Θύματα Μίσους στην Ελλάδα Μέσα από τον Φωτογραφικό Φακό μιας Ιταλίδας

Η Cinzia D'Ambrosi καταγράφει τις ιστορίες θυμάτων μίσους στο καταγραφικό φωτογραφικό έργο της «Hate Hurts», το οποίο είχε ως πρώτο σταθμό την Ελλάδα.

Το σουδανικό κέντρο προσφύγων είναι ένας χώρος όπου συγκεντρώνονται άτυπα μέλη της αφρικανικής κοινότητας. Ο Αμίρ τονίζει ότι αποτελεί ασφαλές καταφύγιο για πολλούς, καθώς βρίσκονται μακριά από τους δρόμους και δεν γίνονται στόχοι εγκλημάτων μίσους

Ένα απόγευμα, στις 9 Σεπτεμβρίου του 2014, ο Badara Sila κατέβαινε από ένα λεωφορείο στην Αθήνα όταν άκουσε κάποιους πίσω του να φωνάζουν. Πριν προλάβει να καταλάβει τι συνέβαινε, δέχθηκε επίθεση. «Τον χτυπούσαν και τον πέταγαν ο ένας στον άλλον σαν μπάλα ποδοσφαίρου. Στη συνέχεια τον μαχαίρωσαν. Το επόμενο που θυμάται είναι να ξυπνάει στο νοσοκομείο. Όταν ρώτησε μια νοσοκόμα ποιος τον μετέφερε εκεί, απάντησε η αστυνομία. Δεν μπορούσε να σταματήσει να κλαίει», αναφέρει η Ιταλίδα φωτορεπόρτερ Cinzia D'Ambrosi, μεταφέροντας όσα της διηγήθηκε ο Badara.

Φωτογραφίες του Badara Sila μετά την επίθεση που δέχθηκε

Η Cinzia καταγράφει τις ιστορίες θυμάτων μίσους στο καταγραφικό φωτογραφικό έργο της «Hate Hurts», το οποίο είχε ως πρώτο σταθμό την Ελλάδα, όπου τα περιστατικά των εγκλημάτων μίσους είναι ιδιαίτερα πολλά στις κοινότητες των μαύρων μεταναστών και προσφύγων. Όπως μου λέει η ίδια, η περίπτωση του Badara είναι μια από τις χειρότερες που έχει καταγράψει. «Αυτό που είναι τόσο οδυνηρό για τον Badara, πέρα από τον φρικτό τραυματισμό του, είναι το γεγονός ότι μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο έξι ώρες αργότερα. Βρισκόταν κατάκοιτος στο πεζοδρόμιο, μόλις δύο λεπτά μακριά από ένα αστυνομικό τμήμα, αναίσθητος και μέσα σε μια λίμνη αίματος για τόσες ώρες, χωρίς κανένας να τον πάει στο νοσοκομείο. Μερικές φορές ξεχνάμε ότι το μίσος μπορεί να είναι πιο ανεπαίσθητο από τη βία. Και, στην πραγματικότητα, βία υπάρχει ακόμα και όταν κάποιος σκουπίζει σιωπηλά τα χέρια του επειδή κάποιος μαύρος άγγιξε προηγουμένως το ίδιο σημείο. Η βία μπορεί να είναι λεκτική, όπως οι φωνές σε κάποιον να πάει στο σπίτι του ή να βγάλει τη μαντίλα. Όλα αυτά έχουν πολύ ισχυρές αρνητικές επιδράσεις για τα θύματα», τονίζει.

Η πραγματικότητα όπως είναι, μέσα από το Newsletter του VICE Greece.

