Οι Γυναίκες στα Χωριά Έκαναν Παιδιά για να Μην τις Πουν Λεσβίες και Κακογαμημένες

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ»​.

Κείμενο VICE Staff
|
aug 10 2018, 3:15am

Φωτό: PxHere

Κάθε μέρα το VICE Greece παρουσιάζει αποσπάσματα βιβλίων που σχετίζονται με το γυναικείο ζήτημα. Το παρακάτω αποσπάσματα είναι από το 7ο κεφάλαιο του μυθιστορήματος του Εντουάρ Λουί, «Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες.


Πορτραίτο της μητέρας μου το πρωί

Η μητέρα μου λοιπόν. Δεν έβλεπε τι τραβούσα στο σχολείο. Μου έκανε καμιά φορά ερωτήσεις, μ’ ένα ύφος απόμακρο και αδιάφορο, για να μάθει πώς πέρασα τη μέρα μου. Δεν το έκανε συχνά, δεν της ταίριαζε. Ήταν μητέρα σχεδόν παρά τη θέλησή της, από εκείνες τις μητέρες που έγιναν μητέρες πολύ νωρίς. Ήταν 17 χρονών, έμεινε έγκυος. Οι γονείς της, της είπαν ότι η συμπεριφορά της δεν ήταν πολύ συνετή ούτε πολύ ενήλικη « Δεν θα μπορείς να κάνεις άλλες βλακείες». Αναγκάστηκε να σταματήσει το επαγγελματικό λύκειο όπου είχε επιλέξει την κατεύθυνση της μαγειρικής και να εγκαταλείψει το σχολικό σύστημα χωρίς απολυτήριο. «Έπρεπε να σταματήσω τις σπουδές μου, αν και είχα δυνατότητες, ήμουν πολύ έξυπνη, και θα μπορούσα να κάνω τρομερές σπουδές, να πάρω απολυτήριο και να κάνω ένα σωρό πράγματα μετά». Έτσι έχουν τα πράγματα στο χωριό, οι γυναίκες κάνουν παιδιά για να γίνουν γυναίκες, γιατί αλλιώς δεν γίνονται ποτέ πραγματικά γυναίκες. Τις θεωρούν λεσβίες, ψυχρές. Οι άλλες γυναίκες τα συζητάνε έξω από το σχολείο - «Αυτή δεν έχει κάνει ακόμη παιδιά στην ηλικία της, δεν είναι φυσιολογική. Λεσβιάρα θα ’ναι. Ή ψυχρή, κακογαμημένη». Αργότερα θα καταλάβαινα ότι, αλλού, μια ολοκληρωμένη γυναίκα είναι μια γυναίκα που ασχολείται με τον εαυτό της, με την ίδια, με την καριέρα της, που δεν κάνει παιδιά πολύ γρήγορα, πολύ νέα. Μερικές φορές έχει ακόμη και το δικαίωμα να είναι λεσβία, εκεί γύρω στην εφηβεία, όχι για πολύ, για μερικές εβδομάδες, μερικές μέρες, απλώς για να περάσει ωραία.

Η αδερφή μου, εριστική, με πολύ δύσκολο χαρακτήρα (αφού έπρεπε, όπως και η μητέρα μου, να είναι μια γυναίκα με χαρακτήρα για να επιβιώσει σ’ έναν αντρικό κόσμο), παραπονιόταν γι’ αυτό το ρόλο της μητέρας που η μητέρα μου είχε εγκαταλείψει, κατηγορώντας την ότι δεν έκαναν ποτέ τίποτα οι δυο τους, ότι δεν είχε μοιραστεί τίποτα μαζί της, ότι δεν είχαν πάει για ψώνια μαζί, και όλα αυτά που όλες οι μητέρες και οι κόρες κάνουν πάντοτε μαζί. Και η μητέρα μου που, επειδή ντρεπόταν, νευρίαζε, άλλαζε θέμα. «Μη με πρήζεις» έλεγε ή έμενε σιωπηλή μπροστά στις παρατηρήσεις της αδερφής μου, και μου έλεγε μετά ιδιαιτέρως ότι δεν καταλάβαινε γιατί η αδερφή μου ήταν τόσο κακιά μαζί της, ότι θα ήθελε, όπως κι εκείνη, να πηγαίνουν για ψώνια με την κόρη της, αλλά ότι –«και η αδερφή σου το ξέρει καλά, κάτω από την ίδια στέγη ζούμε, δεν είναι χαζή»– δεν την άφηνε η κούραση, όλα αυτά που είχε να κάνει σπίτι, να ασχοληθεί με τα μικρά, να μαγειρέψει, να συμμαζέψει και ότι στο κάτω-κάτω θα ήταν μάταιο να ξοδεύει το χρόνο της στα μαγαζιά αφού δεν θα μπορούσε να αγοράσει και τίποτα.

