ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Βιβλίο & Φεμινισμός

Δεν Μπορείς να Καταλάβεις πώς Είναι να Έχεις Ένα Σώμα που σε Βάζει να το Ακολουθήσεις

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Τεχνικές Κολύμβησης»​.

Κείμενο VICE Staff
23 Αύγουστος 2018, 3:30am

Κάθε μέρα το VICE Greece παρουσιάζει αποσπάσματα βιβλίων που σχετίζονται με το γυναικείο ζήτημα. Το παρακάτω απόσπασμα είναι από το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου της Ελίζας Παναγιωτάτου «Τεχνικές Κολύμβησης», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες.


Ένας άνδρας δεν μπορεί να καταλάβει πώς ακριβώς είναι να έχεις σώμα. Ή να έχεις για σώμα κάτι που εναλλάσσεται και μετακινείται, και σε προλαβαίνει όσο και να βιαστείς. Που σε βάζει να το ακολουθήσεις και να το στηρίξεις, -πώς να το αρνηθείς άλλωστε-, τόσο παρόν, τόσο αυθάδες, τόσο ανελέητα αυταρχικό. Το σώμα της Μαρίας έχει κάνει τις απαραίτητες δηλώσεις, λεκάνη κάπως πιο ανοιχτή, στήθος παρόν και στρογγυλό, ρώγες σκούρες και ανάμεσα στα πόδια ένας χώρος δυνατοτήτων που θα της έπαιρνε κάποια χρόνια να σκεφτεί τι θέλει να τον κάνει και τελικά δεν θα το σκεφτόταν καν, όπως συμβαίνει συχνά με τις αποφάσεις που έρχονται χωρίς να αναγγείλουν την άφιξή τους, και πολλές φορές δεν ξέρει κανείς πότε ήρθαν, γιατί συνήθως τις φέρνουν άνθρωποι για τους οποίους είναι αυτονόητες κι έτσι καθίστανται περιττές και η πειθώ και η πάλη. Το σώμα όμως θα γίνει πεδίο κρυφής μάχης ανάμεσα στα δυο κορίτσια, γιατί ενώ η Μαρία το μαζεύει να κρατήσει τη δύναμή του και να αποφασίσει τι θα το κάνει, προτού το δείξει γενικώς, η Στεφανία είναι σαν να το γιορτάζει και να το περιφέρει, κατάκτηση και πρόκληση μαζί, και στην αρένα στη μέση θα στηθεί σαν λάφυρο η Στεφανία και στο κολάζ της Μαρίας θα την ξεσκίσουν, μάτια εδώ, πόδια εκεί, φακίδες διάσπαρτες, αλλά κυρίως κοκκινωπές τρίχες παντού, κι αυτές οι τρίχες θα μπερδεύουνε τις διαδρομές της Μαρίας σαν δίχτυα γύρω της που μπορεί και να την παγιδέψουν.

Μα για λίγο καιρό ακόμα οι δυο τους θα πηγαίνουν δίπλα-δίπλα και θα λένε πότε γι’ αγόρια και πότε για μουσικές, μ’ ένα παράταιρο τσιγάρο στο χέρι να πλησιάζει ένα πρόσωπο με μάγουλα φουσκωτά σαν απ’ τον ύπνο, κι ενώ αυτός ήταν ο καιρός της απομάκρυνσης απ’ την Εδέμ που έλεγαν κάποτε πως θα την έφτιαχναν μαζί, υπήρχαν και στιγμές που οι δυο τους, σαν δυο Εύες, κοιτάζονταν στα μάτια και υπόσχονταν κάτι που τότε δεν μπορούσαν να το αρθρώσουν και αργότερα θα το έψαχναν σε άλλους χώρους και με άλλους συνδυασμούς, και κάθε φορά που θα το έβρισκαν θα ένιωθαν όχι χαρά αλλά ένα συναίσθημα που θα έμοιαζε με ευγνωμοσύνη.