«Σήμερα, βλέπουμε πολλές εικόνες προσφύγων που εμποδίζονται να περάσουν τα σύνορα και δέχονται επιθέσεις. Βλέπουμε τα φυσικά εμπόδια από τη μια χώρα στην άλλη και τον αγώνα των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων για την αναζήτηση ασφάλειας και ασφαλούς περάσματος. Ωστόσο, ο αγώνας τους δεν τελειώνει εκεί. Υπάρχουν, επίσης, αόρατα σύνορα εντός των φυσικών συνόρων, που έχουν ως κοινό στόχο τον περιορισμό της κίνησης όσων είναι ανεπιθύμητοι και θεωρούνται επικίνδυνοι. Πολλοί παραμένουν σε κατάσταση αναμονής, χωρίς στέγαση, εργασία, παροχές υγείας και χωρίς να έχουν καταγραφεί, που δεν τους επιτρέπει να προχωρήσουν στη ζωή τους. Τους βλέπουμε σε πάρκα, σε σκηνές ή ως αόρατες μονάδες στις πόλεις», σημειώνει η Cinzia. «Από όταν ξεκίνησα το project, έχω έρθει στην Ελλάδα τρεις φορές. Θα έλεγα ότι από την αρχή οι ιστορίες που μοιράζονταν μαζί μου ήταν κατά κύριο λόγο ιστορίες ανθρώπων που υπήρξαν θύματα σωματικής κακοποίησης. Τα εγκλήματα μίσους φαίνεται να επικεντρώνονται σήμερα στις πολιτικές περιορισμού, που κυριολεκτικά περιορίζουν την κυκλοφορία των ανεπιθύμητων ατόμων, σε hotspots, σημεία κράτησης και καταυλισμούς. Τα αόρατα σύνορα υπάρχουν ακόμα και οι σωματικές κακοποιήσεις μειώνουν επίσης την ορατότητά τους. Όσοι έχουν μοιραστεί τις ιστορίες τους, αναφέρουν ότι ο στρατός στα σύνορα είναι βάναυσος και πως όσοι συλλαμβάνονται παραμένουν θύματα της αστυνομίας ή του στρατού».

«Οι άνθρωποι που έχω φωτογραφίσει ζουν στο περιθώριο της κοινωνίας, στερούμενοι μια αξιοπρεπή ζωή. Πρόκειται για ένα σιωπηλό βάσανο», προσθέτει η Cinzia. Το φωτογραφικό της έργο έχει ως στόχο «να δείξει την άνοδο του ρατσισμού στην Ευρώπη. Τη γραφειοκρατία και την αστυνόμευση που χρησιμοποιούν μηχανισμούς σκληροπυρηνικής σκέψης και διακρίσεων, που εκδηλώνονται σε ενέργειες λεκτικών, σωματικών και ψυχολογικών επιθέσεων κατά μεταναστών και προσφύγων». «Το "Hate Hurts" τονίζει την ανάγκη παρέμβασης για την ευαισθητοποίηση σχετικά με τα αίτια και τις επιπτώσεις των εγκλημάτων μίσους. Το ζήτημα αυτό χρειάζεται παρεμβάσεις όχι μόνο σε κυβερνητικό επίπεδο, αλλά και σε ατομικό», αναφέρει η φωτογράφος.

Το δεύτερο μέρος του έργου θα αφορά την Ιταλία, ενώ η καταγραφή θα συνεχιστεί στο μέλλον και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. «Η αρχική μου έρευνα δείχνει ότι στην Ιταλία επικρατεί παρόμοια κατάσταση με την Ελλάδα, ωστόσο υπάρχει μεγαλύτερη έμφαση στα εγκλήματα μίσους λεκτικής φύσης. Η αφρικανική κοινότητα κάνει λόγο για διακρίσεις λόγω χρώματος».

Ακολουθούν φωτογραφίες και ιστορίες θυμάτων μίσους, από το πρώτο μέρος του «Hate Hurts», που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα.