Οι γυναίκες μαζεύονται εκεί κάθε μέρα προς το μεσημέρι για να πάρουν τα παιδιά που τελειώνουν το σχολείο. Δεν δουλεύουν. Κάποιες δουλεύουν, αλλά τον περισσότερο καιρό κρατάνε τα παιδιά.

Η μητέρα μου κάπνιζε πολύ το πρωί. Είχα άσθμα και με έπιαναν κάποιες φορές τρομερές κρίσεις, που με έφερναν σε μια κατάσταση πιο κοντά στο θάνατο παρά στη ζωή. Κάποιες νύχτες δεν μπορούσα να κοιμηθώ χωρίς να έχω την εντύπωση ότι δεν θα ξαναξυπνήσω, έπρεπε να καταβάλλω τεράστιες και απερίγραπτες προσπάθειες για να γεμίσω με οξυγόνο τους πνεύμονές μου. Όταν έλεγα στη μητέρα μου ότι το κάπνισμα μου δυσκόλευε ακόμη περισσότερο την αναπνοή θύμωνε. «Θέλουν να μας κάνουν να κόψουμε το κάπνισμα, αλλά όλα αυτά τα σκατά, όλη αυτή η κάπνα που βγαίνει από το εργοστάσιο, όλα αυτά που αναπνέουμε δεν είναι καλύτερα από το τσιγάρο, δεν πρόκειται να αλλάξει και τίποτα αν το κόψω». Θύμωνε και νευρίαζε χωρίς σταματημό.

Ήταν μια γυναίκα μονίμως θυμωμένη. Διαμαρτυρόταν όποτε της δινόταν η ευκαιρία, διαμαρτυρόταν καθημερινά για τους πολιτικούς, για τις μεταρρυθμίσεις που μείωναν τα κοινωνικά επιδόματα, για την εξουσία που μισούσε ολόψυχα. Βέβαια, την εξουσία που μισούσε, την αποζητούσε με όλο της το είναι όταν αφορούσε την καταστολή: την καταστολή των Αράβων, του αλκοόλ, των ναρκωτικών, των σεξουαλικών συμπεριφορών που έκρινε σκανδαλώδεις. Έλεγε συχνά, «Πρέπει να μπει λίγη τάξη σ’ αυτήν τη χώρα». Χρόνια αργότερα, διαβάζοντας τη βιογραφία της Μαρίας Αντουανέτας, γραμμένη από τον Stefan Zweig, θα σκεφτόμουν τους κατοίκους του χωριού την εποχή που ήμουν παιδί και κυρίως τη μητέρα μου, όταν ο Zweig μιλάει για εκείνες τις εξοργισμένες γυναίκες, τις αφανισμένες από την πείνα και τη δυστυχία, που το 1789 φτάνουν στις Βερσαλλίες για να διαμαρτυρηθούν, αλλά μπροστά στη θέα τού μονάρχη, φωνάζουν αυθόρμητα «Ζήτω ο βασιλιάς» και τα σώματά τους –παίρνοντας τον λόγο αντί για τις ίδιες– να σκίζονται ανάμεσα στην ολοκληρωτική υποταγή στην εξουσία και στη διαρκή εξέγερση.

Είναι μια γυναίκα θυμωμένη, παρ’ όλα αυτά δεν ξέρει τι να το κάνει αυτό το μίσος που δεν την αφήνει ποτέ. Διαμαρτύρεται μόνη μπροστά στην τηλεόρασή της ή μαζί με τις άλλες μανάδες έξω απ’ το σχολείο.

