O Δημήτρης Σαραβάκος Μιλά για την Εποχή που Ήταν Ball Boy, τον Παναθηναϊκό και τον Κοσκωτά

Το ποδόσφαιρο και η ζωή, σύμφωνα με έναν από τους μεγαλύτερους Έλληνες ποδοσφαιριστές όλων των εποχών.

|
21 Ιούνιος 2018, 4:00am

Πάνε περίπου δύο χρόνια από την πρώτη επικοινωνία που είχα με τον Δημήτρη Σαραβάκο ζητώντας του συνέντευξη. Για να είμαι ειλικρινής, περνώντας ο καιρός, ξέχασα ακόμα και την αφορμή για την οποία τη ζήτησα. Από ένα σημείο και μετά, απλώς είχα στόχο να κάνω συνέντευξη με τον Σαραβάκο. Όμως λίγο οι υποχρεώσεις του ως συντονιστής ποδοσφαίρου στον Παναθηναϊκό, λίγο το ότι αποφεύγει μανιωδώς τη δημοσιότητα, πάντα βρισκόταν ένας λόγος για να την αναβάλουμε και να σκέφτομαι τις θεωρίες περί βεντετισμού των ποδοσφαιριστών. Ώσπου μια μέρα, συναντηθήκαμε τυχαία σε μια εκδήλωση. «Τι θα γίνει Δημήτρη; Θα καταφέρουμε να κάνουμε τη συνέντευξη;», του είπα. «Θα την κάνουμε. Πάρε με την επόμενη βδομάδα να κανονίσουμε ραντεβού». Έτσι, ένα απόγευμα ο Σαραβάκος μού αφηγήθηκε την πορεία του πίνοντας καφέ και βγάζοντας συνεχώς σέλφι με θαμώνες. Όσο για τα περί βεντετισμού, όχι μόνο δεν ισχύουν, αλλά σε όλη την κουβέντα μας, αντίκτυπος της σεμνότητάς του ήταν η μεγάλη αγωνία του να μη φανεί αυτοαναφορικός.

Η ζωή του Δημήτρη Σαραβάκου

«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Νέα Σμύρνη. Από μικρός, το αγαπημένο μου παιχνίδι ήταν η μπάλα. Έχοντας κι επιρροή από τον πατέρα μου που ήδη είχε κάνει καριέρα στον Πανιώνιο, ήταν αναμενόμενο όταν με ρωτούσαν τι ήθελα να γίνω, να απαντάω «ποδοσφαιριστής». Φυσικά, δεν σκεφτόμουν άλλες ομάδες σαν επιλογή. Παράλληλα συνειδητοποιούσα πόσο με «βάραινε» το όνομά μου, χωρίς αυτό να με αγχώνει. Στα πρώτα βήματα όμως δεν με αποδέχτηκαν εύκολα οι συμπαίκτες μου και ο κόσμος. Όλοι θεωρούσαν ότι είχα «βύσμα» τον πατέρα μου και απολάμβανα ευνοϊκής μεταχείρισης στην ομάδα. Αυτό το ένοιωσα κάπου στα 12-14, αλλά επειδή ήμουν μικρός, δεν με πείσμωσε. Εξάλλου, προσωπικά, δεν συνδύασα ποτέ την πορεία μου με τον πατέρα μου. Είχα την αίσθηση της ατομικότητας.

Κάποτε, μου έγινε πρόταση να πάω στον Ολυμπιακό από τον Γιώργο Κοσκωτά. «Εσένα θα σε κάνω δώρο στον γιο μου», είπε.

Κάπου στα 12-13 ξεκίνησα στα τσικό του Πανιωνίου και μετά πήγα στο εφηβικό. Ο πρώτος μου αγώνας και το πρώτο μικρό δημοσίευμα εφημερίδας που αναφερόταν στο πρόσωπό μου, ήταν από σχολικούς αγώνες. Έπαιζε το γυμνάσιό μας, η Εστία Νέας Σμύρνης, με άλλα σχολεία στη Λεόντειο, ενώ το δημοσίευμα το έγραψε ο Πέτρος Λινάρδος που με τα παιδιά του ήμασταν συμμαθητές. Μάλιστα, ο ένας, ο Νίκος είναι ο γνωστός μπασκετμπολίστας.

Ήμουν ακόμα μαθητής, αλλά είχα επαγγελματικές υποχρεώσεις με την ομάδα. Εκείνη την εποχή, στο εφηβικό πρωτάθλημα, δηλαδή στο αντίστοιχο σημερινό Κ20, ακολουθούσαμε την πρώτη ομάδα όπου κι αν πήγαινε και παίζαμε με την εφηβική ομάδα του ίδιου αντιπάλου ακριβώς πριν την έναρξη του αγώνα τους. Μάλιστα, παίζαμε παρουσία φιλάθλων γιατί από το δεύτερο ημίχρονο του δικού μας αγώνα άρχιζε να γεμίζει το γήπεδο. Έτσι, σταδιακά έρχονταν όλο και περισσότεροι να δουν κι εμάς από την αρχή.

