Ναρκωτικά

H Μέρα που Είδα Ξανά τον Τοξικοεξαρτημένο Πατέρα μου - Ίσως Έτσι Είναι η Συγχώρεση

Είδα τον μπαμπά μου σε ένα κακόφημο στενάκι στην πόλη μου. Δεν με αναγνώρισε καν όταν συστήθηκα.
Κείμενο Jordan Foisy
17 Φεβρουάριος 2020, 10:43pm
When I ran into my dad, he was standing there in all his glum glory, smoking a bent cigarette. Image by Cathryn Virginia​

Πριν από δυο βδομάδες, γύρισα στη γενέτειρά μου, το Sault Ste.Marie στο βόρειο Οντάριο. Ήμουν εκεί μια εβδομάδα για τους γάμους δύο παιδικών φίλων. Ανάμεσα στις τελετές, πέρασα τον καιρό μου βολτάροντας στην πόλη, μια πόλη γνωστή για το ατσάλι που παρασκεύαζε, νιώθοντας νοσταλγία και μελαγχολία.

Σε μια από αυτές τις βόλτες που κάπνιζα, φαντασιωνόμουν ότι πετύχαινα τον μπαμπά μου, που ζει ακόμα στην πόλη. Είχα να τον δω τρία χρόνια. Έχει πρόβλημα εθισμού με την κόκα. Αναρωτιόμουν πώς θα ήταν αν τον πετύχαινα, όταν ξαφνικά έστριψα τη γωνία και τον είδα. Ο πατέρας μου. Στεκόταν σκυθρωπός, καπνίζοντας ένα στραβό τσιγάρο. Φαινόταν αγχωμένος, σαν να ήταν έτοιμος να πει σε κάποιον ότι δεν είχε λεφτά.

«Γαμώτο. Για κοίτα», του φώναξα για να τον ξυπνήσω. Με κοίταξε σαστισμένος, χωρίς να ξέρει αν μιλούσα σε εκείνον.

«Εγώ είμαι, ρε».

Απάντησε, «Φιλαράκι, δεν σε ξέρω».

«Μπαμπά, εγώ είμαι, ο Jordan».

Είδα τον πατέρα μου για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια και δεν με αναγνώρισε.

Τα τελευταία τρία χρόνια ο μπαμπάς υπήρχε περισσότερο σαν φήμη. Όποτε ερχόμουν στην πόλη, οι φίλοι μού έλεγαν ότι τον είχαν δει να τριγυρνάει στις παρυφές της πόλης σαν αστικός μύθος.

Αυτές οι ιστορίες μού προκαλούσαν ενοχή, λύπη και ανακούφιση. Έλεγα στον εαυτό μου ότι ο λόγος που δεν έβλεπα τον πατέρα μου ήταν ότι δεν μπορούσα να τον βρω. Ψέμα. Στην πραγματικότητα, δεν ήθελα. Με πλήγωνε. Ο πόνος του να τον βλέπω να είναι μια τραγική φιγούρα – χωρίς δόντια και με κόκκινα μάτια, ντυμένος παράταιρα, με αποφόρια.

Παρόλα αυτά, τον αγαπούσα. Στην παιδική μου ηλικία και στην εφηβεία ήμουν απογοητευμένος και προσπαθούσα να καλύψω την απόσταση ανάμεσα στον «καλό» μπαμπά που θεοποιούσα και τη φάση που κοιμόταν στον καναπέ. Ένιωθα αβοήθητος, χαμένος, θυμωμένος. Ως καλός γιος ενός τοξικοεξαρτημένου, μαθημένος στην τέχνη της προσποίησης ότι όλα είναι καλά -ενώ προφανώς δεν είναι-, θύμωνα με τον εαυτό μου όταν τον έβλεπα, επειδή δεν μπορούσα να πω ότι ο ελέφαντας στο δωμάτιο ποδοπατούσε τους χωρικούς.

Celebrating my birthday. Photo courtesy of Jordan Foisy

ΣΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΜΟΥ. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: JORDAN FOISY

Δεν ήθελα να του μιλήσω επειδή ακριβώς ήθελα να του μιλήσω πάρα πολύ, επιθυμούσα μια κάθαρση, απαντήσεις, λύση. Καθώς μια ζωή έβλεπα ταινίες, φαντασιωνόμουν κάποια μεταστροφή: αν είχα αρκετό θάρρος θα μπορούσα να σώσω τον μπαμπά μου και αν τον έσωζα, θα σωζόμουν κι εγώ. Θα τελείωνε με κλάματα και αγκαλιές, εκείνος θα δεσμευόταν να καθαρίσει και θα ζητούσε συγγνώμη για όλα. Κι εγώ, ξαναγεννημένος, γεμάτος αυτοπεποίθηση, γαλήνη και μια παράδοξη δύναμη.