Η εξής καθημερινή σκηνή που πρέπει να φανταστείτε: μια μικρή πλατεία (πρόσφατα ασφαλτοστρωμένη), ένα μνημείο αφιερωμένο στους νεκρούς του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, παρόμοιο με πολλά αντίστοιχα σε άλλα χωριά, με τη βάση του σκεπασμένη από κισσούς και βρύα. Η εκκλησία, το δημαρχείο και το σχολείο περιβάλλουν την πλατεία. Η πλατεία, έρημη τον περισσότερο καιρό. Οι γυναίκες μαζεύονται εκεί κάθε μέρα προς το μεσημέρι για να πάρουν τα παιδιά που τελειώνουν το σχολείο. Δεν δουλεύουν. Κάποιες δουλεύουν, αλλά τον περισσότερο καιρό κρατάνε τα παιδιά («κάθομαι με τα μικρά») και οι άντρες δουλεύουν («λιώνουν») στο εργοστάσιο ή αλλού, οι πιο πολλοί όμως στο εργοστάσιο, που απασχολεί την πλειοψηφία των κατοίκων, το εργοστάσιο του μπρούντζου, εκεί που είχε δουλέψει ο πατέρας μου και το οποίο όριζε ολόκληρη τη ζωή του χωριού.

Αρκετές φορές τον μήνα η μητέρα μου με άφηνε να μην πάω σχολείο, με κρατούσε σπίτι για να τη βοηθήσω στις δουλειές. «Αύριο δεν θα πας σχολείο αλλά θα με βοηθήσεις να καθαρίσω το σπίτι [...] Έχω βαρεθεί να είμαι η σκλάβα σ’ αυτό το αχούρι»

Άνοιγε την τηλεόραση κάθε πρωί. Όλα τα πρωινά ήταν ίδια. Όταν ξυπνούσα, η πρώτη εικόνα που έβλεπα ήταν εκείνη των δύο αγοριών. Τα πρόσωπά τους αποτυπώνονταν στις σκέψεις μου και, χωρίς να το θέλω, όσο πιο πολύ συγκεντρωνόμουν στα πρόσωπά τους τόσο μου διέφευγαν οι λεπτομέρειες – η μύτη, το στόμα, το βλέμμα. Δεν συγκρατούσα απ’ αυτά παρά μόνο το φόβο.

Δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ και η μητέρα μου δεν το άντεχε –εννοώ, πραγματικά δεν ήταν σε θέση– δεν μπορούσε να φανταστεί πώς ήταν δυνατόν να αδιαφορεί κάποιος για την τηλεόραση. Η τηλεόραση ήταν πάντοτε αναπόσπαστο κομμάτι του κόσμου της. Είχαμε τέσσερις, σ’ ένα μικρό σπίτι, μία σε κάθε δωμάτιο και μία στον μοναδικό κοινό χώρο και το αν σου άρεσε ή δεν σου άρεσε δεν ήταν καν υπό συζήτηση. Η τηλεόραση ήταν, όπως η γλώσσα ή οι ενδυματολογικές συνήθειες, κάτι που επιβαλλόταν από μόνο του. Τις τηλεοράσεις δεν τις είχαμε αγοράσει, ο πατέρας μου τις μάζευε από τα σκουπίδια και τις επισκεύαζε. Όταν στο λύκειο θα μείνω μόνος μου στην πόλη και η μητέρα μου θα αντιληφθεί την απουσία της τηλεόρασης από το σπίτι μου θα θεωρήσει ότι είμαι τρελός – ο τόνος της φωνής της απηχούσε ξεκάθαρα το άγχος και την ανισορροπία που είναι εμφανής σε εκείνους που βρίσκονται ξαφνικά αντιμέτωποι με την τρέλα - «Μα καλά τι κάνεις όλη μέρα χωρίς τηλεόραση;».

Επέμενε να βλέπω τηλεόραση, όπως έκαναν τα αδέρφια μου. «Δες κινούμενα σχέδια, κάνει καλό, θα σε ηρεμήσεις πριν πας σχολείο. Δεν ξέρω γιατί το σχολείο σε κάνει έτσι, δεν υπάρχει λόγος. Ηρέμησε».