***

Η σύγκριση είναι μια από τις πιο παρεξηγημένες πρακτικές, γιατί χρησιμοποιεί τη ματαιοδοξία και την αλαζονεία μονάχα σαν πρόσοψη και ασπίδα, και από κάτω χτίζεται το κάθε κορίτσι σαν πύργος, για να δω τα δικά σου πόδια, για να δω τα δικά σου μαλλιά, για να δω τα δικά σου χέρια, για να δω τα δικά σου βυζιά, οι ρώγες μου είναι τελικά μικρές και οι θηλές μεγάλες, τα νύχια σου είναι πιο τετράγωνα και οι τρίχες σου ξανθές, οι βλεφαρίδες μου είναι πιο μακριές και τα φρύδια μου όντως τοξωτά, πίσω πάλι στο στήθος μου, κάπως τριγωνικό, εσύ βλέπω έχεις δυο στρογγυλά ημικύκλια, κι αν άνοιγαν τα πόδια τους και σύγκριναν κι εκεί τι είχαν, θα γλίτωναν χρόνια σιωπής για κάποιες και άγνοιας για άλλες. Κι ενώ στα κορίτσια δεν το δείχνουν, τα αγόρια που το βλέπουν δεν ξέρουν ακόμα ακριβώς τι να το κάνουν, κι έτσι περνάνε κάποια χρόνια αναμονής, με τη Μαρία να μην είναι σίγουρη ότι στο τέλος τους υπάρχει κάτι να την περιμένει και με τη Στεφανία από την άλλη να είναι σίγουρη και να βιάζεται, και με κάθε τρόπο να προσπαθεί να κόψει δρόμο.

Κι αυτή της η βιασύνη και τα μάτια της που κοίταζαν πιο πέρα πάντα και τα χέρια της που έπιαναν όσα δεν έβλεπαν τα μάτια και η ανυπομονησία της να πάει κάπου αλλού, απλώς να πάει, όλα αυτά έγιναν στη φιλία τους συνώνυμο της εγκατάλειψης, κι ενώ καμιά τους δεν θα μπορούσε να προσδιορίσει με ακρίβεια την τομή, διάλεξαν τα αγόρια σαν τη σκηνή στην οποία θα παρουσίαζαν την αντίθεσή τους στον κόσμο, με τη Στεφανία να τους δίνει χώρο και ονόματα, να κολακεύει και να κολακεύεται, να αγγίζει και να αγγίζεται, και κάθε δυο-τρεις μήνες άλλος, σύγκριση και πάλι άλλος, και κόκκινες τούφες γύρω παντού, και τη Μαρία να κάνει την αδιάφορη και μόνο από ανία να παίρνει πού και πού τον ίδιο δρόμο, χωρίς τη ζωντάνια και τη λαχτάρα της Στεφανίας ούτε τον στόχο να βρει κάτι να την περιμένει σ’ ένα άλλο σώμα. Μα κι αυτό θα άλλαζε, γιατί το σώμα δεν θα δεχόταν για πολύ καιρό τέτοιο δευτερεύοντα ρόλο και θα γινόταν πιο παρόν, πιο δυνατό και πιο αυθάδες, για να γίνει κι αυτό υλικό και να χρησιμοποιηθεί με τρόπο που θα δώσει τελικά στο ίδιο χαρά.


