Διασκέδαση

Μιλήσαμε με τον Καλλιτέχνη που Έκανε τα Εξάρχεια Κόμικ με Γεύση Πικρό Νεράντζι

Ένα κόμικ για την πιο πολυτάραχη περιοχή της Ελλάδας.
Άννα Νίνη
Κείμενο Άννα Νίνη
30 Νοέμβριος 2016, 9:13am
Όλες οι εικόνες παραχωρήθηκαν από τον Δημήτρη Μαστώρο

Από τα τέλη Αυγούστου, τα ράφια των βιβλιοπωλείων στις Βρυξέλλες κοσμούνται από τα στενά των Εξαρχείων. Γι' αυτό ευθύνεται ένας 27χρονος κομίστας που μετάγγισε τα βιώματα της εξαρχειώτικης εφηβείας του σε εικόνες, φτιάχνοντας ένα βιβλίο με τον ελληνογαλλικό τίτλο Εξάρχεια – L' Orange Amere, δηλαδή «Το πικρό νεράντζι».

«Από τη στιγμή που ζωγραφίζω έναν εξαρχειώτικο δρόμο, το περιεχόμενο του βιβλίου γίνεται πολιτικό», αναφέρει ο Δημήτρης Μαστώρος, εμπνευστής του βιβλίου, εξηγώντας τα κίνητρα που τον έκαναν να ασχοληθεί με την πολυτάραχη και ως επί το πλείστον άδικα βαλλόμενη περιοχή των Εξαρχείων. Το μεράκι του για το παρθενικό του ντεμπούτο στην έκδοση βιβλίων κόμικς ήταν τέτοιο που η γραμματοσειρά του βιβλίου είναι φτιαγμένη από τον ίδιο και μάλιστα στο χέρι.

Εκεί ένιωσα για πρώτη φορά την αίσθηση της ανεμελιάς, κάτι που δεν είχα νιώσει ποτέ στις Βρυξέλλες. Σίγουρα παίζει ρόλο και η ηλικία. Το ότι έζησα την εφηβεία μου εκεί ήταν ιδανικό.

Το πρώτο του βιβλίο έχει ένα κοινό χαρακτηριστικό με τα πρώτα κόμικς που ζωγράφισε: ένα σκύλο χωρίς όνομα. Μέσα από το ταλέντο του στη ζωγραφική ο Δημήτρης ξεδίπλωσε τις αναμνήσεις του και ο συνδημιουργός και συμφοιτητής του, Νίκολας Γουτέρς, φτιάχνοντας το σενάριο πρόσθεσε το στοιχείο της εξωτερικής ματιάς, μιας και όσα γνώριζε για την περιοχή των Εξαρχείων ήταν μέσα από ντοκιμαντέρ. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τον ιστορικό γαλλικό εκδοτικό οίκο Futuropolis.

Το βιβλίο του έχει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία, αφού ο ίδιος πέρασε πολύ μεγάλο διάστημα της ζωής του στην περιοχή, προτού επιστρέψει στις Βρυξέλλες για σπουδές, είναι ωστόσο περασμένο από αντικειμενικό πρίσμα γιατί και τα δυο παιδιά χρησιμοποίησαν την ιδιότητα του παρατηρητή χωρίς να επεμβαίνουν με καμιά κριτική διάθεση στα γεγονότα. Συνομιλήσαμε μαζί του για τη ζωή του, για την περίοδο που έζησε στα Εξάρχεια, αλλά και για να μας εξηγήσει γιατί τα Εξάρχεια έχουν τη γεύση του πικρού νεραντζιού:

VICE: Μένεις καιρό στις Βρυξέλλες;
Δημήτρης Μαστώρος: Εδώ γεννήθηκα και έμεινα περίπου μέχρι τα δέκα μου. Μετά μετακόμισα στην Αθήνα μέχρι τα 20, αλλά πάντα πηγαινοερχόμουν. Πηγαίναμε να δούμε γιαγιάδες και παππούδες στην Κυψέλη και κάναμε διακοπές στην Πάρο από όταν ήμουν μικρός. Γύρισα στις Βρυξέλλες για σπουδές εδώ και έξι-επτά χρόνια.

Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς αποκλειστικά με τα Εξάρχεια;
Στη σχολή κόμικς «Saint-Luc» που παρακολουθούσα εδώ στις Βρυξέλλες, κάποια στιγμή έκανα ένα κόμικς για την Πάρο. Κάπως νοσταλγικό, σαν να εξηγώ σε έναν ξένο τις ιδιαιτερότητες ενός καλοκαιριού σε νησί από τα μάτια ενός παιδιού. Είδα ότι το να μιλάω για την Ελλάδα στα γαλλικά είχε πλέον νόημα. Οπότε ήθελα να κάνω κάτι πιο γενικό και να μιλήσω για τη γειτονιά που πέρασα λίγα, αλλά πολύ σημαντικά χρόνια. Να μιλήσω για την καθημερινότητα των Εξαρχείων από μια προσωπική ματιά εν μέσω των κλισέ άρθρων με τις γενικεύσεις που έβγαιναν μετά τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου και την κρίση.

Η πραγματικότητα όπως είναι, μέσα από το Newsletter του VICE Greece

Τι σε επηρέασε περισσότερο σε αυτή την περιοχή; Έχεις μείνει καθόλου ως κάτοικος;
Ναι, όταν επιστρέψαμε στην Ελλάδα μείναμε στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας οικογενειακώς και έπειτα μετακομίσαμε στη Στουρνάρη. Δεν νομίζω να μπορούσα να μιλήσω για τη γειτονιά αν δεν είχα μείνει. Ακόμα και τώρα δεν νιώθω απόλυτα άνετος, αλλά αυτό είναι κάτι εντελώς προσωπικό και δεν έχει σχέση με την περιοχή των Εξαρχείων. Με επηρέασε ότι έζησα στην περιοχή ως κάτοικος, ότι γυρίσαμε από το Βέλγιο και μείναμε εκεί και όχι σε κάποια άλλη περιοχή. Εκεί ένιωσα για πρώτη φορά την αίσθηση της ανεμελιάς, κάτι που δεν είχα νιώσει ποτέ στις Βρυξέλλες. Σίγουρα παίζει ρόλο και η ηλικία. Το ότι έζησα την εφηβεία μου εκεί ήταν ιδανικό.

Τι πραγματεύεται η ιστορία;
Στην αρχή δεν ήταν μια ιστορία, αλλά μικρά αυτοτελή κομμάτια ένα βράδυ στα Εξάρχεια. Μετά, μιλώντας με ένα φίλο, τον Νίκολας, μου πρότεινε μια μεγάλη ενιαία ιστορία και αποφασίσαμε να συνεργαστούμε. Στην ιστορία του βιβλίου ακολουθούμε τον πρωταγωνιστή του βιβλίου Νίκο, έναν Έλληνα της διασποράς που είναι περίπου 26-27 ετών. Επιστρέφει στην παιδική του γειτονιά, στα Εξάρχεια. Είναι ξένος πλέον στην καθημερινότητα της περιοχής και αναγκάζεται να μείνει περισσότερο απ' όσο ήθελε λόγω ορισμένων προβλημάτων. Η θεία του έχει ένα μπαρ και παιδεύεται μόνη της γιατί ο θείος του είναι στο νοσοκομείο. Το διαμέρισμα που νοικιάζουν έχει καταληφθεί από μετανάστες, ένας παλιός φίλος του ασχολείται με το πάρκο Ναυαρίνου και ζητάει κι αυτός βοήθεια.

Αυτά ήταν η αφορμή να μπούμε σε μια ατμόσφαιρα. Από εκεί και πέρα κρατήσαμε τις μικρές ιστορίες, κάθε κεφάλαιο ακολουθεί έναν άλλο χαρακτήρα. Γέροι συνταξιούχοι, πρεζάκια, αδέσποτα και κοπέλες συναντούν τον πρωταγωνιστή... Για να αποτυπωθεί ένα καλοκαίρι στα Εξάρχεια. Τις ιστορίες συνδέει μεταξύ τους μια αόρατη δύναμη, ένα κουτσό σκυλί, κάτι σαν πνεύμα της γειτονιάς που εμφανίζεται και επηρεάζει την κάθε κατάσταση.

