ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Music by VICE

Κοπρόσκυλα για Πάντα: Τα Είπ(ι)αμε με τους Χατ Τρικ

Ο Αστέρης, ο Γιώργος και ο Πετρής σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις τους.

Κείμενο Παύλος Τουμπέκης
17 Οκτώβριος 2016, 7:54am

To άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στις 17/10/2016.

Ποτέ δεν ήμουν από τους τύπους που έβλεπες και έλεγες «α, να ένας πάνκης». Πολλοί με αποκαλούσαν κατά καιρούς «ροκάκι», αλλά όχι για το είδος μουσικής που άκουγα. Η αλήθεια είναι ότι, κυρίως λόγω παρέας, ροκ μουσική άκουγα κυρίως στο σπίτι μου. Μέχρι που μετακόμισα στην Αθήνα.

Ωστόσο, η πρώτη μου live επαφή με την αγαπημένη μου πανκ ροκ μπάντα δεν ήταν στην Αθήνα αλλά στον Πύργο. Εκεί, πριν από τρία-τέσσερα καλοκαίρια, άκουσα για πρώτη φορά ζωντανά τους Χατ Τρικ. Από τότε, μου δημιουργήθηκε μια επιθυμία να τους γνωρίσω, αλλά κυρίως να τους ακούσω ξανά σε κάποια συναυλία. Δυστυχώς, όσες φορές ήρθαν Αθήνα εγώ βρισκόμουν κάπου αλλού και έτσι μόλις πριν από δέκα ημέρες κατάφερα επιτέλους να τους συναντήσω, τόσο μουσικά όσο και προσωπικά, στην Αθήνα, με αφορμή το live τους στο Gagarin, που έγινε στις 8 Οκτώβρη.

Η πρώτη επικοινωνία που είχα μαζί τους ύστερα από τόσα χρόνια ήταν με ένα μέλος τους, τον Αστέρη, κιθαρίστα της μπάντας. «Έλα την Παρασκευή κατά τις 8 μ.μ. στο στούντιό μας στον Πειραιά», μου είπε.

Παρασκευή 7.45 μ.μ. ήμουν ήδη κάτω από το στούντιό τους, πίσω από τον ηλεκτρικό σταθμό του Πειραιά. Το στούντιο βρίσκεται σε μια πολυκατοικία όπου ακούς μόνο μουσική. Δίπλα, πάνω, στον κάτω όροφο υπάρχουν αντίστοιχα μικρά δωματιάκια όπου μπάντες –κυρίως ροκ– γρατζουνάνε τις κιθάρες τους.

Με το που φθάνω στο δωματιάκι των Χατ Τρικ, ο Αστέρης, ο Πετρής και ο Γιώργος με υποδέχονται ημίγυμνοι –κλασική εικόνα τους– πίνοντας μπίρες. Τους πετυχαίνω στη φάση που κάνουν πρόβα κάποια κομμάτια τους, μιας και την επόμενη μέρα έχουν το live. Κυρίως, όμως, αράζουν και γουστάρουν. Άλλωστε, όπως λένε, αυτό είναι το βασικό στοιχείο που τους χαρακτηρίζει: μια παρέα φίλων που απλώς συναντιούνται συχνά-πυκνά και παίζουν μουσική.

Ο Αστέρης και ο Πετρής μένουν στη Θεσσαλονίκη ενώ ο Γιώργος στην Αθήνα και αυτό είναι κάτι που θεωρητικά θα δυσκόλευε την μπάντα σε επίπεδο συντονισμού. «Δεν μας δυσκολεύει σε κάτι. Αν υπήρχε μεγαλύτερο κοινό ή ήμασταν σε μεγαλύτερη χώρα και ζούσαμε αποκλειστικά από το πανκ ροκ, τότε ίσως το σκεφτόμασταν να μείνουμε σε ένα μέρος και οι τρεις. Στην τελική, όμως, το γεγονός ότι δεν είμαστε κώλος και βρακί ίσως μας κρατάει τόσα χρόνια μαζί», λέει ο Πετρής. «Το θέλουμε πολύ», συμπληρώνει ο Γιώργος. «Αυτό είναι το μυστικό».