#Γυναίκα: Το Σώμα της Ανήκει

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook


Όλα με τα υλικά που έχεις γύρω σου. Μέχρι εκεί που φτάνει το χέρι και το μάτι σου. Ξαπλωμένη μπορείς να ανασηκωθείς μόνο όσο σε αφήνει το χέρι σου. Μπορείς να ακουμπήσεις στον αγκώνα, να γυρίσεις προς εμένα και με μοχλό το μπράτσο να ξαπλώσεις πάνω μου. Το ύψος φτάνει. Το χέρι φτάνει. Τα υλικά είναι επαρκή.
Υπάρχει ένα μέρος όπου τα τούβλα φτιάχνονται δίπλα στα σπίτια. Γύρω απ’ την πόλη έχει νερό και χώμα. Στη μέση κάθε τόσο σαν οικισμοί από τούβλα. Οι πρώτοι μαζεύουν τη λάσπη και της δίνουν σχήμα. Οι δεύτεροι κουβαλάνε τα τούβλα λίγο πιο πέρα και χτίζουν έναν κύβο. Μετά ανάβουν φωτιά να τα ψήσουν από μέσα κι απ’ έξω. Προστίθενται κι άλλα, χτίζονται συμμετρικά γύρω τριγύρω. Τα έτοιμα τα παίρνουν. Λίγο πιο κάτω οι επόμενοι τα βάζουν σε σχήματα, σαν σπίτια με καμινάδες, ζώα με ουρές, έπιπλα χωρίς ανθρώπους, αντικείμενα γενικώς ή απλώς τυχαίες κατασκευές. Στο βάθος η πόλη, απ’ την παραγωγή στην κατανάλωση. Στο βάθος ο στόχος. Τα σπίτια χτίζονται μόνο με ζωντανά υλικά, ξύλο και τούβλο. Η πέτρα είναι για τους τάφους και το μάρμαρο για τους ναούς, όχι για τα σαλόνια. Παραείναι λείο, όλο και κάποιος θα γλιστρήσει. Οι ναοί από την άλλη επιβάλλεται να γλιστράνε και να αστράφτουν, τόσο που να θες να πηγαίνεις αλλά κυρίως να θες να φεύγεις, γιατί αλλιώς θα γέμιζαν ιέρειες και ποιος θα τις συντηρούσε όλες αυτές;

Όσο φτάνουν τα χέρια. Μέχρι εκεί που βλέπουν τα μάτια. Στα γύρω οικόπεδα είναι όλα τα υλικά. Μ’ ένα ροζ βρακί κι ένα καβούρι στο κάθε χέρι. Οι δαγκάνες τους ανοιγοκλείνουν μακριά από τα δάχτυλά της. Τα κραδαίνει στον αέρα, κάθε καβούρι στο μέγεθος μιας παλάμης, οι δαγκάνες τους να δείχνουν προς τον ουρανό. Τα ακουμπάει κάτω και εξαφανίζονται σε κρυφούς διαδρόμους. Είναι εννιά χρονών, είναι δεκαεννιά χρονών. Από το χώμα και το νερό θα φτιάξει τα βυζιά της. Έτσι μικρά και μυτερά. Ή πιο μεγάλα. Τότε θέλει και πίσω βάρος να ισορροπήσει. Και πόδια δυνατά. Και πατούσες πιο μεγάλες - σε δυο μικρές πατούσες πού να ισορροπήσουν δύο βυζιά μεγάλα; Ή και πιο μικρά. Ή ένα μεγάλο και ένα μικρό, ωραία είναι κι έτσι. Και πλαστελίνες χωμάτινες για τα μαλλιά, μακριά μαλλιά, μαλλιά σε τούφες, μαλλιά σαν κράνος. Ή και καθόλου μαλλιά, χωρίς πλαστελίνες και χώμα. Θα γράψει λέξεις γύρω απ’ τον αφαλό της, θα τις γράφει και θα τις σβήνει και θα λέει πως είναι για σένα. Καφέ τα γράμματα και γράφει κάτι σαν ξένη γλώσσα. Θα πασαλείψει τη γραφή, θα φυτέψει στα μάγουλά της λακκάκια. Ανοιχτό καφέ και κόκκινο το χώμα, θα πιτσιλίσει στο πρόσωπό της φακίδες. Θα τις πασαλείψει με τις παλάμες ανοιχτές. Θα καθίσει κάτω, θα ξαπλώσει πάνω της. Θα φτιάξουν αποτυπώματα. Ξάπλωσε της λέει, τα χέρια σου δίπλα στο σώμα. Τώρα σήκω, να το αποτύπωμά σου. Τώρα θα το πατήσω, κοίτα με τι κάνω. Πατάει τα πόδια της πρώτα, πατάει τα μπούτια της μετά, ενώνει τις πατούσες της να χωρέσουν στην κοιλιά του αποτυπώματος. Γονατίζει, η απόσταση από τους ώμους μέχρι τον αφαλό όση οι γάμπες της. «Να ξαπλώσω;», τη ρωτάει. Γυαλίζει στο φως, το χέρι πάνω απ’ τα μάτια της κάνει λίγη σκιά. «Αμέ», της λέει. Έρχεται προς το μέρος της. «Πιο δεξιά, να μου κρύψεις τον ήλιο». Στεκόταν από πάνω της ήδη, με τα πόδια ελαφρώς ανοιχτά. Την έλεγαν Ράνια και είχε την πιο όμορφη πλάτη. Όταν κουνούσε τους ώμους της, η Μαρία έβλεπε όλες της τις ενώσεις, όταν έσκυβε προς τα μπρος, μετρούσε έναν-έναν τους σπονδύλους. Ήθελε να την αποσυναρμολογήσει με τα δόντια της. Δάγκωνε μία-μία τις κλειδώσεις της. Εκεί δεν γαργαλιόταν με τίποτα.