Συμπεριλαμβάνει και πολιτικά γεγονότα; Γιατί η περιοχή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πολιτική σκέψη και έχει λειτουργήσει σαν φυτώριο ιδεών παρότι παρουσιάζεται συνεχώς σαν άβατο από τα ΜΜΕ.
Δείχνουμε πιστεύω τις επιπτώσεις από ορισμένα πολιτικά γεγονότα, χαϊδεύουμε αυτά τα θέματα, αλλά από μακριά. Είτε είναι η πολιτική βία, η πρέζα, η σκιά του φασισμού είτε η αστυνομία. Τους παράγοντες που παίζουν ρόλο στα γεγονότα. Δείχνουμε αλλά δεν λύνουμε. Τα αφήνουμε να υπάρχουν, όπως συμβαίνει και στην πραγματικότητα άλλωστε. Δείχνουμε ένα οδυνηρό παρελθόν. Την αγωνιστικότητα αλλά και τη στασιμότητα ορισμένων γενεών. Μπορείς να αποφύγεις την πολιτική τοποθέτηση αλλά σίγουρα όχι τις επιπτώσεις. Από τη στιγμή πάντως που ζωγραφίζω έναν εξαρχειώτικο δρόμο, είναι πολιτικό.

Περιέχει αυτοβιογραφικά στοιχεία;
Ορισμένα ναι, είναι αυτοβιογραφικά, αλλά σπάνια για τους μεγάλους άξονες της ιστορίας. Τα προσωπικά είναι αναμνήσεις και λεπτομέρειες που βάζουμε μέσα σε σκηνές. Διάλογοι ή καταστάσεις. Σίγουρα όμως με το που δουλεύαμε ξανά ένα κεφάλαιο πάντα σκεφτόμουν ιδιαίτερες, παράλογες καταστάσεις που είχα ζήσει μικρός. Περιέχουν και στοιχεία αυτοβιογραφικά του Νίκολας. Όταν μιλάμε για φιλία, για χωρισμούς, για απογοητεύσεις, μπάχαλα, ψάχνουμε πρώτα μέσα μας και μετά τα κάνουμε όλα να ζήσουν στην ιστορία μας.

Γιατί δεν προσπάθησες να το εκδόσεις στην Ελλάδα; Λείπει η κουλτούρα και η αγάπη για τα κόμικς;
Καθόλου δεν λείπει. Απλώς η γλώσσα που δουλεύω αυτήν τη στιγμή είναι τα γαλλικά. Βγήκε στη Γαλλία διότι εδώ μένω και εδώ είχε νόημα ένα τέτοιο βιβλίο πάνω στα Εξάρχεια. Δεν θα ήταν καθόλου ίδιο αν είχε βγει στην Ελλάδα. Ένας Γάλλος που δεν είναι μυημένος χρειάζεται βάσεις, χρειάζεται να ταξιδέψει μέσα από το βιβλίο. Δεν θα είχε νόημα να εξηγήσω απλουστευτικά τις ιδιαιτερότητες των Εξαρχείων σε έναν Έλληνα.

Πόσο καιρό δουλεύτηκε το βιβλίο;
Τρία χρόνια - και βάλε. Μέχρι να βρω ρυθμό, να μάθουμε να δουλεύουμε σωστά με τον Νίκολας, να γράφουμε και να ξαναγράφουμε. Τον τελευταίο μήνα ζητήσαμε εμείς οι ίδιοι deadline από τον εκδότη για να το τελειώσουμε. Αλλιώς τώρα που μιλάμε δεν θα είχε βγει ακόμη.

Είναι τα νεράντζια που μυρίζουν, που τα πετάς στη μάπα των φίλων σου, που τα κλοτσάς.

Ο Νίκολας είχε κάποια επαφή με την περιοχή ή την Ελλάδα ή λειτούργησε σαν εξωτερικός παρατηρητής;
Έφερε το νόημα της ιστορίας μέσα από αναμνήσεις από ντοκιμαντέρ. Είχε τη ματιά του ανθρώπου που δεν γνωρίζει την περιοχή πέρα από αυτά που έχει διαβάσει γι' αυτή. Το «παρασκήνιο» το κατάλαβε μετά. Όταν ήρθε και τον φιλοξένησα και περπάτησε, έζησε, μύρισε και ολοκληρώθηκε η ματιά του. Επίσης, μας κράτησαν τυχαία στο τμήμα για εξακρίβωση στοιχείων, πράγμα χρήσιμο για το βιβλίο. Οποιαδήποτε ιδέα του περνούσε από το φίλτρο της πραγματικότητας για να μην πούμε ανακρίβειες, την κρατούσαμε και τη δουλεύαμε.