#Γυναίκα: Το Σώμα της Ανήκει

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook


Έκανα καθεμιά από αυτές τις πρωινές κινήσεις όσο πιο αργά μπορούσα. Καθυστερούσα τεχνητά τη στιγμή που θα έφτανα στην αυλή του σχολείου και μετά στον διάδρομο. Είχα την ελπίδα, κάθε φορά, κάθε μέρα, χωρίς πραγματικά να το πιστεύω, ότι θα έχανα το λεωφορείο που μας πήγαινε σχολείο. Ψέματα στον εαυτό μου.

Αρκετές φορές τον μήνα η μητέρα μου με άφηνε να μην πάω σχολείο, με κρατούσε σπίτι για να τη βοηθήσω στις δουλειές. «Αύριο δεν θα πας σχολείο αλλά θα με βοηθήσεις να καθαρίσω το σπίτι, γιατί έχω βαρεθεί να γυαλίζω συνέχεια εγώ, να τα κάνω όλα εγώ εδώ μέσα. Έχω βαρεθεί να είμαι η σκλάβα σ’ αυτό το αχούρι». Άλλες φορές, με άφηνε να μην πάω σχολείο αν βοηθούσα τον πατέρα μου να κόψει ξύλα για τον χειμώνα και να ντανιάσει τα κούτσουρα σ’ ένα υπόστεγο που το είχαν φτιάξει ειδικά γι’ αυτόν τον λόγο εκείνος και ο θείος μου –οι χειμώνες στο Βορρά, μεγάλοι και δύσκολοι, απαιτούν πολλές εβδομάδες προετοιμασίας επειδή τα σπίτια έχουν κακή μόνωση και ζεσταίνονται με ξυλόσομπες– ή αν πρόσεχα τα μικρότερα αδέρφια μου, τον Ρουντύ και τη Βανεσσά, όσο η μητέρα μας περνούσε το βράδυ στη γειτόνισσα. Γυρνούσε μεθυσμένη μαζί με τη γειτόνισσα κι έκαναν λεσβιακά αστειάκια - «Θα σου φάω το μουνάκι βρωμίτσα μου». Το να μην πάω σχολείο ήταν η ανταμοιβή μου.

Μια άλλη γειτόνισσα, η Αναΐς, που ήθελε να μου δείξει ότι με συμπαθεί ερχόταν να με πάρει για να περπατήσουμε μαζί μέχρι τη στάση του σχολικού. Δεν ήξερα πώς να την κάνω να καταλάβει ότι τη σιχαινόμουν αυτή την προσοχή. Με πίεζε να πηγαίνω γρήγορα, ενώ εγώ ήθελα να πάω όσο πιο αργά γινόταν, να κάνω κύκλους. Καθώς ήταν κορίτσι, ήταν πιο εύκολο για την Αναΐς να γίνει φίλη μου. Συγχωρείται πιο εύκολα στα κορίτσια το να μιλάνε με αδερφές. Εκείνη την περίοδο, οι λιγοστοί φίλοι μου ήταν στην πραγματικότητα φίλες. Βρισκόμασταν με την Αμελί ή την Αναΐς στη στάση του λεωφορείου ή στα χωράφια γύρω από το χωριό, για να παίξουμε για κάποιες ώρες. Η μητέρα μου, προβληματισμένη με τις παρέες μου (τα μικρά αγόρια πρέπει να έχουν φίλους για να παίζουν ποδόσφαιρο, και όχι φίλες), προσπαθούσε να καθησυχαστεί και να καθησυχάσει και τους γύρω μας. Διέκρινα κάποιες φορές, όχι απλώς μια αβεβαιότητα, αλλά μια κάποια αηδία όταν μιλούσε για το θέμα. Έλεγε στις άλλες γυναίκες, σαν να ήθελε να απομακρύνει, να εξαφανίσει αυτό ακριβώς που συνήθιζε να σκέφτεται όλο τον υπόλοιπο καιρό από μέσα της. «Ο Εντύ είναι αληθινός Δον Ζουάν, συνέχεια με κορίτσια είναι, ποτέ με αγόρια. Όλες τον θέλουν. Το μόνο σίγουρο είναι πως αυτός εδώ δεν θα γίνει αδερφή. Η Αναΐς ήταν πάντως ένα λίγο παράξενο κορίτσι που αδιαφορούσε γι’ αυτά που έλεγαν οι άλλοι. Είχε μάθει να αδιαφορεί ακούγοντας αυτά που έλεγαν οι άλλες γυναίκες για τη μητέρα της Η μάνα σου πηδιέται με όλο τον κόσμο, κερατώνει τον πατέρα σου, όλος ο κόσμος την έχει δει να κοιμάται με τους εργάτες που φτιάχνουν το δημαρχείο. Είναι μια πουτάνα».

