ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Διασκέδαση

Μια Μέρα με τον πιο Παλιό Μπάρμαν της Αθήνας

Μια συζήτηση με τον Φώτη Κρικζώνη για το θρυλικό Bar 17, το πασίγνωστο Dry Martini του και τους διάσημους της ζωής του.

Κείμενο Ανδρέας Αξιώτης
15 Φεβρουάριος 2016, 1:25am

Τέλη δεκαετίας του '50, Σαββατόβραδο στο Κολωνάκι. Έξω από τον αριθμό 17 της οδού Βουκουρεστίου σχηματίζονται ουρές, ο κόσμος δίνει μάχη για να τρυπώσει σε ένα μυστηριώδες υπόγειο μπαρ, πλημμυρισμένο από απαλούς τζαζ ήχους και έντονο άρωμα μπριγιαντίνης και αλκοόλ. Πίσω από την κατάμεστη μπάρα, ένας ψηλός τύπος με λευκό πουκάμισο και μαύρο παπιγιόν δίνει τη δική του παράσταση. Σαν σε ιεροτελεστία, αναμειγνύει οινοπνεύματα και χυμούς, τα παντρεύει αρμονικά με φρούτα και εξωτικά μπαχάρια και δημιουργεί υγρά αριστουργήματα, σερβιρισμένα σε φίνα ποτήρια για πελάτες με απαιτήσεις και στιλ.

Το «17» στις χρυσές του εποχές. Τα χαρτάκια, κολλημένα πίσω, είναι «rain checks», όπου ο ένας κερνούσε τον άλλον ποτά (Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες είναι μια ευγενική παραχώρηση του Φώτη Κρικζώνη, από το βιβλίο του «Εγώ, ο μπάρμαν», Εκδόσεις Καστανιώτη)

Είναι ο παλαιότερος Έλληνας μπάρμαν, ο Φώτης Κρικζώνης, ιδιοκτήτης και ψυχή του θρυλικού Bar 17, του απόλυτου ποτάδικου της μεταπολεμικής Αθήνας, που άνοιξε τις πόρτες του το 1957 και στα 33 χρόνια λειτουργίας του «μέθυσε» γερά ποτήρια όπως οι Φρανκ Σινάτρα, Αριστοτέλης Ωνάσης και Ουίνστον Τσόρτσιλ.

Παγκόσμιο Dry Martini

Συνάντησα τον 84χρονο «πατριάρχη των μπάρμαν» στο νέο Restaurant-Bar 17, στην οδό Λυκαβηττού, και μόλις τον είδα μπήκα στον πειρασμό. «Ελπίζω να μη σας βάζω σε κόπο, αλλά πολύ θα ήθελα να δοκιμάσω ένα Dry Martini από τα χέρια σας». Έσκασε ένα μεγάλο χαμόγελο και πήγε στον φυσικό του χώρο, πίσω από τη μεγάλη ξύλινη μπάρα. «Αυτό είναι το ποτό που εκτίναξε τη φήμη μου», είπε, και με την πρώτη γουλιά μπήκαμε στη χρονοκάψουλα των αναμνήσεων.

Ο ηθοποιός Κώστας Χατζηχρήστος στο ρεβεγιόν Πρωταχρονιάς του 1962 στο «17»

«Στο παλιό 17 είχα έναν Αμερικανό πελάτη που ερχόταν κάθε μέρα, φορτωμένος με διάφορα σακίδια και μια φωτογραφική μηχανή. Έπινε ένα ποτό, έτρωγε κάτι μεζεδάκια και έφευγε. Μια μέρα, μπερδεύτηκε και αντί να αφήσει 3.000 δρχ. για τον λογαριασμό του, άφησε 30.000 δρχ. Έμαθα πως μένει στη Μεγάλη Βρετάνια, πήρα τηλέφωνο και του είπα τι είχε συμβεί. Την επομένη, ήρθε ξανά από το μαγαζί και πήρε τα ρέστα του. Δεν ήξερα ποιος ήταν. Ύστερα από καιρό, ένας φίλος ανταποκριτής δημοσιογράφος μπήκε στο 17 κρατώντας στο χέρι τους New York Times. "Πόσα έδωσες γι' αυτήν τη διαφήμιση;" με ρώτησε και μου έδωσε την εφημερίδα. Στη σελίδα 2 έγραφε: "Ο πιο τίμιος λαός είναι οι Έλληνες και το πιο ωραίο Dry Martini είναι αυτό του Φώτη στο Bar 17". Ο τύπος ήταν πρόεδρος της εκδοτικής εταιρείας στην οποία ανήκαν οι NYT. Ταξίδευε ανά τον κόσμο και έγραφε τις εντυπώσεις του. Ακολούθησε ένα δημοσίευμα στη Frankfurter Allgemeine. Ξαφνικά, το Dry Martini μου ήταν παγκόσμιο».