Από το ’77 έως και το ’79 έπαιξα σαν ημιεπαγγελματίας. Το ’79 που μου προσέφεραν επαγγελματικό συμβόλαιο, ήταν η χρονιά που έγινε επαγγελματικό το ποδόσφαιρο στην Ελλάδα. Φαντάσου ότι πρόλαβα τα συμβόλαια πενταετίας που τότε ήταν υποχρεωτικά.

Τα ποδοσφαιρικά χρόνια του Πανιωνίου είναι τα καλύτερά μου. Θυμάμαι να πηγαίνω ξένοιαστος στις προπονήσεις με το ποδήλατό μου και να το παρκάρω στον διάδρομο που οδηγούσε από τα αποδυτήρια στον αγωνιστικό χώρο. Δεν ήμουν τόσο κοινωνικός, αλλά υπήρχαν άλλα παιδιά με απίστευτο χιούμορ που συχνά έλεγαν ανέκδοτα και πείραζαν τους άλλους. Ίνδαλμά μου ήταν ο Θωμάς Μαύρος. Την εποχή που έπαιζε στον Πανιώνιο και ήταν στα καλύτερά του, εγώ ήμουν «ball boy», μάζευα την μπάλα πίσω από τα τέρματα. Στην πορεία βέβαια παίξαμε και αντίπαλοι όταν ήμουν στον Παναθηναϊκό και στην ΑΕΚ. Εκείνος γύρισε στον Πανιώνιο να ολοκληρώσει την καριέρα του βγαίνοντας πρώτος σκόρερ την τελευταία του χρονιά.

Θεωρώ όμως ότι με στιγμάτισαν περισσότερο τα τελευταία δύο χρόνια γιατί παίξαμε παιχνίδια μπαράζ για να παραμείνουμε στην Α’ Εθνική. Την πρώτη χρονιά παίξαμε στον Βόλο με τον Μακεδονικό και κερδίσαμε 3-2, με δύο δικά μου γκολ. Την επόμενη παίξαμε στη Λάρισα με τον ΠΑΣ Γιάννενα. Και στα δύο παιχνίδια κυριαρχούσαν το άγχος και η πίεση γιατί γνωρίζαμε την ιστορία του Πανιωνίου και θεωρούσαμε ντροπή αν υποβιβαζόμασταν. Μην ξεχνάμε ότι όχι μόνο είναι η παλιότερη ομάδα της χώρας, αλλά έχει βγάλει και τους μεγαλύτερους επιθετικούς, όπως οι Νεστορίδης, Μαύρος, Αναστόπουλος κ.ά.

Ο Παναθηναϊκός και η τεσσάρα στον Ολυμπιακό

Δεν ένιωσα περίεργα αφήνοντας τον Πανιώνιο. Νομίζω ότι είχα κάνει τον κύκλο μου παίζοντας δύο χρόνια ερασιτεχνικά και άλλα πέντε επαγγελματικά. Η αλήθεια είναι ότι είχε συμφωνηθεί να φύγω από την προηγούμενη χρονιά. Το είχα μάθει από τους ανθρώπους του Πανιωνίου που μου είπαν «Υπάρχει ενδιαφέρον από τον Παναθηναϊκό και είναι πιθανό να σε δώσουμε», αλλά τελικά είχαν προβλήματα εκείνο το διάστημα και δεν ήθελε ο κόσμος να φύγω. Δεν είχε λήξει ακόμα το συμβόλαιό μου κι έτσι έφυγα την επόμενη χρονιά. Χάρηκα γιατί από τη μεταγραφή μου πήρε περίπου 50.000.000 δραχμές ο Πανιώνιος, καλά λεφτά για την εποχή, με τα οποία θα έλυνε αρκετά προβλήματά του.

Σήμερα το ποδόσφαιρο είναι πιο επαγγελματικό και πιο γρήγορο. Στην εποχή μου ήμασταν πιο «λάσκα». Οι περισσότεροι ποδοσφαιριστές εκείνης της περιόδου, δύσκολα θα παίζαμε σήμερα.

