ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Μια Αληθινή Ιστορία

Πώς Είναι να Αθωώνεσαι για Φόνο Ύστερα από 21 Χρόνια στη Φυλακή

Αισθάνεσαι ανήμπορος να διαχειριστείς την ελευθερία σου.

Κείμενο Alison Flowers
06 Ιούνιος 2016, 5:00am

Illustration: Matt Rota

Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο VICE US.

Στο αποκλειστικό απόσπασμα που ακολουθεί από το βιβλίο Exoneree Diaries: The Fight for Innocence, Independence, and Identity (To Ημερολόγιο Ενός Αθώου: Η Μάχη για την Αθώωση, την Ελευθερία και την Ταυτότητα) της συνεργάτιδας του VICE, Alison Flowers, το οποίο κυκλοφορεί στις 7 Ιουνίου, η πλοκή εστιάζει στην άδικη καταδίκη που εξέδωσε η κομητεία Cook του Σικάγο, την πόλιτεία που έχουν γίνει οι περισσότερες εσφαλμένες καταδίκες στις ΗΠΑ. Το βιβλίο ερευνά τι συμβαίνει στους αθώους ανθρώπους όταν η πολιτεία ξεκλειδώνει την πόρτα της φυλακής και τους «ξαμολάει» στο άγνωστο. Το παρακάτω κεφάλαιο λαμβάνει χώρα τη στιγμή της ξαφνικής ανάκλησης της καταδίκης ενός άντρα για δολοφονία, του Jacques Rivera, ύστερα από περισσότερα από είκοσι χρόνια. Κατά την αποφυλάκισή του, τα ΜΜΕ τον υποδέχτηκαν με τυμπανοκρουσίες, τη στιγμή που ο ίδιος ένιωθε να παρανοεί, ανήμπορος να διαχειριστεί την ελευθερία του.

Η πραγματικότητα όπως είναι, μέσα από το Newsletter του VICE Greece

Ο Jacques Rivera έβαλε το χασαπομάχαιρο κάτω από το μαξιλάρι.

Ο 46χρονος άντρας ήταν καταχωνιασμένος στο μικροσκοπικό διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου ενός μπανγκαλόου που ανήκε στην αδερφή του, στη βορειοδυτική πλευρά του Σικάγο. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Οι ώρες κυλούσαν γρήγορα αφήνοντας πίσω τους τα μεσάνυχτα.

Η προηγούμενη μέρα, 4η Οκτωβρίου του 2011, ήταν μια αξιομνημόνευτη Τρίτη. Είχε επιτέλους ανακτήσει την ελευθερία του, 7.841 μέρες μετά την καταδίκη του για φόνο πρώτου βαθμού. Τα γενέθλιά του πλησίαζαν σε λίγες βδομάδες όταν τον είχαν στείλει στο «Ξενοδοχείο η Κόλαση» – στο σωφρονιστικό κέντρο Stateville, μια φυλακή υψίστης ασφαλείας στο Joliet του Ιλινόις, νοτιοδυτικά της μητροπολιτικής περιοχής του Σικάγο. Για περισσότερα από είκοσι χρόνια, αυτό ήταν το σπίτι του. Ένας τοίχος που υψωνόταν στα δέκα μέτρα κι ένας φράχτης.

Την Τρίτη το πρωί του 2011, η οικογένεια και οι φίλοι του Rivera είχαν καταλάβει τα έδρανα και των δύο πλευρών της δικαστικής αίθουσας. Από την πλευρά της γενικής εισαγγελίας μπορούσαν να τον δουν καλύτερα – ή τουλάχιστον αυτό τους είχαν διδάξει όλες οι ακροάσεις που είχαν προηγηθεί. Στην τρίτη σειρά, κάθονταν, το ένα δίπλα στο άλλο, τα τρία παιδιά του Rivera. Κοντά τους, η μεγάλη αδερφή του Rivera, Jeanette, βαριανάσαινε και προσευχόταν δίπλα στη μητέρα της, Gwendolyn. Τις τελευταίες βδομάδες, οι δύο γυναίκες μοιράζονταν τα όνειρα που έβλεπαν για μια αποφυλάκιση που δεν θα αργούσε. Στο όνειρο, εκείνος τους έλεγε: Θα γίνει. Θα γίνει. Περιμένετε. Περιμένετε. Περιμένετε.