Από τα αριστερά: Ο Αντώνης Ιωάννου, ο Γιώργος Τζώρτζης, ο Νίκος Μόσχου, ο Κωνσταντίνος Στεφανίδης και ο Σωτήρης Αγγελόπουλος μπροστά από το τραπέζι των ξένων περιοδικών στο «17»

Μέσα σε χρόνο-ρεκόρ, η φήμη του 17 εξαπλώθηκε σε όλο τον πλανήτη και το μαγαζί έγινε τόσο γνωστό που πλέον οι πελάτες δεν χωρούσαν να μπουν μέσα. Τότε, οι θαμώνες αποφάσισαν να δημιουργήσουν τη Λέσχη Αμφικτύων! «Ουσιαστικά, μετατρέψαμε το μπαρ σε πριβέ κλαμπ. Όταν βλέπαμε κάποιον καινούργιο που το στιλ και ο χαρακτήρας του δεν ταίριαζαν στο προφίλ του χώρου, τον πλησιάζαμε και του λέγαμε χαμηλόφωνα και ευγενικά πως έπρεπε να αποχωρήσει γιατί το μαγαζί λειτουργούσε σαν ιδιωτική λέσχη. Έτσι απαλλαχτήκαμε απ' τους ανεπιθύμητους».

Ο στρατηγός Μπέικερ, αρχηγός της JUSMAGG, που όπως λέει ο Φώτης Κρικζώνης «μας έσωσε, κατά την διάρκεια της δικτατορίας, από δύσκολες καταστάσεις»

Από τον Φρανκ Σινάτρα στον Αριστοτέλη Ωνάση

Με Dry Martini νούμερο δύο στο χέρι, η κουβέντα μας πάει αναπόφευκτα σε αλκοόλ και ξενύχτια. Η μείξη αυτών των δυο οδηγεί σε ένα άλλο μαγικό κοκτέιλ, αυτό των ιστοριών.

«Το 1962, ο Σινάτρα έδωσε συναυλία στο Ηρώδειο. Ένα βράδυ, μπήκε στο 17 κρατώντας δυο μπουκάλια Jack. Ήταν το αγαπημένο του ποτό και επειδή δεν υπήρχε στην Ελλάδα τα είχε φέρει από Αμερική. Τα άφησε πάνω στην μπάρα και με ρώτησε πόσο χρέωνα το ουίσκι. Του είπα 21 δρχ. και πρότεινε να μου δώσει 30 δρχ. αν τον άφηνα να πιει από τα μπουκάλια του και σε κλασικό, old fashioned ποτήρι. Από εκείνη τη μέρα ερχόταν συχνά, ήταν ωραίος τύπος. Την ίδια χρονιά γνώρισα και την Τζάκι Κένεντι, που είχε έρθει στην Ελλάδα μαζί με τον πρόεδρο Τζον Κένεντι. Της είχα φτιάξει μια σπέσιαλ Pina Colada και είχε ενθουσιαστεί. Μερικά χρόνια αργότερα ήρθε ξανά, αυτήν τη φορά ως κυρία Ωνάση, και μου είχε ζητήσει το διάσημο Dry Martini. Και ο Ωνάσης είχε περάσει από το 17. Δεν ήταν τακτικός, αλλά όταν ερχόταν καθόταν πάντα στο μπαρ και μάλιστα πάντα ανάποδα στο σκαμπό. Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να κερνάει όσους ήταν γύρω του. Δεν πλήρωνε ποτέ επιτόπου γιατί δεν κουβαλούσε λεφτά. Υπέγραφε τον λογαριασμό και μου έλεγε να περάσω την επόμενη από το λογιστήριο. Ωραίος πότης ήταν και ο Ουίνστον Τσόρτσιλ. Έπινε μαλτ ουίσκι Lagavulin που ήταν δυσεύρετο και κάπνιζε πούρα ειδικής παραγγελίας από την Κούβα. Μου είχε πει πως τα συγκεκριμένα τα έφτιαχναν νεαρές κοπέλες που είχαν περίοδο, γιατί τότε το δέρμα τους έβγαζε ένα περίεργο άρωμα που περνούσε στα φύλλα του καπνού».

