ξενοδόχο στη Σωκράτους και άλλα δέκα για να γλιτώσει τις χαρμάνες. Ορισμένες από αυτές τις γυναίκες δεν είναι σήμερα στη ζωή. Διαπομπευμένες και «δολοφονημένες».

Τον Νίκο, τοξικοεξαρτημένο και άστεγο την τελευταία δεκαετία, όπως μου είχε εξομολογηθεί, τον έβλεπα για τρία χρόνια. Κάθε βδομάδα. Τα ίχνη του χάθηκαν τους τελευταίους μήνες. Κανείς δεν ξέρει αν είναι ζωντανός ή νεκρός. Σε ερώτηση που είχα κάνει το 2014 για τις ανάγκες ρεπορτάζ του VICE στον Γιώργο Μάγκα, Αναπληρωτή Προιστάμενο της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ναρκωτικών, ο ίδιος είχε δηλώσει: «Το πρόβλημα των ναρκωτικών θα λυθεί όταν λυθεί η ζήτηση. Όσο υπάρχει η ζήτηση θα βρεθεί ο τρόπος να υπάρξει και η προσφορά. Τα κυκλώματα χτυπιούνται καλύτερα στα λιμάνια και τα αεροδρόμια. Εκεί τα χτυπήματα είναι πιο καίρια και πιο δυνατά. Σκοπός μας είναι οι ποσότητες να μην φτάσουν στην αγορά». Η ιστορία των ανθρώπων αυτών είναι ένα ζωντανό κομμάτι στην ιστορία της πλατείας. Μαζί με αυτούς, η πλατεία διαπραγματεύεται συνεχώς τη θέση της στην πόλη.

Αγαπούν την Ομόνοια οι Αθηναίοι; Την νοιάζονται; Στέκονται στο μέσο της; Γνωρίζουμε για το πατάρι του Λουμίδη, τον τόπο συνάντησης των καλλιτεχνών και των λογοτεχνών; Του Σαχτούρη, του Γκάτσου και του Ελύτη; Το ΝΕΟΝ του Τσαρούχη και του Λαπαθιώτη; Τα Χαυτεία, τόπος συγκεντρώσης και εκκίνησης των πορειών των εργατών. Κατεβαίνοντας την Σοφοκλέους, στον ίδιο δρόμο όπου έστεκε το Χρηματιστήριο έως το 2007, πέφτω πάνω σε μια ομάδα μεταναστών που πουλάνε κινητά τηλέφωνα. Λίγο πιο πέρα στη Μενάνδρου, πριν από μερικούς μήνες ένας 23χρονος Αφγανός έπεφτε νεκρός σε «έναν εμφύλιο πόλεμο που μαίνεται ανάμεσα σε συμμορίες ναρκωτικών», σύμφωνα με αστυνομικές πηγές. Την ίδια ώρα στη Σωκράτους, η Κωνσταντίνα στέκεται δίπλα από το φανάρι αναζητώντας τον επόμενο πελάτη «για δέκα ευρώ. Για μια άθλια δόση». Τι είναι τελικά η Ομόνοια σήμερα; Η απαρχή ενός μεγαλεπήβολου σχεδίου που θα βελτιώσει την εικόνα της πόλης, την ποιότητα ζωής των κατοίκων και των επισκεπτών της; Η ένα μεγάλο χαλί, όπου κάθε τόσο το σηκώνουμε και κρύβουμε με επιμέλεια ιστορίες που αρνούμαστε να ακούσουμε. Βλέμματα που αρνούμαστε να δούμε.