«Όλοι όρθιοι», πρόσταξε ο δικαστικός επιμελητής.

Η δικαστής της κομητείας Cook, Neera Walsh, ξεκίνησε την ακρόαση με μια αυστηρή προειδοποίηση. «Θεωρώ δεδομένο ότι δεν χρειάζεται να υπενθυμίσω σε κανέναν στην αίθουσα ότι δεν πρόκειται να υπάρξουν οποιουδήποτε είδους ξεσπάσματα, ανεξάρτητα από το τι θα συμβεί σήμερα, έτσι;»

Οι υποστηρικτές του Rivera αντάλλαξαν βλέμματα προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσουν τα λόγια της δικαστή. Μήπως εννοούσε ότι επρόκειτο να απελευθερωθεί; Ή ότι θα τον έστελναν πίσω στο Stateville για να εκτίσει το υπόλοιπο της ογδονταετούς ποινής του;

«Ωραία. Και αν έχει κανείς κινητό τηλέφωνο, πρέπει να το απενεργοποιήσει. Όχι στο αθόρυβο ούτε στη δόνηση. Να το κλείσει. Κι αν δεν το κάνετε θα υπάρξουν συνέπειες, καταλάβατε;» διέταξε η Walsh.

Ακολούθησε η εισήγηση του γενικού εισαγγελέα. «Το αίτημα κρίνεται nolle prose».

«Το αίτημα κρίθηκε nolle prose», επανέλαβε η δικαστής.

Ο Rivera δεν είχε ξανακούσει αυτό τον νομικό όρο. Nolle pros ή prose, το οποίο είναι σύντμηση της λατινικής φράσης «nolle prosequi», σημαίνει «παύουμε την ποινική δίωξη».

H στιγμή έμοιαζε με έναν κόκκο σκόνης σε κλάσματα του δευτερολέπτου, όπως περιέγραψε ένας από τους γιους του Rivera.

«Κύριε Rivera, είστε ελεύθερος», είπε η Wash. «Καλή σας τύχη, κύριε».

Το πλήθος παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα, προσπαθώντας να μην κάνει πολύ θόρυβο. Προσπαθώντας να διαχειριστεί το σοκ, ο Rivera κούνησε το κεφάλι του. Δεν ήθελε να κάνει γρήγορες κινήσεις, γιατί φοβόταν ότι ο δικαστικός επιμελητής θα νόμιζε ότι θα επιχειρούσε να τρέξει.

Ο Rivera ήταν ελεύθερος, ναι – όμως όχι ακριβώς. Φυσικά έπρεπε να συμπληρωθούν πολλά έγγραφα και να περάσει από τη διαδικασία εξόδου από το κρατητήριο όπου είχε μεταφερθεί περιμένοντας να εκδικαστεί η έφεσή του.

Μη μπορώντας να κρύψουν άλλο τον ενθουσιασμό τους –σαν μικρά παιδιά που είναι έτοιμα να εκραγούν από τα γέλια μέσα στην εκκλησία– τα μέλη της οικογένειας του Rivera και όσοι τον στήριζαν άνοιξαν διάπλατα τις πόρτες της δικαστικής αίθουσας και άρχισαν να ουρλιάζουν, να ζητωκραυγάζουν και να αγκαλιάζουν ο ένας τον άλλο ανάμεσα στους διαδρόμους. Έβγαλαν όλοι έξω τα κινητά που απαγορεύονταν στο κτίριο και άρχισαν να τηλεφωνούν και να στέλνουν μηνύματα, διαδίδοντας τα νέα.

Η Jeanette, η οποία είχε σεβαστεί τον κανόνα απαγόρευσης κινητών, έτρεξε έξω προς το παρκαρισμένο αυτοκίνητό της, άνοιξε το ντουλαπάκι του συνοδηγού και άρπαξε το κινητό του κουνιάδου της για να τηλεφωνήσει στην κόρη και στον σύζυγό της.