Τα τελευταία τρία χρόνια ήθελα να τον αντιμετωπίσω για να οδηγηθούμε κάπου, αλλά με εμπόδιζε ο φόβος και τα δύσκολα μοτίβα του παρελθόντος μου. Και ξαφνικά ήταν μπροστά μου.

Μου είπε ότι περίμενε να τον πάρουν για μια δουλειά. Ήταν 5.30 μμ αλλά είχα μάθει να αγνοώ τέτοια πράγματα. Με ρώτησε τι έκανα, ρώτησε για τα αδέρφια μου. Ήταν ωραία. Κανονίσαμε να βρεθούμε για φαγητό την άλλη μέρα. Ένας ύποπτος άντρας με ένα ποδήλατο εμφανίστηκε στο στενάκι. Ο μπαμπάς είπε ότι έπρεπε να του μιλήσει για προμήθειες για τη δουλειά. Δεν νομίζω ότι περίμενε για δουλειά.

Την άλλη μέρα είχα άγχος. Θα ερχόταν; Ήθελα να έρθει; Είπε ότι θα ερχόταν το μεσημέρι. Όταν ρώτησα τι ώρα, είπε, «Δεν ξέρω, το μεσημέρι». Έτσι έμεινα κλεισμένος στο σπίτι στης μαμάς περιμένοντας να δω τι ώρα θεωρούσε ο μπαμπάς μου μεσημέρι, σαν να περίμενα έναν τεχνίτη που επιδιόρθωνε παιδικές ηλικίες.

Η πόρτα χτύπησε στις 12.30 μμ. Το σκυλί της μαμάς μου άρχισε να γαβγίζει σαν τρελό. Ο μπαμπάς έσκυψε μέσα αλλά είπε ότι θα περιμένει έξω, επειδή τον είχε δαγκώσει κάποτε σκυλί και αυτό εδώ τον άγχωνε.

Δεν ήξερα ότι τον είχε δαγκώσει σκυλί. Θα ήταν η πρώτη από τις πολλές ιστορίες που θα ανταλλάσσαμε εκείνο το απόγευμα. Του είπα για έναν φίλο που τον έπιασαν με τέσσερα κιλά χασίς και τον ενέπνευσα. Άρχισε να μου αφηγείται ένα σωρό ρομαντικές ιστορίες ακόλαστης ζωής. Περιέγραψε πώς οδηγούσε χωρίς δίπλωμα όταν ήταν μικρός, επειδή το πρόστιμο ήταν μόνο 25 δολάρια. Πώς είχε περάσει κατά λάθος χασίς από τα σύνορα και τον έριξαν στη φυλακή. Πώς έκανε παρέα με κλέφτες αυτοκινήτων και γιους μαφιόζων, πώς έμπλεκε σε τεράστιους καυγάδες στην παραλία, πώς έκανε μπάνιο γυμνός και φλέρταρε με νοικοκυρές όταν πήγαινε για δουλειά. Με μάγεψε. Ήταν χαρακτήρας από τραγούδι του Springsteen.


Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Ήμασταν μαζί ώρες, φάγαμε σε μια πλακόστρωτη αυλή και θέλαμε να παίξουμε μπιλιάρδο αλλά ήταν κλειστά, έτσι ήπιαμε άλλη μια μπίρα. Δεν είχα περάσει ποτέ τόσο ωραία μαζί του. Η κουβέντα είχε ροή. Μιλήσαμε για πολιτική και παραπονέθηκε για το πόσο δύσκολα ήταν για την εργατική τάξη και ότι ο Trump ήταν ναζί. Θυμήθηκα από πού προέκυψαν πολλά πιστεύω μου και ανακουφίστηκα που δεν είχε πρόσβαση στο Facebook.

Ήταν διασκεδαστικά και άνετα, επειδή ήταν επιτέλους ειλικρινής μαζί μου, όχι μόνο για το παρελθόν του αλλά και για τον εθισμό του. Δεν υπήρχε, κιόλας, τρόπος να το κρύψει. Ο μπαμπάς μου ήταν ένας μόνιμος κάτοικος της κρυφής πλευράς της πόλης μου. Δεν έχει δόντια και φοράει αποφόρια. Μένει σε ένα μοτέλ. Κουνούσε παράξενα το κεφάλι του σαν «κοκάκιας».

Τίποτα από αυτά δεν με σόκαρε ούτε με έκανε να ντραπώ, γιατί φαινόταν άνετος σε αυτή τη ζωή. Μιλούσε ανοιχτά για τη φάση με την κόκα, όχι για να καυχηθεί, γιατί αυτή ήταν η πραγματικότητά του. Έχοντας περάσει μια ζωή κρυμμένος στις σκιές των μυστηρίων και των απογοητεύσεων, όπου συνεχώς αναρωτιόμουν γιατί έκανε ό,τι έκανε, είδα τον άνθρωπο που κυνηγούσα σε όλη μου την παιδική ηλικία. Ήταν η πρώτη φορά που δεν με κρατούσαν όμηρο οι ελπίδες για τον άνθρωπο που ήθελα να είναι ή τα ψέματα για τον άνθρωπο που προσποιούνταν ότι ήταν. Ήταν εκείνος. Παράξενος και σπαρακτικός αλλά ήταν εκείνος. Για μένα ήταν απελευθερωτικό.