Περισσότερα από το VICE

Φωτογραφίες από Τόπους Εγκλημάτων στην Ιταλία του 20ού Αιώνα

Ο 20χρονος Έλληνας που Επέζησε από τον Καρκίνο και «Πεθαίνει» για το Bodybuilding

Αυτά τα Παιδιά Είναι το Μέλλον της Ελληνικής Ηλεκτρονικής Μουσικής

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Η Habiba κατάγεται από το Μαρόκο και εδώ και μερικά χρόνια ζει με την κόρη της στην Αθήνα. Όπως τονίζει, όμως, δεν μπορεί να ζήσει όπως θέλει. Δέχεται ρητορική μίσους επειδή καλύπτει το κεφάλι της και δεν μπορεί να προσευχηθεί ανοιχτά.

Ένα πρώην πάρκινγκ έχει μετατραπεί σε άτυπο τζαμί. Στην πλειονότητά τους, όσοι ασκούν την πίστη του Ισλάμ στην Ελλάδα νιώθουν περιθωριοποιημένοι επειδή κρύβονται σε υπόγειους χώρους για να προσευχηθούν. «Μουσουλμάνοι ή μη μουσουλμάνοι, είμαστε όλοι άνθρωποι. Έχουμε συχνές επιθέσεις σε αυτό τον άτυπο χώρο προσευχής. Έχουμε αναγκαστεί να τον κλείσουμε ανά διαστήματα, οι γείτονες διαμαρτύρονται και η αστυνομία έρχεται συχνά. Ζω στην Αθήνα με την οικογένειά μου εδώ και αρκετό καιρό, αλλά δεν αισθάνομαι ότι αντιμετωπίζομαι ισότιμα. Για παράδειγμα, όταν ήμουν άρρωστος και νοσηλεύτηκα στο νοσοκομείο δεν είχα την ίδια μεταχείριση». A.R.

Πολλά παιδιά είναι ασυνόδευτα και παραμένουν σε κατάσταση αβεβαιότητας. Περισσότεροι από 154.000 πρόσφυγες έφτασαν στην Ελλάδα από τη θάλασσα μόνο το 2015. Πολλοί από αυτούς είναι ασυνόδευτοι ανήλικοι.

«Οι αυθαίρετοι έλεγχοι από την αστυνομία είναι συχνοί, ιδιαίτερα αν είσαι μαύρος. Αν δεν μπορείς να δείξεις άδεια παραμονής στη χώρα, οδηγείσαι στο αστυνομικό τμήμα ή καταλήγεις πάλι σε κάποιο κέντρο κράτησης προσφύγων, απ’ όπου ξεκίνησες». H.

«Έχω πάει στη φυλακή πολλές φορές επειδή δεν έχω χαρτιά. Αστυνομικοί με σταματούν και με πηγαίνουν στο τμήμα. Με κρατάνε εκεί για πολλές ώρες, κάποιες φορές χωρίς καμία εξήγηση. Αν ζητήσω φαγητό ή νερό, γελάνε». S.E.Y.

Η Meisy είναι από την Αιθιοπία. Λαμβάνει ιατρική θεραπεία για κλινική κατάθλιψη, αφότου έγινε πολλές φορές θύμα εγκλημάτων μίσους. Όπως διηγείται η ίδια στη Cinzia D'Ambrosi, σε ένα περιστατικό είχε μόλις κατέβει από το τρένο, όταν μια γυναίκα άρχισε να της φωνάζει. Τη διέταξε να μείνει στη θέση της ενώ την κρατούσε από το χέρι. Στην αρχή, η Meisy δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε αλλά καθώς περνούσε η ώρα, ανησυχούσε όλο και περισσότερο. Η γυναίκα τηλεφώνησε σε κάποιον και η Meisy, όπως διηγείται, κατάλαβε πως ζητούσε από μέλη της Χρυσής Αυγής να έρθουν στον σταθμό. Έπιασε από τα λόγια της γυναίκας πως ανέφερε ότι κρατούσε μια μαύρη που μπορούσαν να δείρουν. Η Meisy κάλεσε τον σύζυγό της και την αστυνομία. Η αστυνομία δεν ήρθε ποτέ. Ο σύζυγός της έξαλλος πήγε στο αστυνομικό τμήμα και απαίτησε να έρθει κάποιος μαζί του στον σταθμό. Όταν έφτασαν, η γυναίκα είχε πλέον φύγει. Κάποιος την είδε σε ένα κοντινό μπαρ, αλλά μόλις έφτασε η αστυνομία εκείνη είχε εξαφανιστεί. Η αστυνομία δεν βρήκε ποτέ τη γυναίκα.