«Είναι ελεύθερος», είπε.

Η συλλογή αποδείξεων είχε γίνει το οικογενειακό τους αστείο. «Ποιο είναι το άλλοθί σου; Πού είσαι; Τι κάνεις; Κράτησες τις αποδείξεις;»

Μέσα στη φυλακή, οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι συνόδευσαν τον Rivera, προσέχοντας κάθε του κίνηση. Αν σκόνταφτε και έπεφτε, το Τμήμα Σωφρονισμού θα μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνο.

Ο Rivera δεν είχε καθόλου προσωπικά αντικείμενα. Το προσωπικό βρήκε ένα τζιν και ένα μπλουζάκι στο νούμερό του. Η διαδικασία αποφυλάκισης κράτησε ώρες. Ήθελαν να είναι σίγουροι, σκέφτηκε ο Rivera.

Στην αίθουσα αναμονής στο γραφείο του σερίφη, οι δικηγόροι του, Jane Raley και Judy Royal, τον περίμεναν. Ο Rivera δάκρυσε όταν είδε τα πρόσωπά τους που άστραφταν. Η Jane, η οποία είχε πρωτοενδιαφερθεί για τον Rivera πριν από μια δεκαετία, του έδωσε μια αθλητική ζακέτα Chicago Bears – ένα δώρο από έναν από τους γιους του που τον περίμενε από έξω.

Ένας σωφρονιστικός υπάλληλος τους ρώτησε αν ήταν έτοιμοι. Καθώς βάδιζαν προς την έξοδο, ο Rivera άρχισε να κοντανασαίνει. Σταμάτησε και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Μην ανησυχείς», του είπε υπομονετικά ο σωφρονιστικός υπάλληλος για να τον ηρεμήσει. «Αν θέλεις να γυρίσεις πίσω, μπορούμε να περιμένουμε».

«Περίμενα εικοσιένα χρόνια», του είπε ο Rivera. «Δεν πρόκειται ποτέ να γυρίσω πίσω. Μόνο να προχωρήσω μπροστά». Με το κεφάλι του ελαφρώς χαμηλωμένο και τα χείλη του σφιγμένα, στην προσπάθειά του να συνέλθει από τη ναυτία, διέσχισε τις πύλες και βγήκε στον παγωμένο αέρα, με τις δυο «κολόνες» του στο πλάι – την Jane και την Judy.

Ένα κουνημένο βίντεο δεκατεσσάρων δευτερολέπτων απαθανάτισε τη στιγμή εκείνη, όταν εν μέσω των επευφημιών και των σφυριγμάτων του πλήθους, των τηλεοπτικών συνεργείων και των εκτυφλωτικών φώτων, ο Rivera σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον κόσμο που απλωνόταν μπροστά του. Οι πρώτοι που τον υποδέχτηκαν ήταν τα τρία από τα τέσσερα παιδιά του –ο Jacques Jr., που ήταν σχεδόν 29, ο 27χρονος Richard και η 23χρονη Jennifer–, τα οποία έτρεξαν προς το μέρος του, αψηφώντας τις εντολές των αστυνομικών που υποδείκνυαν στο πλήθος να κάνει πίσω. Καθώς έτρεχαν, άνοιξαν διάπλατα τα χέρια τους για να αγκαλιάσουν τον δακρυσμένο τους πατέρα. «Κανείς δεν μπορεί να μας σταματήσει πια», θυμάται ότι σκέφτηκε ο Jacques Jr.

Όταν κατάφερε να ξεφύγει από τις αμέτρητες αγκαλιές, ο Rivera έκανε μια στάση για να βγει φωτογραφία με τα παιδιά του. Πόζαραν με τέτοιο τρόπο ώστε να αναπαραστήσουν μια φωτογραφία Polaroid που είχαν βγάλει στη διάρκεια επίσκεψης που του είχαν κάνει, λίγο μετά την καταδίκη του το 1990. Σε εκείνο το οικογενειακό στιγμιότυπο, ο Rivera είχε στην αγκαλιά του την Jennifer που ήταν μωρό ακόμα, ενώ ο μικρός του γιος Richard ήταν στα αριστερά του και ο μεγάλος του γιος, Jacques Jr., στα δεξιά.