Όχι ότι ήταν ανώδυνο. Συνέχεια παραπονιόταν ότι δεν ένιωθε τα δάχτυλα τον ποδιών του και ότι πονούσε το πρησμένο του στομάχι. Τον παρακάλεσα να δει έναν γιατρό, το απέρριψε και μου είπε ότι είχε ζήσει καλά ως τώρα.

Συνειδητοποίησα ότι η ειλικρίνειά του προερχόταν από την αίσθηση θνητότητάς του. Είναι αφοσιωμένος στα ναρκωτικά του και τα αφήνει να τον σκοτώσουν. Δεν θέλει να γίνει καλά επειδή τι ζωή θα τον περίμενε στην άλλη πλευρά; Είναι πολύ μεγάλος και έχει κόψει σχέσεις με ανθρώπους.

Υπάρχουν μεγάλοι μύθοι για τον εθισμό και τη νηφαλιότητα, λένε ότι το να καθαρίσεις είναι πάντα μια καινούργια αρχή, ότι μόνο αυτό χρειάζεται. Μερικές φορές το μόνο που γίνεται είναι να δεις ξεκάθαρα πόσο σκατά τα έκανες όλα και δεν υπάρχει κάτι άλλο να κάνεις. Αν δεν θέλει να το δει, δεν τον κατηγορώ. Ούτε εγώ θα ήθελα.

My dad and me. Photo courtesy of Jordan Foisy

Ο ΜΠΑΜΠΑΣ ΚΙ ΕΓΩ. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: JORDAN FOISY

Είπε ότι μετάνιωνε για μερικά πράγματα, ζήτησε συγγνώμη που δεν ήταν πάντα εκεί, για μένα και τα αδέρφια μου. Ευχόταν να μην ήταν ακόμα θυμωμένη η μαμά μου. Κυρίως, είπε ότι απεχθανόταν το πώς οι κοντινοί του έβλεπαν μόνο τον εθισμό του. Ότι υπερσκέλιζε ό,τι είχε κάνει στη ζωη του. Το να προκαλούν οίκτο είναι η υπερδύναμη κάθε εθισμένου. Αλλά σκεφτόμουν πώς απέφευγα τον κόπο να του μιλήσω και να τον κοιτάξω και το δικαιολογούσα λέγοντας ότι ήταν εθισμέντος, αποτυχημένος.

Σκεφτόμουν τους ανθρώπους στους οποίους το κάνω συνέχεια, αυτούς που αποφεύγω. Η ζωή του μπαμπά μου είχε θλίψη αλλά και αίσθηση κοινότητας, μια ζεστασιά που συμβαίνει ότι είναι στον πάτο ξεχασμένους απ’ όλους εκτός απ’ όσους είναι στον πάτο μαζί σου.

Ίσως έτσι να είναι η συγχώρεση. Όχι κλάμα και κάθαρση, και εξομολόγηση στο νεκροκρέβατο. Αλλά μια ειλικρινής αποτίμηση του τι χάσατε και τι έχετε. Η ζωή του μπαμπά μου είναι τραγική αλλά έχει και ομορφιά. Ζούσε στο περιθώριο μιας αξιοσέβαστης κοινωνίας όλη του τη ζωή, κάνοντας τους φραγκάτους και τους δήθεν να νιώθουν άβολα είτε ως έφηβος με ροπή προς την παραβατική συμπεριφορά ή ηλικιωμένο απόβρασμα. Το έκανε ζώντας με βάση τον δικό του κώδικα.

Όσο ήμασταν έξω, τον είδα να ανοίγει πόρτες συνέχεια. Βοηθήσαμε γυναίκες να κατεβάσουν κουτιά με πάνες στον παιδικό σταθμό. Παραπονέθηκε για τους νέους εθισμένους που ποτέ δεν ήθελαν να δουλέψουν. Ήταν αστείος, με έντονες απόψεις, υποκριτής, γοητευτικός, παράξενος και τρυφερός. Ήταν ο πατέρας μου και χαίρομαι πολύ που από ένα καπρίτσιο της τύχης τελικά τον συνάντησα.

Κάναμε σχέδια να βρεθούμε για φαγητό δυο μέρες μετά. Δεν εμφανίστηκε ποτέ.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο VICE Canada.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Ο Σύριος Ράφτης που Βρέθηκε Άδικα σε Ελληνική Φυλακή ως Διακινητής Μεταναστών

Η Έλλη Τρίγγου Θεωρεί το Μπέργκερ Υπερεκτιμημένο

Billie Supernatural: «Δεν Υπάρχει Κάτι πιο Sexy Από την Αυτοπεποίθηση»

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.