Δικαιώματα

«Είσαι Ένας Τίμιος Άνδρας. Δεν Είσαι Γκέι»: Η Ιστορία του Νουρ που Ξέφυγε από το ISIS και Ζει στην Αθήνα

Το Ισλαμικό Κράτος τον βασάνισε. Η οικογένειά του τον απέρριψε. Σήμερα χτίζει τη νέα του ζωή.

Κείμενο Θοδωρής Χονδρόγιαννος
31 Ιανουάριος 2017, 6:00am

Το ραντεβού μου με τον Μοχάμεντ Νουρ Αλάχμαντ είναι για τις εννέα το βράδυ, σε ένα μικρό καφέ της οδού Κολοκοτρώνη, στην καρδιά της «αγαπημένης μου πόλης», όπως χαρακτηρίζει την Αθήνα. Εδώ και δέκα μήνες, ο 25χρονος πρόσφυγας από τη Συρία ζει στην Ελλάδα. «Έχω αποφασίσει ότι θέλω να χτίσω εδώ τη ζωή μου», λέει στις πρώτες κουβέντες που ανταλλάσσουμε.

Ο Νουρ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην πόλη Ράκκα, μαζί με τους γονείς του και τα έξι αδέρφια του. Προτού ξεσπάσει ο εμφύλιος στη Συρία, είχε τη φυσιολογική ζωή ενός ανθρώπου που ήθελε να δημιουργήσει. «Σπούδασα τεχνικός υπολογιστών και μετά το τέλος των σπουδών μου, έπιασα αμέσως δουλειά. Παράλληλα, αποφάσισα να ασχοληθώ με το θέατρο ως σεναριογράφος και ηθοποιός», λέει. Τα πρώτα του έργα αφορούσαν θέματα που απασχολούσαν τον ίδιο και άλλους νέους της συριακής κοινωνίας: τον ιό του HIV, τα δικαιώματα της LGBTQ κοινότητας, τα ναρκωτικά και του εξαναγκασμού πολλών νέων να παντρευτούν σε πολύ μικρή ηλικία. «Λίγοι ήταν αυτοί που μιλούσαν ανοιχτά γι' αυτά τα ζητήματα στη Συρία», λέει. «Εμένα με ενδιέφεραν αρκετά και έτσι από την εφηβική ηλικία συμμετείχα σε μία οργάνωση προώθησης των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων. Ήταν η εποχή που και εγώ συνειδητοποίησα -μετά από μεγάλη μάχη μέσα μου- ότι ήμουν ομοφυλόφιλος. Ανακάλυψα τον εαυτό μου μετά από πολύ καιρό, αφού οι αντιλήψεις στη Συρία σε κάνουν να αρνείσαι την ομοφυλοφιλία ως κάτι αρνητικό και άρρωστο».

Η πραγματικότητα όπως είναι, μέσα από το Newsletter του VICE Greece

Η ζωή του Νουρ άλλαξε το 2011, όταν ο εμφύλιος χτύπησε τη Ράκκα. «Εκείνη την εποχή ήμουν στην πόλη Χομς, για να ολοκληρώσω τις σπουδές μου. Είδα τους βομβαρδισμούς από την τηλεόραση. Δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου. Πήρα αμέσως τηλέφωνο την οικογένειά μου. Ήταν τρομοκρατημένοι και έκλαιγαν». Ο νεαρός Σύρος αποφάσισε να επιστρέψει κρυφά στη Ράκκα, καθώς αν έμενε στη Χομς, η κυβέρνηση Άσαντ θα τον στρατολογούσε υποχρεωτικά.