«Πόσο παράξενο ήταν όλο αυτό», λέει ο Rivera κοιτώντας τις δυο φωτογραφίες που τώρα είναι κρεμασμένες η μία πλάι στην άλλη στην κρεβατοκάμαρά του.

Εικονογράφηση: Matt Rota

Ανάμεσα στα κλικ και τα φλας από τις φωτογραφικές μηχανές των ειδησεογραφικών συνεργείων, ο Rivera αγκάλιασε τη μητέρα του που έκλαιγε με λυγμούς, οι οποίοι «επένδυσαν» τα τηλεοπτικά πλάνα. «Φοβόμουν ότι κάποιος θα με τσιμπούσε και θα μου έλεγε ότι ονειρεύομαι», είπε στους δημοσιογράφους η Gwendolyn Rivera, καθώς ο γιος της τύλιγε τα χέρια του γύρω από τους ώμους της, σαν να προσπαθούσε να τη συνεφέρει και να της απαλύνει τον πόνο. «Όμως» –είπε η μητέρα του, προσπαθώντας να ανασάνει με δάκρυα στα μάτια– «είναι ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα».

Έξι μικρόφωνα με λογότυπα ειδησεογραφικών καναλιών εμφανίστηκαν μπροστά στον Rivera. Οι άνθρωποι που τον στήριζαν αιωρούνταν πίσω του. Οι φίλοι του κυμάτιζαν αφίσες με φωτογραφίες του κατά τη σύλληψή του, τότε που ο Rivera ήταν ακόμα νέος, στα είκοσί του. Τώρα, το πρόσωπό του είχε γκρίζα γένια και ήταν εξαντλημένο.

«Η πόλη του Σικάγο πρέπει να μάθει την αλήθεια. Δεν σκότωσα αυτό τον νέο», φώναξε ο Rivera πάνω από τα μικρόφωνα με φωνή γεμάτη οργισμένη θλίψη. «Αυτό είναι το βασικότερο».

Οι κάμερες στράφηκαν στην Jane κι εκείνη έκανε αποκαλύψεις για όσα είχαν συμβεί στα παρασκήνια της έφεσης. «Σκέφτηκα "Θεέ μου! Αυτός ο άνθρωπος δεν έπρεπε ποτέ να έχει καταδικαστεί"», είπε στους δημοσιογράφους. «Και μας πήρε δέκα χρόνια για να βρούμε τον αυτόπτη μάρτυρα».

Οι δημοσιογράφοι ρώτησαν τον Rivera σχετικά με τον αυτόπτη μάρτυρα, ένα νεαρό αγόρι το οποίο είχε καταθέσει εναντίον του στην αρχική δίκη που είχε διεξαχθεί για τη δολοφονία ενός εφήβου της γειτονιάς από μια συμμορία. Ο μάρτυρας, ο οποίος πλέον είναι ένας άντρας τριάντα ετών που έχει πολύ διαφορετικό τρόπο ζωής, αποφάσισε να καταθέσει και να αποκαλύψει ότι όλα ήταν ένα μεγάλο ψέμα.

«Τον αγαπώ τον Orlando Lopez», είπε ο Rivera. «Δεν έφταιγε εκείνος. Ένα δωδεκάχρονο αγόρι ήταν. Τον παραπλάνησαν. Τον χειραγώγησαν».

Καθ' όλη τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου, ο Rivera έκανε το πλήθος να χαμογελάει επαινώντας συχνά τις δικηγόρους του. «Η Αμερική είχε την dream team στους Ολυμπιακούς Αγώνες», είπε. «Αυτές οι δύο είναι η δική μου dream team!»