Πέρασαν μήνες με μια αθωότητα και μια αγριότητα μαζί που τον συνδυασμό τους δεν πίστευε καμία από τις δυο τους πως θα μπορέσει να βρει σε κάποιον άλλον. Και γέμισαν μυστήρια και μέρες και νύχτες με ιστορίες και παίζανε τους δράκους και μετά παίζανε τις παρθένες και όπως βρέθηκαν χωρίς κόπο σαν να περνούσαν ούτως ή άλλως και οι δύο από τον ίδιο δρόμο την ίδια στιγμή, έτσι χωρίστηκαν και χωρίς πολύ να το προσπαθήσουν, με την ίδια ευκολία κι αυτό και με τρόπο απόλυτα φυσικό. Και στο μυαλό της Μαρίας έμειναν οι μήνες αυτοί σαν κάδρο με διάφανες εικόνες βαλμένες η μια πάνω στην άλλη, και οι μορφές μπερδεύονταν έτσι που να πρέπει να πλησιάσει αρκετά για να τις διακρίνει. Γιατί τα ανακάτευε όλα η μνήμη κι έφερνε κάθε φορά άλλα στην επιφάνεια, με κίνδυνο όλα αυτά να μην έχουνε καμία σχέση με την αλήθεια. Αυτό που σίγουρα έμεινε από τη Ράνια ήταν η εμμονή της να ψάχνει τα μυστήρια και για τα ανεξήγητα το σώμα της ήτανε το πιο πρόσφορο έδαφος. Τα μάζευε και όταν ήτανε ξαπλωμένες στην άμμο, της έλεγε γι’ αυτά και η Μαρία γελούσε και μέσα της όμως καμάρωνε που τα ’λεγε σ’ αυτήν και που ήδη άξιζε τόσα πολλά στα 20 της χρόνια.

***

Και μια από τις ιστορίες που της είχε πει η Ράνια ήταν για τον Ιούλιο του 1518 και για μια γυναίκα που ξεκίνησε να χορεύει στους δρόμους του Στρασβούργου. Χόρεψε, λέει, εκστατικά για μία σχεδόν βδομάδα, ενώ 34 άνθρωποι την ακολούθησαν πιστά. Μέσα σε ένα μήνα οι χορευτές είχαν γίνει τετρακόσιοι. Στην προσπάθειά τους να θεραπεύσουν την ασθένεια, το συμβούλιο της πόλης και οι γιατροί τους έδωσαν, λέει, την οδηγία να συνεχίσουν να χορεύουν, τους έστησαν μάλιστα και μια σκηνή στο κέντρο της πόλης. Οι περισσότεροι πέθαναν από την εξάντληση χορεύοντας. Η αιτία αυτής της ασθένειας είναι άγνωστη, αν και έχουν προταθεί διάφορες θεωρίες, μαζική ψυχογενής πάθηση, δηλητηρίαση από κατάποση μούχλας ή αναγέννηση μιας μεσαιωνικής χορευτικής μανίας. Καμία από τις θεωρίες δεν έχει επιβεβαιωθεί. Δεν υπάρχει υλικό από κάμερες και δραστηριότητα στο Facebook να αναλυθεί κι έτσι να προσδιοριστεί με ακρίβεια το προφίλ των θυμάτων. Όμως θα πρέπει για όσο χόρευαν να ένιωθαν καλά και ίσως να μη χόρευαν αλλά να στροβιλίζονταν με συνεχώς μετατιθέμενο άξονα, πηγαίνοντας ολοταχώς προς τον Θεό ή το ομοίωμά του που για εκείνους πρέπει να ήταν ένα και το αυτό.