Εσένα ποια είναι τα αγαπημένο σου κόμικς;
Έχω πολλά. Πάντα η εύκολη απάντηση είναι το Corto Maltese μιας και είναι τόσο ιδιαίτερο. Αλλιώς θα έλεγα το Buscavidas των Brecia και Trillo, το Deogratias του Jean Phillipe Stassen, ενός Βέλγου, ή τα κόμικς του Gipi.

Ποιο είναι το πρώτο που έφτιαξες;
Μικρός άλλαζα συχνά χαρακτήρες, ζωγράφιζα πανκιά, ντετέκτιβ. Το πρώτο που είχα φτιάξει μικρός είχε πρωταγωνιστή ένα σκύλο, δεν θυμάμαι το όνομά του αλλά δεν πειράζει γιατί στο κόμικ Εξάρχεια πρωταγωνιστεί πάλι ένα σκυλί και δεν έχει όνομα.

Το πρώτο που δημοσιεύτηκε ήταν ένα μονοσέλιδο που λεγόταν «Ο Θανασάκης» στους Schooligans. Μιλούσε για ένα παιδί που είναι μόνο και παίζει Counterstrike, οπότε μια μέρα θερίζει τη μισή του τάξη με μια καραμπίνα. Ήταν χιουμοριστικό πάντως. Οι Schooligans το κατάλαβαν, αλλά οι αντιδράσεις ήταν περίεργες. Μου είχαν πει τότε τα παιδιά του περιοδικού ότι ένας καθηγητής κάπου στην Ελλάδα το μοίρασε στους μαθητές του για να τους πει πόσο κακό κάνουν τα βίαια βιντεοπαιχνίδια. Πάντα θα υπάρχουν διαστρεβλώσεις. Το παραδέχομαι τώρα, γιατί έχουν περάσει δέκα χρόνια, αλλά ένα καρέ του «Θανασάκη» ήταν αντιγραμμένο από ένα καρέ του Γιώργου Τσούκη. Δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι θα μπορούσε να εκδοθεί. Μερικά χρόνια αργότερα και ενώ τους είχα μιλήσει για εκείνον και είχα αναφέρει πως είναι ένας Έλληνας κομίστας που αρέσει, το περιοδικό πήρε συνέντευξη από τον Τσούκη. Εκείνος το παρατήρησε και με ξέχεσαν στο περιοδικό. Το είχα ξεχάσει τελείως.

Θα μεταφραστεί για το ελληνικό κοινό το Πικρό Νεράντζι;
Το βιβλίο βγήκε τέλη Αυγούστου. Λογικά, μέσα σε ένα χρόνο θα κοιτάξουμε για μετάφραση. Είναι νωρίς ακόμη.

Είναι πιο εύκολο να εκδόσεις βιβλίο στο εξωτερικό; Τι προβλήματα θα συναντούσες εδώ πιστεύεις;
Υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες. Εδώ στείλαμε ένα ντοσιέ για μια υποτροφία της γαλλικής κοινότητας και μας έδωσαν ασύλληπτο ποσό για τα ελληνικά δεδομένα. Οπότε έχεις τη δυνατότητα να είσαι πιο άνετος, δουλεύοντας το βιβλίο σου χωρίς να χρειαστείς άλλο εισόδημα για λίγο διάστημα. Επίσης, έχει πιο ευρύ κοινό. Σίγουρα τα κόμικς έχουν περισσότερο ιστορικό παρελθόν στο Βέλγιο.

Γιατί «Πικρό Νεράντζι»;
Είναι οι νεραντζιές της Αθήνας. Είναι τα νεράντζια που μυρίζουν, που τα πετάς στη μάπα των φίλων σου, που τα κλοτσάς. Είναι η χαρακτηριστική εικόνα της πόλης, της γειτονιάς που συμβολίζει το γλυκόπικρο αίσθημα της ιστορίας που κάναμε. Είναι επίσης ένα τραγούδι του Enrico Macias. Είναι λίγο μέτριο, αλλά τι να κάνουμε.

Περισσότερα από το VICE

Κι Όμως Υπάρχει: Μιλήσαμε με Έναν Γκέι Οπαδό από την Κερκίδα της Σκληροπυρηνικής Λέγκια Βαρσοβίας

Οι Κάτοικοι στου Φιλοπάππου Έχουν Κηρύξει Πόλεμο στους Ravers

Αγάπη, Yoga και Ηδονή: Ένας Σύγχρονος Γυμνός Χίπικος Παράδεισος

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.