Το μεγάλο και διαχυτικό χαμόγελο της Jane την έκανε να αστράφτει· ένα χαμόγελο που είχε την ικανότητα να απλώνεται σε όλο της το πρόσωπο και να εξαφανίζεται σε κλάσματα δευτερολέπτου, δίνοντας τη θέση του στη σοβαρότητα.

Οι φωτορεπόρτερ ακολούθησαν τον Rivera καθώς στριμωχνόταν σε ένα αυτοκίνητό με τα παιδιά και την πρώην γυναίκα του, Sophia. Δεν την είχε δει πολλές φορές από τον γάμο τους στη φυλακή στις αρχές της δεκαετίας του '90 και το μετέπειτα διαζύγιό τους, ένα χρόνο αργότερα, στη διάρκεια της κάθειρξής του. Όμως, με μια αμήχανη χάρη και λιγοστές κουβέντες ξεπέρασαν μονομιάς το διφορούμενο παρελθόν τους και απομακρύνθηκαν κοιτάζοντας μέσα από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου, καθώς το καραβάνι από τα τηλεοπτικά συνεργεία τους ακολουθούσε με φορτηγά.

Πίσω στο σπίτι της, περίμενε η αδερφή του Rivera, η Jeanette, η οποία έτρεξε ξυπόλητη μέχρι τη γωνία για να δει την αυτοκινητοπομπή που κατευθυνόταν στο σπίτι της αδερφής της, Rose.

«Ήταν λες και ήταν ο πρόεδρος», θυμάται η Jeanette. «Ήταν λες και ήταν κάποιο σημαντικό πρόσωπο».

Τα κορναρίσματα από το καραβάνι που αλυχτούσε βούιζαν όλο και πιο δυνατά όσο πλησίαζε. Η Jeanette πέρασε τρέχοντας μπροστά από τρία σπίτια για να πάρει τα παπούτσια της και επέστρεψε στο ίδιο σημείο για τρίτη φορά, περιμένοντας τον αδερφό της στο πεζοδρόμιο. Βγαίνοντας από το αυτοκίνητο του γιου του, ο Rivera πήρε την αδερφή του στην αγκαλιά του.

«Θεέ μου, δεν το πιστεύω», του είπε. «Είσαι ελεύθερος. Είσαι εδώ».

Συγκινημένος, ο Rivera πρόφερε πνιχτά τις λέξεις. «Ναι, αδερφούλα. Ναι, αδερφούλα».

Οι γείτονες άρχισαν να ξεπροβάλλουν από τα σπίτια τους νιώθοντας ότι βλέπουν τα γυρίσματα κάποιας ταινίας. Το θέαμα ήταν ασυνήθιστο· τρίποδα και φώτα είχαν πλημμυρίσει το τετράγωνο.

Στο σπίτι είχαν παραγγείλει πίτσα. Ο Rivera έφαγε μόνο μια-δυο μπουκιές· το στομάχι του είχε τυλιχτεί σε νευρικούς κόμπους, καθώς το σπίτι έσφυζε από κόσμο που έβγαζε φωτογραφίες με smartphones, ενώ LED φώτα λαμπύριζαν παντού.

Του έδωσαν πολλά κινητά για να πει «γεια» σε παλιούς φίλους.

«Είσαι σίγουρος ότι δεν θέλεις καμιά μπριζόλα;»

«Το πρόσωπό του τα έλεγε όλα», ανακαλεί ο γιός του Jacques Jr. «Ήταν λες και έλεγε "Τι είναι αυτό που βιώνω;"»

Ένα ειδησεογραφικό συνεργείο χτύπησε την πόρτα. «Μπα, πες τους να μ' αφήσουν ήσυχο», είπε ο Rivera.