Ο Ελληνοαμερικανός επιχειρηματίας Γιώργος Μοσχόπουλος (ή Τζορτζ Πούλος όπως ήταν γνωστός)

Ο Φώτης Κρικζώνης είναι ένας θρύλος της αθηναϊκής νύχτας. Τον ακούω να λέει ιστορίες για την Κατίνα Παξινού (Dry Martini) και τον Δημήτρη Μινωτή (λευκό κρασί), για τον Σταύρο Νιάρχο (ούζο Μπουτάρη), τον Γιάννη Τσαρούχη (κρασί), τον Κωνσταντίνο Καραμανλή (Ballantines), τη Μελίνα Μερκούρη και τον Ζιλ Ντασέν (γαλλικό κονιάκ Biscuit ή Remy Martin), για τον Γιάννη Μαρή- Τσιριμώκο που έπινε ουίσκι και έγραφε μυθιστορήματα όπως το «Κορίτσι του 17» που έγινε ταινία, για την κολλητή του Ελένη Βλάχου που προτιμούσε το ούζο, για τα μυκονιάτικα βράδια με τη Σοράγια τη θλιμμένη πριγκίπισσα της Περσίας, για τον Δημήτρη Χορν που έπινε σαμπάνια Taittinger και ερχόταν με γνωστές και ωραίες κυρίες της αθηναϊκής κοινωνίας αλλά και για τον Τενεσί Ουίλιαμς που ξεκινούσε με πρωινά Bloody Mary και κατέληγε σε βραδινά κοκτέιλ Bullshot, «πάντα συντροφιά με νέα αγόρια που τα φώναζε μοντέρνους Αλκιβιάδηδες». Το παλιό Bar 17 έκλεισε το 1990 αλλά οι ιστορίες που το συνοδεύουν δεν έχουν τελειωμό και το ποτήρι μου είναι πάλι άδειο. Παραγγέλνω ένα ακόμα.

Ο Γιώργος Τζώρτζης, ο Κωνσταντίνος Στεφανίδης και ο Κώστας Ναός περιμένουν να ανοίξει το «17»

Τελευταίο ποτό

Το Bullshot, το Orgasm και το Αμίλητο Νερό είναι τρία από τα κοκτέιλ του Φώτη Κρικζώνη που έχουν αναγνωριστεί από την Ένωση των Μπάρμαν του Λονδίνου και σήμερα διδάσκονται σε σχολές μπάρμαν παγκοσμίως. Ο ίδιος, πάντως, δεν έκατσε ποτέ σε θρανίο.

Το Club 17, που άνοιξε ο Φώτης Κρικζώνης, στο Πόρτο Ράφτη. «Είχε επιτυχία, αλλά η καρδιά μου γύριζε πάντα στο Κολωνάκι»