Η κουβέντα επιστρέφει για λίγο στο live όπου τους πρωτοείδα, περνάει σε ένα ντοκιμαντέρ που έκανα πρόσφατα σχετικά με τους Ισραηλινούς που αγαπούν την ελληνική μουσική και καταλήγει στα ψάρια που έφαγαν το μεσημέρι σε μια ταβέρνα στον Πειραιά. «Το είχατε πάντα αυτό το κόλλημα με το φαγητό;» τους ρωτώ μιας και είναι κάτι που ξέρουν όλοι όσοι τους έχουν πετύχει σε κάποια φάση εκτός συναυλίας. «Ναι, πάντα. Βασικά, έχουμε θέμα με τις ταβέρνες», απαντά ο Αστέρης.

Η μπάντα κλείνει φέτος 11 χρόνια και πρόσφατα κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο ορισμένα από τα κομμάτια του νέου τους δίσκου Ο Βασιλιάς Είναι Γυμνός, τα οποία είναι σε unplugged μορφή. «Θα γράψουμε άλλα δέκα κομμάτια περίπου, στο ίδιο στιλ, τα οποία θα ανέβουν κι αυτά στο Ίντερνετ. Ενώ τα Χριστούγεννα θα βγάλουμε πάλι άλμπουμ, σε ηλεκτρική μορφή αυτήν τη φορά», λέει ο Πετρής. «Ήταν καλλιτεχνική ανάγκη να βγάλετε τα κομμάτια του νέου σας δίσκου σε ακουστική μορφή;» τους ρωτώ. «Θέλαμε να παίξουμε τις μελωδίες μας με άλλον τρόπο. Αυτό είναι μόνο. Δεν αλλάζει κάτι», απαντάει ο Γιώργος. «Οι μελωδίες αυτές είναι πιο καθαρές. Όταν βγάζουμε οποιονδήποτε δίσκο, αυτή είναι η πρώτη γεύση των κομματιών. Unplugged. Σίγουρα είναι πιο χαλαρός από τους υπόλοιπους δίσκους μας, αλλά γράφουμε συνέχεια, δεν σταματάμε. Μας ήρθε αυτή η ιδέα, την κάναμε. Πάμε παρακάτω τώρα, δεν σημαίνει κάτι. Δεν είναι κάποιο ορόσημο στην καριέρα μας», προσθέτει ο Πετρής. «Όποιος μας παρακολουθεί καταλαβαίνει τη λογική μας, δεν αλλάζουμε ρότα», παίρνει ξανά τον λόγο ο Γιώργος – ή Χόρχε.

Πετρής

Γιώργος

Αστέρης (Οι φωτογραφίες είναι από το πρόσφατο live τους στο Gagarin/ Φωτογραφία από τη σελίδα του Gagarin στο facebook/© Iren Rys - Rysaki _ΕΙΡΗΝΗ ΡΥΣΑΚΗ)

«Πώς σας φαίνεται αυτή η 11ετία που έχει περάσει; Τι σας έρχεται στο μυαλό όταν το σκέφτεστε;» τους ρωτώ. «Γαμώ, σούπερ. Πέρασαν γρήγορα τα χρόνια, αλλά όταν ξεκινούσαμε σίγουρα δεν μας φανταζόμασταν έτσι. Βγήκε πολύ καλύτερη η φάση», απαντάει ο Αστέρης. «Πώς αποφασίσατε να το πάτε επαγγελματικά πριν από 11 χρόνια;» τους ρωτώ ξανά, αμέσως. Ο Πετρής παίρνει τον λόγο: «Αυτό που κάνουμε, γενικά, είναι πως όταν μαζεύονται κάποια τραγούδια, βρισκόμαστε, τα ακούμε και βγάζουμε δίσκο. Δεν είναι καμία φοβερή επιστήμη το πανκ ροκ. Ή το 'χεις ή δεν το 'χεις. Ποτέ δεν το κάναμε επαγγελματικά. Απλώς, αυτό που κάναμε άρεσε. Δεν κάνουμε τίποτα περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη μπάντα. Αν πάρεις τους δίσκους μας έναν προς έναν, θα δεις ότι είναι μες στα λάθη – τυπογραφικά κ.λπ. Ποιο είναι το επαγγελματικό στοιχείο μας; Οι δημόσιες σχέσεις; Δεν νομίζω. Απλώς, πριν από 11 χρόνια βρεθήκαμε, παίξαμε, γουστάραμε και μετά μας γούσταρε ο κόσμος. Αργήσαμε μάλιστα να καταλάβουμε ότι αρέσουμε στον κόσμο, διότι ήμασταν σε άλλες μπάντες παράλληλα και αυτό που συνέβαινε μεταξύ μας ήταν πιο χαβαλετζίδικο».