Η Ράκκα πέρασε αρχικά στον έλεγχο του Απελευθερωτικού Στρατού της Συρίας (FSA). «Όταν επέστρεψα, ένιωσα ότι βρισκόμουν σε μία άγνωστη πόλη. Όλα είχαν αλλάξει. Αν και οι υλικές καταστροφές ήταν πολλές, με τον FSA νιώθαμε ελεύθεροι, μπορούσαμε να φοράμε ό,τι θέλουμε. Υπήρχε ένα πλαίσιο ελευθερίας που δεν είχαμε με τον Άσαντ. Την εποχή του Άσαντ, προτιμούσαμε να μένουμε στα σπίτια μας, επειδή έξω φοβόμασταν μέχρι και τη σκιά μας. Ακόμη, με τον FSA η οικονομία τα πήγαινε καλά, διότι τα σύνορα με την Τουρκία ήταν ανοιχτά και μπορούσαμε να εισάγουμε και να εξάγουμε. Όλα όμως άλλαξαν, όταν ήρθε το Ισλαμικό Κράτος», λέει.

«Δεν ένιωσα ποτέ ντροπή που είμαι γκέι. Όμως ένιωσα πικραμένος όταν η μητέρα μου, μου είπε, "Εσύ, δεν είσαι γιος μου"»

Το 2013 η Ράκκα έγινε η de facto πρωτεύουσα του ISIS. «Όταν το Ισλαμικό Κράτος πήρε τον έλεγχο της πόλης, η ζωή μας χειροτέρεψε δραματικά. Δεν βγαίναμε καθόλου από το σπίτι. Αποφεύγαμε τα παράθυρα, για να μη σκοτωθούμε από τις σφαίρες. Δεν είχαμε δουλειά και το φαγητό ήταν λίγο, θυμάμαι ότι για πολύ καιρό στο σπίτι τρώγαμε μόνο ρύζι και ψωμί». 

Όταν οι εχθροπραξίες τερματίστηκαν και οι Ισλαμιστές κυριάρχησαν οριστικά, «ανάγκασαν όλους τους άνδρες να αφήσουμε μακρύ μούσι και να φοράμε άσπρο μανδύα. Δεν επιτρεπόταν να καπνίζουμε, ούτε να πίνουμε αλκοόλ. Όποιος καταπατούσε τους κανόνες, κατέληγε στη φυλακή».

Ο Νουρ γνώριζε ήδη τις φυλακές της Συρίας, καθώς το 2010 οι καθεστωτικές δυνάμεις τον είχαν φυλακίσει στο πλαίσιο μέτρων λογοκρισίας: «Με συνέλαβαν επειδή σε ένα θεατρικό μου έργο έγραψα αρνητικά πράγματα για τη στάση της Συρίας στο παλαιστινιακό ζήτημα. "Έπρεπε να γράψεις ότι η Συρία βοήθησε την Παλαιστίνη", μου είπαν και με κράτησαν στη φυλακή για μία εβδομάδα. Το ξύλο και οι απειλές ήταν καθημερινό φαινόμενο, μέχρι που η οικογένειά μου πλήρωσε και με απελευθέρωσαν».

Η νέα πραγματικότητα ήταν ακόμα πιο αυταρχική και απαιτούσε απόλυτη υποταγή στις εντολές των τζιχαντιστών. Ο Νουρ προσπάθησε να επιβιώσει: «Κατάφερα να βρω μία δουλειά σε ένα μαγαζί που πουλούσε κινητά. Έβγαζα έτσι μερικά χρήματα. Το πρόβλημα ήταν ότι κάθε μέρα οι κανόνες στην καθημερινότητα γίνονταν όλο και πιο σκληροί και εμείς έπρεπε πάντα να υπακούσουμε. Οι τζιχαντιστές έφτασαν στο σημείο να ζητούν από τις γυναίκες να φοράνε γάντια για να καλύπτουν τελείως το σώμα τους. Συχνά, δεν γνωρίζαμε αν κάτι επιτρέπεται ή όχι και ήμασταν ανά πάσα στιγμή εκτεθειμένοι σε βαριές ποινές».

Ο Νουρ στην Αθήνα. Φωτογραφία του συντάκτη. 