«Είμαι αυτοδίδακτος. Ξεκίνησα πουλώντας πάγο τα καλοκαίρια και κάρβουνα τον χειμώνα, δούλεψα λούστρος, λαντζέρης και γκαρσόνι και πέρασα δύσκολα. Έγιναν μπάρμαν διαβάζοντας αμερικανικά βιβλία για ποτά και κάνοντας εξάσκηση με τις ώρες. Με σκληρή προπόνηση, κατάφερα να γίνω περιζήτητος στις δεξιώσεις του Φλόκα και του Zonar's αλλά και στα κοκτέιλ πάρτι που διοργάνωναν οι κυρίες της ελίτ της αθηναϊκής κοινωνίας. Ήταν μια άλλη εποχή, με λίγα μπαρ και ελάχιστους μπάρμαν. Τώρα υπάρχουν χιλιάδες μπαρ και χιλιάδες μπάρμαν, πολλοί από τους οποίους είναι εξαιρετικοί επαγγελματίες. Η σημερινή εικόνα της νυχτερινής Αθήνας έχει μεγάλες διαφορές με την παλιά, όπως την έζησα εγώ. Τότε, ο κόσμος διασκέδαζε και γελούσε με την ψυχή του. Οι πελάτες δεν έβγαιναν μόνο για να πιουν, αλλά για να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Σήμερα όλοι είναι σκοτεινιασμένοι. Λείπει το χαμόγελο».

Τελευταίο βράδυ στο «17»

Ο μπάρμαν είναι ψυχολόγος

Όταν έχεις περάσει ολόκληρη ζωή πίσω από μπάρες σερβίροντας ποτά, τότε γνωρίζεις από πρώτο χέρι τα «dos and dont's» της δουλειάς.

«Ο μπάρμαν πουλάει αλκοόλ, δηλαδή τρέλα! Σε ένα μπαρ, ο μεθυσμένος και ο αλκοολικός μπορούν να προκαλέσουν μεγάλη φασαρία. Χρειάζεται σεβασμός και σωστός τρόπος για να τους καλμάρεις. Ο μπάρμαν είναι ψυχολόγος, όλοι θέλουν να του πουν τα προβλήματά τους, από τα επαγγελματικά μέχρι τα πιο προσωπικά. Στο μπαρ, ένας κλειστός τύπος μπορεί να ανοιχτεί και να εξομολογηθεί ακόμη και αν έχει πιάσει τη γυναίκα του με άλλον. Ακούμε αλλά δεν μιλάμε, μόνο όταν χρειάζεται. Πάντα πρέπει να υπάρχει απόσταση, περίπου 1,5 μέτρο, από τον πελάτη. Επίσης, ένα από τα μεγάλα λάθη των σύγχρονων μπάρμαν είναι πως χτυπάνε δυνατά τη βότκα, το τζιν και το μαρτίνι. Έτσι, όμως, χάνουν τη γεύση τους. Θέλουν απλό ανακάτεμα, όχι δυνατό χτύπημα. Και τα ρέστα τα δίνουμε πάντα μέσα σε πιατάκι. Το θέμα είναι ψυχολογικό. Αν αφήσεις τα ρέστα στον πάγκο, ο πελάτης θα τα πάρει και θα φύγει. Αν τα αφήσεις σε πιατάκι, θα ντραπεί να το αφήσει άδειο».

Ο Φώτης Κρικζώνης μας έφτιαξε το διάσημό του Dry Martini (Φωτογραφία: Ιωάννα Χρονοπούλου)

BONUS: Αυτό είναι το διάσημο Dry Martini του Bar 17
Πάρε ένα ποτήρι Martini (ναι, το κολονάτο είναι!) και βάλε παγάκια για να παγώσει. Ρίξε στο σέικερ μια καλή τζούρα τζιν και μια ιδέα (λιγότερο από ένα καπάκι) από το πιο dry βερμούτ που έχεις. Ανακάτεψε καλά με αναδευτήρα και μη χτυπήσεις το σέικερ! Βγάλε τα παγάκια από το ποτήρι και ρίξε μέσα το μείγμα του σέικερ. Κόψε μια πολύ λεπτή φέτα από φλούδα λεμονιού και άλειψε περιμετρικά το χείλος του ποτηριού. Μετά, βάλ' τη με στιλ μέσα στο ποτό. Είσαι έτοιμος.

Περισσότερα από το VICE

Έτσι Ήταν οι Πρώτες Ημέρες μου στον Κορυδαλλό Όταν με Συνέλαβαν για Εμπόριο Ναρκωτικών

Πώς Είναι να Λειτουργείς Ένα Μπαρ στη Μέση Μιας Εμπόλεμης Ζώνης;

Μέσα στον Σουρεαλιστικό Κόσμο της Pamela Anderson

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.