«Mετά έγινε πιο σοβαρός αυτός ο χαβαλές», προσθέτει ο Χόρχε.

Από τότε, λοιπόν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν έχει υπάρξει live που να παίξαμε και ο κόσμος από κάτω να μη γνώριζε τα κομμάτια μας.

Οι Χατ Τρικ γνωρίστηκαν, λοιπόν, μέσω της μουσικής. Ο Πετρής και ο Αστέρης, βασικά, γνωρίζονταν από πολύ μικρή ηλικία, ενώ ο Γιώργος προστέθηκε στην παρέα όταν βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη για σπουδές. Ίδια στέκια, ίδιες συναυλίες και κάπως έτσι ήρθε και έδεσε. «Όταν έμαθαν ότι παίζω τύμπανα, μου είπαν για την μπάντα και αυτό ήταν», λέει ο Γιώργος.

«To πρώτο live σας το θυμάστε;» αναρωτιέμαι. «Ήταν τότε που παίξαμε δύο φορές, ρε;» ρωτά τους άλλους δύο ο Γιώργος. «Παίζαμε σε μια κατάληψη στη Θεσσαλονίκη, πολύ παρεΐστικη φάση. Ήταν φανταστικά. Απ' ό,τι θυμάμαι, τελειώσαμε το live, κατεβήκαμε από το stage, ήπιαμε τα ξίδια μας και είχαμε καυλώσει να παίξουμε ξανά. Εννοείται ότι δεν καταφέραμε να παίξουμε πάνω από δύο κομμάτια γιατί ήμασταν μεθυσμένοι, αλλά ήταν γαμώ», λέει ο Αστέρης. «Μάλιστα, επειδή στα κομμάτια μας υπήρχαν κάτι στιχάκια τύπου "κούκλα μου γλυκιά", κάτι φίλοι μας από κάτω μας πέταγαν κουτάκια μπίρας και μας κορόιδευαν. Πού θέλω να καταλήξω, όμως; Την επόμενη μέρα, ο Χόρχε, ο οποίος ήταν ο μόνος που είχε Ίντερνετ τότε, ανέβασε κάποια κομμάτια μας στο My Space και έγινε χαμός. Από τότε, λοιπόν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν έχει υπάρξει live που να παίξαμε και ο κόσμος από κάτω να μη γνώριζε τα κομμάτια μας», συμπληρώνει ο Πετρής, ο μπασίστας και τραγουδιστής της μπάντας.

Ναι, σταματήσαμε να παίζουμε στις φοιτητικές λέσχες. Κακό είναι αυτό; Όποιος πάει μπροστά, εκτίθεται και ακούγονται πολλά, αλλά να σε πω κάτι; Αν αυτό το σκεπτικό ήταν κριτήριο για τον Iggy Pop...

«Ήταν αυτή η καλύτερη στιγμή σας ως συγκρότημα;» ρωτώ. «Η καλύτερη στιγμή μας δεν είναι εν ώρα live. Μάλλον είναι σε καμιά ταβέρνα. Ή την έχουμε ξεχάσει», απαντά –κλασικά, μες στον χαβαλέ– ο Πετρής. Ενώ ο Γιώργος, θέλοντας να δώσει μια άλλη απάντηση, λέει πως η συναυλία τους στις φυλακές ανηλίκων του Βόλου πρόπερσι το φθινόπωρο ήταν μια πολύ δυνατή στιγμή. «Ναι, όντως», επανέρχεται ο Πετρής. «Ήταν γενικά περίεργα. Τέτοια, όμως, δεν κάνουν οι rock n roll μπάντες; Η κουβέντα, μάλιστα, με τα παιδιά εκεί, πήγε περισσότερο στα τατουάζ παρά στη μουσική».