Η τρομοκρατία έκλεισε τον κόσμο στα σπίτια του και αυτό προκάλεσε ακόμη περισσότερες δυσκολίες στην οικονομία. Όμως τα προβλήματα για τον Νουρ ξεκίνησαν όταν τζιχαντιστές τον έβαλαν στο στόχαστρο. «Είχαν έρθει πολλές φορές στο μαγαζί που δούλευα και ζητούσαν να δουν τα μηνύματά μας και τις κλήσεις μας. Μία μέρα μου είπαν ότι έπρεπε να τους ακολουθήσω. Με έβαλαν σε ένα αμάξι και μου έδεσαν τα μάτια. Η διαδρομή κράτησε περίπου μία ώρα. Όταν μου έλυσαν τα μάτια, κατάλαβα ότι ήμουν σε μία φυλακή. "Είσαι ομοφυλόφιλος;", με ρώτησε ένας από αυτούς. Εγώ είπα "όχι", επειδή ήξερα ότι θα με σκότωναν, αν το ανακάλυπταν», λέει ο Νουρ.

Μέχρι σήμερα ο ίδιος δεν ξέρει πώς το Ισλαμικό Κράτος έφτασε σε αυτόν. «Ακολουθούσα όλους τους κανόνες που είχαν επιβάλει και έβγαινα έξω μόνο για δουλειά. Δεν είχα δώσει στόχο. Όμως ξέρω ότι το Ισλαμικό Κράτος φυλάκιζε πολλούς επειδή ήταν γκέι και τους ανέκριναν, για να ανακαλύψουν και άλλους ομοφυλόφιλους. "Ένας φίλος σου μας είπε για σένα", μου είπε μία φορά ένας τζιχαντιστής. Κάποιος προφανώς είχε μιλήσει για μένα». 

Τα βασανιστήρια του Νουρ κράτησαν τέσσερις μήνες. «Ήταν οι χειρότερες ημέρες της ζωής μου. Με κρεμούσαν ανάποδα για δύο-τρεις ώρες, έβαζαν το κεφάλι μου σε βαρέλια με νερό, με χαράκωναν στο σώμα και με χτυπούσαν με κλωτσιές και μπουνιές. Στο τέλος, άρχισα να πιστεύω ότι ήθελαν απλώς τους πω ότι είμαι γκέι, είτε ήμουν είτε δεν ήμουν. Ο πρώτος μήνας ήταν δύσκολος και ένιωθα τις ώρες να περνούν πολύ αργά. Μετά δεν μπορούσα να καταλάβω τίποτα. Τους είπα ότι ήταν καλύτερα να με σκοτώσουν. Μέχρι και σήμερα απορώ πώς επέζησα από όλο αυτό».

Μέσα στη φυλακή ο Νουρ προσευχόταν υποχρεωτικά πέντε φορές την ημέρα. «Όσο κι αν ακούγεται ειρωνικό, το φαγητό ήταν καλό», λέει. 

«Μία μέρα με πήραν σε ένα γραφείο και μου είπαν: "Σε παρακολουθούμε μήνες τώρα και καταλάβαμε ότι είσαι ένας σωστός ισλαμιστής, ένας τίμιος άνδρας. Δεν είσαι γκέι". Μου έδεσαν ξανά τα μάτια και με έβαλαν σε ένα αυτοκίνητο. Δεν ήξερα αν επρόκειτο να με απελευθερώσουν ή να με εκτελέσουν. Όταν με άφησαν να φύγω, δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι γλίτωσα».

Ο Νουρ αποφάσισε να γυρίσει στην οικογένειά του. «Δεν με δέχθηκαν πίσω. Ήξεραν πια ότι είμαι ομοφυλόφιλος και μου ζήτησαν να φύγω από το σπίτι. Έμεινα δύο μέρες στο σπίτι ενός φίλου και μετά έφυγα από τη Ράκκα». Βλέποντας πια τα πράγματα από κάποια απόσταση, ο νεαρός Σύρος λέει σχετικά με την απόρριψη των γονέων του: «Δεν ένιωσα ποτέ ντροπή που είμαι γκέι. Ένιωσα όμως πικραμένος που η μητέρα μου με απέρριψε, γι' αυτό που πραγματικά είμαι. Είχαμε μία πολύ στενή σχέση και ήμουν πολύ λυπημένος, όταν μου είπε, "Εσύ, δεν είσαι γιος μου"».