Ο Tashu είναι ένας 37χρονος από το Χαρτούμ του Σουδάν και βρίσκεται στην Ελλάδα 12 χρόνια. Έχει κακοποιηθεί σωματικά και λεκτικά πολλές φορές, ενώ έχει περάσει και 22 μέρες στη φυλακή. «Δραπέτευσα από το Σουδάν και ήρθα εδώ. Πραγματικά δεν αισθάνομαι καλά όλα αυτά τα χρόνια στην Ελλάδα. Υποφέρουμε, δεν έχουμε πού να κοιμηθούμε, κοιμόμαστε στον δρόμο. Πώς μπορούμε να φτιάξουμε μια ζωή; Πώς μπορούμε να είμαστε δυνατοί;».

Ο Baba είναι 76 χρονών, από το Αφγανιστάν, και φωτογραφήθηκε όταν έμενε στο κέντρο φιλοξενίας προσφύγων του Ελαιώνα, περιμένοντας να μετακινηθεί και πάλι. Για τον Baba, η άφιξη στην Ελλάδα αντιπροσώπευε το τέλος μιας μακράς δοκιμασίας ζωής. Μιας δοκιμασίας που η σωματική καταπόνηση αποτελεί μόνο ένα μικρό μέρος της. Μόνο προς το τέλος της, περπάτησε περισσότερες από 17 ώρες για να φτάσει στη βάρκα στην Τουρκία, στη συνέχεια ξεκίνησε το επικίνδυνο ταξίδι προς την Ελλάδα, ενώ ακολούθησαν πολλές ώρες παραμονής σε κέντρα κράτησης και στο κέντρο του Ελαιώνα. Ο Baba εξηγεί πως δεν είχε τίποτα όταν έφτασε στην Ελλάδα. Αναγκάστηκε να πετάξει το σακίδιό του στη θάλασσα επειδή ο καπετάνιος είπε πως η βάρκα χρειαζόταν να έχει λιγότερο βάρος. Σ’ αυτήν επέβαιναν 54 άτομα. Όταν έφτασε τελικά στις ελληνικές ακτές, δεν του πρόσφεραν φαγητό ή νερό και τον ανάγκασαν να μείνει όλη τη νύχτα έξω από ένα αστυνομικό τμήμα. Το επόμενο πρωί, ένα λεωφορείο ήρθε και τους μετέφερε σε ένα στρατόπεδο. Ήταν γεμάτο κόσμο και εκεί έμεινε για ακόμα 3 ημέρες χωρίς φαγητό και νερό. Ήταν ανεπιθύμητος, χωρίς καμία ανάπαυλα από την ταλαιπωρία που έζησε. Ο Baba Saffar λέει πως θα ήθελε να γίνει η Ελλάδα το σπίτι του. Όπως αναφέρει, διέφυγε από τους Ταλιμπάν και πήγε στην Τεχεράνη, στο Ιράν, όπου οι συνθήκες δεν ήταν καλές. Στη συνέχεια, επέστρεψε στο Αφγανιστάν αλλά έχασε τα πάντα, συμπεριλαμβανομένων των γονιών του, της γυναίκας και της κόρης του, οι οποίοι σκοτώθηκαν. «Θέλω να είμαι πολύτιμο άτομο. Αυτός είναι ο στόχος μου. Είμαι ένας Αφγανός πρόσφυγας. Δεν θέλω να σκέφτεστε πως είμαστε τόσο φτωχοί. Μην κοιτάτε τις τσέπες μας, δώστε σημασία στο μυαλό μας. Είμαστε άνθρωποι».

Περισσότερα από το VICE
Vice Channels