Με αφορμή την ατάκα του Πετρή «τέτοια, όμως, δεν κάνουν οι rock n roll μπάντες;» παίρνω το θάρρος να ανοίξω κουβέντα για κάτι που γενικά συζητιέται σε κάθε είδος μουσικής –κακώς, αλλά συζητιέται– σχετικά με το «ξεπούλημα» κάποιων καλλιτεχνών όταν αποφασίζουν να διευρύνουν το κοινό τους ή να εξελιχθούν. Για παράδειγμα, στον χώρο της ραπ αυτό έχει να κάνει κυρίως με συνεργασίες με άλλους ράπερ ή τραγουδιστές. Στο ροκ, αυτό που ακούγεται γενικά είναι ότι «από εκεί που έπαιζαν σε μικρούς και αυτοοργανωμένους χώρους, τώρα κάνουν live στο Gagarin», για παράδειγμα. «Ποιοι είναι αυτοί οι αληθινοί, οι λίγοι και εκλεκτοί;» λέει σχεδόν έξαλλος ο Πετρής. «Τι είναι αυτό που λένε; Φλωριές είναι αυτά. Εγώ πιστεύω πως δεν ξεπουληθήκαμε. Αλλά είμαι έτοιμος να πουλήσω τα πάντα, το τατουάζ που λέει πανκ να το βάλω σε διαφήμιση εταιρείας και να κάνω τα πάντα, αρκεί να μου πεις πού ξεπουλιούνται οι πανκ ροκ μπάντες; Ναι, θέλω μόνο λεφτά. Βρες μου όμως πού ξεπουλιούνται να πάμε», λέει ασταμάτητος κι ενώ πετάει ανάμεσα στις κουβέντες του ατάκες όπως «νιώθεις τι λέω;» ή μου εξηγεί πως αν τον γνωρίσω καλύτερα θα καταλάβω με τι σκεπτικό τα λέει αυτά, ώστε να μην τον παρεξηγήσω. «Ναι, σταματήσαμε να παίζουμε στις φοιτητικές λέσχες. Κακό είναι αυτό; Όποιος πάει μπροστά, εκτίθεται και ακούγονται πολλά, αλλά να σε πω κάτι; Αν αυτό το σκεπτικό ήταν κριτήριο για τον Iggy Pop...» και αφήνει την κουβέντα εκεί, για να αναλάβει ο Γιώργος. «Υπάρχει μιζέρια εδώ, ρε συ. Αν σκέφτονταν έτσι όλες οι μπάντες ή τα ιερά τέρατα της μουσικής, τότε δεν θα υπήρχε τίποτα. Το "είμαι πανκ και μένω στα σκατά για μια ζωή" δεν υπάρχει». «Μα πώς θα μεγαλώσει μια μπάντα; Δεν καταλαβαίνω τι κακό έχει η λέξη μάνατζερ, που εμείς δεν έχουμε κιόλας συγκεκριμένα, αλλά λέμε», τονίζει από τη μεριά του ο Αστέρης.