Από τη Ράκκα, ο Νουρ έφτασε στο Χαλέπι και από εκεί στην Τουρκία. Έμεινε στην Κωνσταντινούπολη για περίπου έναν χρόνο. «Εκεί έκανα δουλειές του ποδαριού, όμως συχνά μας εκμεταλλεύονταν και δεν μας πλήρωναν», λέει και προσθέτει ότι ο ίδιος έπεσε θύμα ρατσιστικής συμπεριφοράς εξαιτίας των σεξουαλικών του προτιμήσεων: «Οι τουρκικές Αρχές και μεγάλο μέρος του τουρκικού λαού δεν ήθελαν τους ομοφυλόφιλους. Συχνά στο δρόμο μας έβριζαν, μας χαρακτήριζαν "πουτάνες". Ένας φίλος μου ομοφυλόφιλος δολοφονήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, τον βρήκαν με ένα μαχαίρι στον κώλο. Δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό. Μία άλλη trans γυναίκα δολοφονήθηκε την ίδια περίοδο».

Ο Νουρ στην Κωνσταντινούπολη. Η φωτογραφία είναι μία ευγενική παραχώρηση του συνεντευξιαζόμενου.

Η φτώχεια και ο φόβος έκαναν τον Νουρ να εγκαταλείψει την Τουρκία. Ταξίδεψε μέχρι τη Σμύρνη και από εκεί πέρασε με φουσκωτό στη Σάμο, τον Μάρτιο του 2016. Ακολούθησε τη διαδικασία του relocation, ωστόσο το αίτημά του για μετεγκατάσταση απορρίφθηκε και πλέον δεν μπορεί παρά να μείνει στην Ελλάδα. «Η Αθήνα μου αρέσει πολύ, μοιάζει με την πατρίδα μου και νιώθω ασφαλής ως ομοφυλόφιλος. Θα προσπαθήσω να φτιάξω εδώ τη ζωή μου».

Πρόσφατα επικοινώνησε ξανά με τους γονείς του. «Η μητέρα μου με πήρε τηλέφωνο και μου είπε κλαίγοντας: "Νουρ, αγάπη μου, μού λείπεις". Από τότε μιλάμε κάθε μέρα για το πώς τα περνάω στην Ελλάδα, όμως δεν γίνεται καμία αναφορά στο ότι είμαι ομοφυλόφιλος. Κάνουν σαν να μην το έχουν μάθει. Ξέρω ότι με αγαπούν, όμως είναι πολύ αδύναμοι για να με δεχτούν, όπως είμαι».

Μετά από όσα έχει περάσει, ο Νουρ λέει ότι, «ναι, πιστεύω στον Θεό, όμως με τον δικό μου τρόπο». Πλέον θέλει να αφήσει πίσω το δύσκολο παρελθόν του και να κοιτάξει το μέλλον. Χάρη στη βοήθεια της οργάνωσης SolidarityNow και του πρωτοπόρου προγραμματός της για τη στήριξη των LGBTQ προσφύγων, έχει το δικό του διαμέρισμα στην Αθήνα και τώρα ψάχνει για δουλειά. Παράλληλα, εργάζεται ως εθελοντής σε οργανώσεις που βοηθούν πρόσφυγες. «Όλα αυτά που πέρασα μου δίδαξαν πολλά και με έκαναν αυτό που είμαι σήμερα, όμως σε κανέναν δεν αξίζει να τα περάσει. Από 'δω και πέρα θέλω να κοιτάξω μπροστά. "Είσαι δυνατός και θα τα καταφέρεις", μου λέει η μητέρα μου κάθε μέρα στο τηλέφωνο. Ελπίζω να έχει δίκιο».

Περισσότερα από το VICE

Κάπως Έτσι Ήταν να Μεγαλώνεις σαν Αλβανάκι στην Ελλάδα του 1990

Πόσο Έλληνας Είσαι; To Επίσημο Τεστ Υπηκοότητας του VICE

Εξομολογήσεις: Η Δύσκολη Ζωή μιας Swinger στην Αθήνα

Ακολουθήστε το VICE στο  Twitter ,   Facebook  και  Instagram.