Η ψυχοτρόπος μούχλα κάνει ακόμα και σήμερα το θαύμα της, πέντε αιώνες μετά, και καμιά δεκαριά άνθρωποι στροβιλίζονται σε μια παραλία, στροβιλίζονται καθιστά και τα αστέρια από πάνω τους ανεβοκατεβαίνουν και τα σώματα κοιτάζονται χωρίς να παρεμβάλλονται τα μάτια, νιώθουν τα ψάρια που κολυμπάνε γλιστρώντας, νιώθουν το νερό, νιώθουν ακριβώς τη διαφορά του απ’ τον αέρα, οι σκιές γύρω τους συνέχεια μεγαλώνουν και μικραίνουν, γίνονται κλαδιά τρισδιάστατα να σκαρφαλώσουν και να φύγουν από την άμμο και να ανεβούν στον ουρανό ή στο φεγγάρι, που όμως κανείς δεν γυρνάει να το κοιτάξει, καλύτερα να σκαρφαλώνουνε στις σκιές σαν να ήταν σκάλες, να πλησιάζουν στον αέρα και πάνω στο νερό, να δουν χταπόδια κάτω στον πάτο και αστερίες, να μη βουτήξουν να τους πιάσουν, απλώς να τους κοιτάζουν εκστατικά και να στροβιλίζονται όλοι τους και να είναι σώματα που ξέρουν με ακρίβεια πως η σπονδυλική τους στήλη τα χωρίζει στα δύο και που ακουμπάνε τα δύο μισά το ένα πάνω στο άλλο, να δουν αν είναι ίδια, και μετά τα ξεδιπλώνουνε ξανά, βρείτε τις διαφορές στις δύο εικόνες και κυκλώστε τις, είναι δέκα, μόνο δέκα, τις ψάχνουν και τις κυκλώνουν σχεδόν ευλαβικά, μία, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε, γαργαλιούνται εδώ, και η Μαρία, ξαπλωμένη με το κεφάλι της στην άμμο και τα χέρια ανοιχτά στο σχήμα του σταυρού, θα ορκιζόταν πως είδε κάτι να βγαίνει από την αριστερή της παλάμη, κάτι σαν χνουδωτή μπάλα να περπατάει χνούδι το χνούδι προς τα δεξιά με μια μικρή στάση στο λακκάκι που κάνει ο λαιμός, να συνεχίζει, κλείδα, ώμος, μπράτσο, αγκώνας από μέσα, χέρι, καρπός, παλάμη δεξιά, και σαν να πάλλεται πριν φύγει από το ύψωμα που κάνει το μεσαίο της δάχτυλο ακουμπισμένο με τη μέσα μεριά να κοιτάζει τον ουρανό, θα ορκιζόταν πως το έβλεπε όταν στα χείλια της ένιωσε ένα άλλο ζευγάρι χείλια να επιβεβαιώνουν πως και τη στιγμή της απόλυτης διαύγειας η ζέστη από ένα άλλο σώμα μπορεί τουλάχιστον να σε μπερδέψει.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Έτσι Παρασκευάζεται τo Αυτοσχέδιο Tσίπουρο στις Ελληνικές Φυλακές

51 Τρόποι για να Γίνει Λιγότερο Εχθρικός ο Κόσμος Απέναντι στους Χοντρούς Ανθρώπους

«Άβυζη», «Χοντρή», «Σημαδεμένη» - Γυναίκες στην Ελλάδα Φωτογραφίζονται Μιλώντας για το Body Shaming

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Tagged:
Φεμινισμός
Σώμα
Γυναίκα
Βιβλίο
αφιέρωμα
φύλο