«Έχει τύχει να πάτε να παίξετε κάπου και τελικά να μην παίξετε;» τους ρωτώ αλλάζοντας θέμα. «Πάνω-κάτω, τα πάντα έχουν τύχει. Κυρίως, όμως, το άσχημο που συμβαίνει όταν πηγαίνουμε να παίξουμε σε κάποια μέρη είναι να μη μας κάνουν παρέα, ενώ αυτό που παίζουμε είναι εντελώς παρεΐστικο», απαντά ο Γιώργος. «Ξέρεις τι γίνεται; Παίρνουν όλοι τηλέφωνα και λένε "ελάτε να παίξετε εδώ, γουστάρουμε κ.λπ." και πηγαίνεις –συνήθως εγώ κλείνω κάτι τέτοια fail live– και κάθεσαι όλο το βράδυ μόνος σου, δεν σου μιλάει κανείς, όλοι πουλάνε μπίρες κ.λπ. Για παράδειγμα, στα Γιάννενα μας έχει συμβεί κάτι τέτοιο. Είχαμε πάει να παίξουμε αφιλοκερδώς και το μόνο που τους είχαμε ζητήσει ήταν να μας έχουν φαγητό, ποτό και κάπου να μείνουμε. Πάμε εκεί, λοιπόν, και καθόμαστε μόνοι μας σχεδόν όλο το βράδυ. Σε κάποια φάση πάω και μιλάω στην υπεύθυνη του live και αυτή, από όσα της λέω, καταλαβαίνει ότι πρέπει να μας φέρει ένα μπουκάλι κρασί, χωρίς ανοιχτήρι κιόλας, και να μας πει να πάμε να φάμε σε ένα σουβλατζίδικο όπου λέγοντας το όνομά της θα φάμε τσάμπα», λέει ο Πετρής. «Ε, φύγαμε. Το ίδιο έγινε στην Κέρκυρα σε παρόμοιο σκηνικό. Μετράνε λεφτά και μπίρες. Δεν γουστάρουν τη φάση», καταλήγει. «Ακόμα και τώρα, που έχετε την εμπειρία να αποφύγετε κάτι τέτοιο, μπορεί να την πατήσετε πάλι;» απορώ. «Ναι, διότι κάθε live είναι ευκαιρία για να βρεθούμε ή να πάμε σε ένα καινούργιο μέρος και το θέλουμε πολύ», απαντάει ο Γιώργος.

Στην αρχή νομίζαμε ότι κρατούσαν αεροβόλα και τους πήραμε στον χαβαλέ, αλλά την επόμενη μέρα μάθαμε ότι έπεσαν πραγματικοί πυροβολισμοί εκεί. Προφανώς κάποιους περίμεναν, ευτυχώς όχι εμάς.

Όταν πηγαίνουν σε κάποιο μέρος, οι Χατ Τρικ, όπως λένε, πάντα θέτουν κανόνες μεταξύ τους αλλά ποτέ δεν τους τηρούν, με τον βασικότερο από αυτούς να είναι πως «δεν θα σουρώσουμε μια μέρα πριν από το live». «Πάντα σουρώνουμε και κάνουμε τα χειρότερα μια μέρα πριν από το live», λέει ο Αστέρης. «Γενικά όταν είμαστε κάπου και οι τρεις μας, κάνουμε τα χειρότερα», συμπληρώνει ο Πετρής.

Ρωτώ τα παιδιά αν υπάρχουν κομμάτια που δεν υπάρχει περίπτωση να μην παίξουν στα live τους. «Το "Με τον Καιρό" ήταν το πρώτο κομμάτι στις συναυλίες μας για πάρα πολλά χρόνια και το "Τρελαίνομαι" είναι πάντα το τραγούδι με το οποίο κλείνουμε κάθε μας εμφάνιση». «Γιατί έτσι;» ρωτώ από περιέργεια για το Τρελαίνομαι. «Διότι μπορούμε να το παίζουμε ό,τι κι αν γίνει. Ακόμα και ανάποδα να μας βάλεις, σε ό,τι κατάσταση κι αν είμαστε, θα καταφέρουμε να το παίξουμε», λέει ο Πετρής. «Είναι η τελευταία τσίτα, η τελευταία ντόπα μας», επανέρχεται ο Αστέρης.