Πίσω στην κουζίνα, η Jeanette έδινε συμβουλές στον αδερφό της. Για αρχή, χρειαζόταν μια ταυτότητα. Του είπε να βεβαιώνεται ότι κρατά όλες τις αποδείξεις είσπραξης αυτήν τη φορά. Η συλλογή αποδείξεων είχε γίνει το οικογενειακό τους αστείο. «Ποιο είναι το άλλοθί σου; Πού είσαι; Τι κάνεις; Κράτησες τις αποδείξεις;»

Μετά η Jeanette σοβάρεψε. «Μη μείνεις στην παλιά γειτονιά», του είπε. «Να φυλάγεσαι. Να προσέχεις τα νώτα σου». Τον είχαν χάσει μια φορά. Δεν ήθελαν να τον ξαναχάσουν.

«Ξέρω, ξέρω», τη διαβεβαίωσε ο Rivera. «Δεν είμαι μωρό. Μπορώ να φροντίσω τον εαυτό μου».

Μια έκφραση ανησυχίας σκέπασε το πρόσωπο της Jeanette. «Ναι, αλλά τώρα είσαι στον πραγματικό κόσμο. Είναι σαν να κοιμόσουν κάτω από έναν βράχο και ξαφνικά να επέστρεψες στη ζωή».

Η οικογένειά του δεν ήθελε να τον αφήσει, όμως συμφώνησαν να ξαναβρεθούν την επόμενη μέρα για πρωινό. Προς το παρόν, ο Rivera θα έμενε με τη μητέρα του στο λοφτ της αδερφής του, Rose.

Ήταν ώρα για ύπνο. Η Rose κοίταξε καλά τον αδερφό της. «Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, έμοιαζε με άστεγο», παρατήρησε. «Έδειχνε τρομαγμένος, φοβισμένος. Ήταν έξω από τα νερά του».

Κατευθύνθηκαν στον στενό, περιορισμένο χώρο περνώντας μέσα από τις ξεχωριστή διπλή είσοδο. «Θα βάλεις κάγκελα στα παράθυρα;» τη ρώτησε ο Rivera. «Μπορεί να μπει κάποιος μέσα, ξέρεις. Θα βάλεις συναγερμό;»

«Jacques, κανείς δεν θα μπει μέσα», του είπε η Rose. «Είσαι ασφαλής εδώ».

Ο Rivera κλείδωσε την εσωτερική πόρτα της διπλής εισόδου, παρόλο που ήταν από τζάμι. Σκέφτηκε ότι τουλάχιστον έτσι θα άκουγε να σπάνε γυαλιά αν έμπαινε κάποιος μέσα. Εν τω μεταξύ, δυο τσιουάουα, ο Tiger και η Roo, ήταν επίσης σε επιφυλακή, έτοιμα να αρχίσουν το γάβγισμα σε περίπτωση που κάποιος πλησίαζε την πόρτα.

Μη μπορώντας να κοιμηθεί, ο Rivera αποφάσισε να φέρει κάτι για προστασία. Βρήκε ένα εργαλείο –ένα χασαπομάχαιρο από την κουζίνα–, και με τη λεπίδα στο χέρι επέστρεψε γρήγορα στο κρεβάτι.

Η Alison Flowers είναι βραβευμένη δημοσιογράφος-ερευνήτρια που εστιάζει στο κοινωνικό και το ποινικό δίκαιο. Το παραπάνω δοκίμιο είναι ένα διασκευασμένο απόσπασμα από το νέο της βιβλίο,Exoneree Diaries: The Fight for Innocence, Independence, and Identity, διαθέσιμο από τις 7 Ιουνίου από τη Haymarket Books. Ακολουθήστε την στο Twitter.

Περισσότερα από το VICE

Οι Γυναίκες που την «Έκαναν» από τη Σαουδική Αραβία Επειδή Δεν Άντεχαν να Είναι Κλειδωμένες σε Ένα Σπίτι

Γυμνές Απεικονίσεις του Γυναικείου Σώματος που Δεν Έχουμε Συνηθίσει

Ρωτήσαμε Πέντε Φοιτητές αν το Πανεπιστήμιό τους Τελικά Είναι Όπως το Φαντάζονταν Πριν Περάσουν

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Tagged:
crime
News
φυλακές
δικαιοσύνη
άγνωστοι
δικαστήριο
αποφυλάκιση
φόνος
αθώωση
επανένταξη
φυλακισμένος
αθώος