Όταν ξεκίνησα στον Παναθηναϊκό και είδα τις απαιτήσεις, τότε κατάλαβα ότι βρισκόμουν σε μεγαλύτερο σύλλογο. Έπρεπε να δείξεις πράγματα για να γίνεις βασικός στην ομάδα που είχε ήδη πάρει το νταμπλ την προηγούμενη σεζόν. Εκείνη τη χρονιά πήγαμε Παναθηναϊκό εγώ και ο Ζάετς, με προπονητή τον Γκμοχ. Ο Ζάετς ήταν τεράστιο όνομα της εποχής και αρχηγός της Εθνικής Γιουγκοσλαβίας που ακόμα έπαιζε στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Μάλιστα, περιμέναμε να τελειώσει το ευρωπαϊκό για να έρθει. Από την πρώτη κιόλας χρονιά κάναμε φοβερή πορεία χάνοντας την τελευταία στιγμή το ελληνικό πρωτάθλημα και φτάνοντας στους τέσσερις της Ευρώπης, όταν αποκλειστήκαμε από την Λίβερπουλ. Ήταν η χρονιά που στον τελικό είχαμε τα γεγονότα του Χέιζελ.

Η σχέση μας με τον κόσμο δεν ήταν όπως σήμερα που ασχολούνται περισσότερο μέσω των social media. Φεύγαμε από το γήπεδο και για να μπούμε στο αμάξι μας ή να περάσουμε τον δρόμο, σκαρφαλώναμε σε άλλα αυτοκίνητα. Αυτά γίνονταν συχνά, αλλά ήθελα να αποφεύγω τα πολλά-πολλά. Με ενδιέφερε μόνο η δουλειά μου, το παιχνίδι μου και να συναντήσω τις παρέες μου στη Νέα Σμύρνη. Ποτέ δεν επεδίωξα δημοσιότητα.

Το πρώτο μου ευρωπαϊκό παιχνίδι ήταν εναντίον της Φέγενορντ, στο Ρότερνταμ. Απίστευτη εμπειρία. Νομίζω ότι τα ευρωπαϊκά παιχνίδια έχουν άλλη ποιότητα. Όχι ότι τα κυνηγούσα, επειδή πολλοί έλεγαν τότε ότι ενδιαφερόμουν περισσότερο για αυτά, κάτι που δεν ισχύει. Απλώς, εκεί έχεις μεγαλύτερο κίνητρο, λόγω επιπέδου και όχι επειδή θα σε δουν οι ξένοι. Σκέψου ότι τότε στη Φέγενορντ έπαιζε ο Γκούλιτ. Καταλαβαίνεις ότι παίζει ρόλο ποιον έχεις απέναντί σου. Επίσης, στο εξωτερικό παίζαμε σε εκπληκτικές εγκαταστάσεις. Ακόμα και τώρα, πηγαίνεις στην Ευρώπη και βλέπεις απίστευτα γήπεδα και για τις πιο μικρές ομάδες. Εμείς τι έχουμε; Ένα ΟΑΚΑ και ένα Καραϊσκάκη.

Όταν έπαιζα στον Παναθηναϊκό είχα έναν κολλητό φίλο που ήταν φανατικός Ολυμπιακός. Κάναμε οικογενειακή παρέα και συχνά τρώγαμε ο ένας στο σπίτι του άλλου. Ήταν όμως και το δεξί μου χέρι. Αυτός με πήγαινε στο γήπεδο, στο ξενοδοχείο, έπαιρνε το αυτοκίνητό μου και με βοηθούσε σε όλα. Μια μέρα παίζαμε τελικό κυπέλλου με τον Ολυμπιακό και μου λέει «Σου εύχομαι να βάλεις εσύ τρία, αλλά να φάτε τέσσερα». Τελικά, έβαλα όντως τρία γκολ. Ήταν ο τελικός που κερδίσαμε 4-0.

Σήμερα το ποδόσφαιρο είναι πιο επαγγελματικό και πιο γρήγορο. Στην εποχή μου ήμασταν πιο «λάσκα». Οι περισσότεροι ποδοσφαιριστές εκείνης της περιόδου, δύσκολα θα παίζαμε σήμερα, ενώ συγκρίνοντας τα παιχνίδια του ’84 με τα σημερινά, θα μείνεις με ανοιχτό το στόμα. Ο σημερινός αθλητής, εκτός από τα κατάλληλα βοηθήματα, έχει και σημαντική τεχνική υποστήριξη. Μόλις τελειώσει το παιχνίδι, πάει δίπλα του ο γυμναστής και τον ενημερώνει για πολλές λεπτομέρειες, όπως πόσα χιλιόμετρα έκανε στο παιχνίδι, από ποιο σημείο και μετά ξεκίνησε να κουράζεται, τους σφυγμούς του ανά πάσα στιγμή κλπ. Επίσης, με τη σημερινή διαδικασία, φαίνεται αν κοροϊδεύεις μέσα στο γήπεδο ή αν προσπαθείς στο μάξιμουμ. Ξέρουμε τις δυνατότητες των παιχτών. Έτσι, αν δούμε κάτι περίεργο στον υπολογιστή, καταλαβαίνουμε αμέσως ότι ο παίχτης έχει κάνει τα μισά από όσα μπορεί.