Η πραγματικότητα όπως είναι, μέσα από το Newsletter του VICE Greece

Μιας και μιλάμε πάλι για live, εμφανίσεις και περιοδείες τους, τους ζητώ να θυμηθούν το πιο hardcore σκηνικό που έχουν βιώσει σε κάτι από τα παραπάνω. Αφού εξιστορούν διάφορα σκηνικά, συμφωνούν όλοι πως όταν τους την «έπεσαν» καμιά εικοσαριά 12χρονοι Ρομά με όπλα, όταν είχαν χαθεί σε κάποια περιοχή κοντά σε καταυλισμό τους, είχαν πραγματικά φοβηθεί. «Στην αρχή νομίζαμε ότι κρατούσαν αεροβόλα και τους πήραμε στον χαβαλέ, αλλά την επόμενη μέρα μάθαμε ότι έπεσαν πραγματικοί πυροβολισμοί εκεί. Προφανώς κάποιους περίμεναν, ευτυχώς όχι εμάς», λέει ο Αστέρης. Επειδή όμως η ερώτηση είχε να κάνει με σκηνικό σε κάποια συναυλία, τους ζητώ να μου εξιστορήσουν ένα περιστατικό που έχει συμβεί εντός συναυλίας. «Το 2012 είχα παίξει ξύλο με έναν τύπο σε ένα live. Ο άνθρωπος μας έπιασε πριν από το live, εκεί που αράζαμε, και μας έκανε επίθεση ότι τα τραγούδια που είχαμε βγάλει ήταν "φλώρικα". Τον λέω "ηρέμησε, ρε μεγάλε, δεν τρέχει κάτι. Μπορεί να σου αρέσουν τα επόμενα κομμάτια που θα βγάλουμε. Αυτά πάντως άρεσαν σε εμάς". Έπειτα, όταν ξεκινήσαμε το live, ο τύπος ξεκίνησε να μας κάνει κωλοδάχτυλα έχοντας αναμμένο τον αναπτήρα του για να φαίνεται. Ε, εκεί μπλέξαμε λίγο», θυμάται ο Πετρής.

«Ποιο θεωρείτε πως είναι το Νο1 πρόβλημα για μια νέα μπάντα στην Ελλάδα;» τους λέω, ενώ κοντεύω να εξαντλήσω τις ερωτήσεις μου. «Το να είναι πανκ», απαντά ο Πετρής αυθόρμητα.

«Ελάχιστοι έχουν έρθει να μας κράξουν face to face και όποτε συμβαίνει αυτό, συνήθως γίνεται μαλακία», προσθέτει ο Αστέρης. «Σας αρέσει να συντηρείται ο μύθος των κακών παιδιών που, καλώς ή κακώς, σας ακολουθεί κατά κάποιον τρόπο;» ρωτώ. «Αυτή είναι η ζωή μας», απαντά αμέσως ο Πετρής. «Δεν μας ενδιαφέρει να τον συντηρούμε, αλλά έτσι είμαστε ως άτομα ξεχωριστά, ο καθένας μας», καταλήγει.

Οι Χατ Τρικ, ως skinhead μπάντα, παλιότερα έχουν παρεξηγηθεί, επειδή η skinhead κουλτούρα συνδέθηκε με τους φασίστες κάποτε. Ωστόσο, όπως λέει ο Αστέρης: «Ευτυχώς δεν μας έχουν κατηγορήσει ποτέ ως δεξιούς», ξεκαθαρίζοντας πως οποιαδήποτε πολιτική προπαγάνδα δεν χωράει στην μπάντα.

Χρειάζεται οργάνωση και πλάνο πενταετίας ένα τέτοιο άνοιγμα στο εξωτερικό. Εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε πλάνο τετάρτου.

«Ποιο θεωρείτε πως είναι το Νο1 πρόβλημα για μια νέα μπάντα στην Ελλάδα;» τους λέω, ενώ κοντεύω να εξαντλήσω τις ερωτήσεις μου. «Το να είναι πανκ», απαντά ο Πετρής αυθόρμητα. «Είναι η μόνη μουσική που δεν σε αφήνει να αγιάσεις. Δεν σε μετράνε ως μουσικό. Δεν ξέρω γιατί. Αν περιμένεις να ζήσεις από την πανκ μουσική είσαι πεταμένος», συνεχίζει, ενώ μου λέει πως όλοι τους κάνουν κι άλλες δουλειές για να βγάζουν τα έξοδά τους. Ο ίδιος έχει tattoo studio, το Dr Skin, ο Αστέρης εργάζεται σε μπαρ και ο Γιώργος είναι συμβασιούχος. «Αυτό συμβαίνει επειδή κανείς δεν είναι πρόθυμος να πληρώσει για τη μουσική. Τη θέλουν τσάμπα. Μπορεί να πληρώσουν για όλα τα υπόλοιπα –τα ρούχα τους, τις μπίρες τους– αλλά τη μουσική θεωρούν ότι τη δικαιούνται free», συμπληρώνει ο Χόρχε. «Κι εμείς, μη φανταστείς, ό,τι τραγούδι βγάζουμε το ανεβάζουμε δωρεάν στο διαδίκτυο, στέλνουμε δίσκους τσάμπα σε όποιον μας το ζητήσει, κάνουμε τρία-τέσσερα live αφιλοκερδώς τον χρόνο. Ε, τι άλλο να κάνουμε; Να δίνουμε και χαρτζιλίκι σε ορισμένους;» λέει ο Πετρής που παίρνει ξανά τον λόγο και μου ζητά να τους κάνω άλλες πέντε ερωτήσεις οι οποίες μου δημιουργήθηκαν ύστερα από όλη την παραπάνω συζήτηση.

«Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;» ρωτώ με τη σειρά μου εντελώς αυθόρμητα, ενώ οι μπίρες εδώ και ώρα ανοίγουν η μία μετά την άλλη. Αφού ξεσπάμε σε γέλια και κάνουμε ένα μικρό διάλειμμα για να βγάλουμε αναμνηστικές φωτογραφίες, τους ρωτώ –σοβαρά αυτήν τη φορά– αν το παραπάνω παράπονο θα τους έκανε ποτέ να σκεφτούν να φύγουν από την Ελλάδα, έστω για περιοδεία. «Το έχουμε στο μυαλό μας. Θα γίνει στο άμεσο μέλλον και θα είναι φανταστικά», αποκρίνεται ο Αστέρης. «Αν βγάλουμε στιχάκια στα αγγλικά, τα δουλέψουμε και τα τραγουδήσει ο Αστέρης, θα είναι γαμώ. Βέβαια, αυτό προϋποθέτει και μια άλλη ποιότητα ατόμων», λέει ο Πετρής, στέλνοντας την κουβέντα και πάλι σε time out. Και συνεχίζει: «Πέρα από την πλάκα, χρειάζεται οργάνωση και πλάνο πενταετίας ένα τέτοιο άνοιγμα στο εξωτερικό. Εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε πλάνο τετάρτου». (παύση). «Τι με ρώτησες; Θύμισέ μου», λέει.

Oι Χατ Τρικ κι εγώ / Φωτογραφία του συντάκτη

Έχοντας καταλάβει πως είναι ώρα να αφήσουμε την κουβέντα και να αράξουμε, καθώς επίσης και να απολαύσω πριβέ την πρόβα τους, μαθαίνω πως η τριάδα αυτή έχει παίξει live σε Αργεντινή, Βραζιλία, Κίνα και Αυστραλία, έστω και μη οργανωμένα, στο αυθόρμητο – που λέμε.

Ο Αστέρης, ο Γιώργος και ο Πετρής δηλώνουν ότι, παρά τις όποιες –λογικές, λέω εγώ– φρίκες έχουν «φάει» αυτά τα 11 χρόνια, δεν τα παρατούν ποτέ. Κάπως έτσι και αφού μια κλασική ερώτηση κλεισίματος συνέντευξης, τύπου «ποια είναι τα πλάνα σας γι' αυτήν τη σεζόν;» δεν έχει νόημα με αυτούς τους τύπους, καταλήγουμε να μιλάμε για ραπ και να τα «βρίσκουμε» στο γεγονός ότι και οι τέσσερίς μας είμαστε μεγάλοι θαυμαστές του Τάκι Τσαν, γιατί «τα λέει ωραία».

Περισσότερα από το VICE

Αυτές οι Φωτογραφίες της NASA μάς Κάνουν να Αγαπήσουμε την Ελλάδα Ακόμα Περισσότερο

Είδα Δέκα Επεισόδια Καρά Σεβντά για να Καταλάβω Γιατί Ήρθαν σε Οργασμό οι Eλληνίδες Τηλεθεάτριες

Πήγαμε στο Γκλαμουράτο Opening του Κλαμπ της Lindsay Lohan στην Αθήνα

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Tagged:
Culture
live
rock n roll
Vice Blog
Θεσσαλονίκη
στούντιο
τραγούδια
Μουσική
συγκρότημα
συναυλία
πανκ
μπάντα
Πειραιάς
ροκ
φίλοι
παρέα
χατ-τρικ
γκρουπ
κοπρόσκυλα