[VICE Video] Unfair Play: Η Παράγκα

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Η πρόταση από τον Κοσκωτά

Κάποτε, μου έγινε πρόταση να πάω στον Ολυμπιακό από τον Γιώργο Κοσκωτά. «Εσένα θα σε κάνω δώρο στον γιο μου», είπε όταν βρεθήκαμε σε μια εκδήλωση του ΠΣΑΠ. Συζητούσαμε για πολλά χρήματα. Τελικά, δεν ολοκληρώθηκε η μεταγραφή. Εξάλλου, ποτέ δεν ήταν στόχος μου να φύγω από τον Παναθηναϊκό. Λίγα χρόνια αργότερα όμως, έφυγα αναγκαστικά επειδή απλά δεν ανανεώθηκε το συμβόλαιό μου. Ο κόσμος αιφνιδιάστηκε, αλλά είχα καταλάβει ότι πήγαινε προς τα ‘κει το «πράγμα» μιας και τον τελευταίο ενάμιση χρόνο βρέθηκα πολλές φορές στον πάγκο, άδικα κατά τη γνώμη μου. Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν με χρησιμοποιούσε ο προπονητής στα περισσότερα παιχνίδια. Έκανα υπομονή μέχρι να λήξει το συμβόλαιό μου κι έφυγα.

Το ίδιο έγινε και όταν αποχώρησα από την ΑΕΚ. Δεν ανανεώθηκε το συμβόλαιο. Καταλαβαίνω ότι ήμουν ήδη 34 χρόνων, αλλά ένιωθα ότι μπορούσα να προσφέρω ακόμα πράγματα. Τελικά, μετά από όλα αυτά, αποφάσισα να επιστρέψω στον Πανιώνιο για να κλείσω εκεί την καριέρα μου. Μάλιστα, άτυπα είχα ήδη ξεκινήσει να κάνω προπονήσεις με προπονητή τον Κυράστα. Το έμαθαν όμως από τον Παναθηναϊκό και με πήρε ο τότε πρόεδρος της ομάδας, ο καπετάνιος (σ.σ. αναφέρεται στον Γιώργο Βαρδινογιάννη) ζητώντας μου να επιστρέψω και να ολοκληρώσω εκεί την καριέρα μου. Έτσι κι έγινε. Γύρισα και μετά από έξι μήνες σταμάτησα, χωρίς να πάω στον Πανιώνιο.

Είναι η τέταρτη χρονιά που βοηθάω τον Παναθηναϊκό ως συντονιστής ποδοσφαίρου. Δεν έχω φιλοδοξίες. Μόνο να παραμείνω στην ομάδα.

Πάντα καταλαβαίνουμε πότε έρχεται το τέλος. Λίγο μετά τα 30 είναι που συνειδητοποιούμε ότι μειώνονται κάποιες ικανότητές μας, όπως η ταχύτητα. Αν είσαι φυσιολογικός άνθρωπος, δεν σε ρίχνει ψυχολογικά. Βλέπεις από τη μία τον εαυτό σου να χάνει δύναμη και από την άλλη, τους πιτσιρικάδες που έρχονται γεμάτοι φρεσκάδα. Το θέμα είναι να επιλέξεις εσύ πώς θέλεις να είναι το τέλος σου. Έτσι, είχα αρχίσει να προετοιμάζομαι. Ήμουν όμως τυχερός γιατί μόλις σταμάτησα, γεννήθηκε η κόρη μου και άρχισα να ασχολούμαι μαζί της, κάτι που με βοήθησε να περάσω πιο ήπια τη διακοπή του ποδοσφαίρου. Εξάλλου, στα 19 χρόνια που έπαιζα, είχα στιγμές κούρασης. Υπήρξαν μέρες που έλεγα «Πάλι ταξίδι;». Βλέπεις, πολλές φορές ήμουν με μια βαλίτσα στο χέρι, να την αδειάζω και να τη γεμίζω. Μη με ρωτήσεις αν μου λείπει το ποδόσφαιρο. Εννοείται ότι θα μου λείπει, όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Όσο έπαιζα μπάλα, έκανα κι ένα εστιατόριο στην Πλάκα, τον Διογένη, που το έχω ακόμα, ενώ φέτος είναι η τέταρτη χρονιά που βοηθάω τον Παναθηναϊκό ως συντονιστής ποδοσφαίρου. Δεν έχω φιλοδοξίες. Μόνο να παραμείνω στην ομάδα.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας

Περισσότερα από το VICE

Ποιoς θα Πάρει Φέτος το Mundial, Χρήστο Σωτηρακόπουλε;

Αυτοί που Χειροκροτούν τον Δολοφόνο Ενός Παιδιού, Ζουν Ανάμεσά μας

«Είμαστε Τρελοί κι Ευτυχισμένοι»: Μια Γερή Φωτογραφική Βουτιά στα Εξάρχεια του 1980

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.