«Δεν θέλω να βασανιστείς όπως εγώ στη ζωή, εγώ έκανα βλακείες και μετανιώνω, γκαστρώθηκα στα 17 μου. Και μετά μόνο βάσανα, έμεινα εκεί και δεν έκανα ποτέ τίποτα άλλο»

Περνούσαμε, η Αναΐς κι εγώ, μπροστά από το εργοστάσιο, μπροστά από τους εργάτες που κάπνιζαν, πριν ξεκινήσει η μέρα τους ή στο διάλειμμά τους, αν είχαν ξεκινήσει να δουλεύουν αξημέρωτα.

Κάπνιζαν ό,τι καιρό και να ’κανε, μες στην ομίχλη που είναι τόσο χαρακτηριστική στο Βορρά ή μες στη βροχή. Κι εκείνοι που δεν είχαν ακόμη ξεκινήσει κανονικά τη μέρα τους, τα πρόσωπά τους –οι φάτσες τους–, οι φάτσες τους ήταν ήδη σκαμμένες, χαραγμένες από την κούραση, παρόλο που δεν είχαν ακόμη αρχίσει τη δουλειά. Κι όμως γελούσαν, έκαναν καλαμπούρια για τις γυναίκες ή για τους Άραβες, απ’ αυτά που τους άρεσαν. Τους κοίταζα, φανταζόμουν τον εαυτό μου στη θέση τους, ανυπομονούσα, γύριζα στο μυαλό μου την ιδέα να παρατήσω το σχολείο όσο πιο γρήγορα γινόταν, μετρούσα πολλές φορές την εβδομάδα, πολλές φορές την ημέρα, πόσα χρόνια με χώριζαν από τα 16 μου, τότε που θα μπορούσα να μην ξανακάνω τη διαδρομή προς το σχολείο, σκεφτόμουν ότι όταν θα ήμουν εκεί, στο εργοστάσιο, θα έβγαζα χρήματα και δεν θα ξαναπήγαινα στο σχολείο. Δεν θα ξανάβλεπα ποτέ τα δυο αγόρια. Η μητέρα μου δεν μπορούσε να κρύψει τον εκνευρισμό της όταν μοιραζόμουν μαζί της την επιθυμία μου να σταματήσω το σχολείο από τα 16 μου. «Σε προειδοποιώ, δεν πρόκειται να σταματήσεις το σχολείο γιατί αν το κάνεις θα μας κόψουν τα επιδόματα και αυτό δεν μπορώ να το επιτρέψω».

Παρόλο που, εκείνη την εποχή, ήταν η ανάγκη της καθημερινότητας (τα χρήματα που μας έλειπαν) που την ωθούσε σε αυτές τις τόσο αυθόρμητες αντιδράσεις, εξέφραζε επίσης, πολλές φορές, την επιθυμία της να με δει να σπουδάζω, να ανέβω πιο ψηλά από εκείνη, σχεδόν με ικέτευε, «Δεν θέλω να βασανιστείς όπως εγώ στη ζωή, εγώ έκανα βλακείες και μετανιώνω, γκαστρώθηκα στα 17 μου. Και μετά μόνο βάσανα, έμεινα εκεί και δεν έκανα ποτέ τίποτα άλλο. Ούτε ταξίδια ούτε τίποτα. Πέρασα όλη μου τη ζωή να καθαρίζω το σπίτι, να ξεσκατίζω παιδιά και γέρους. Έκανα μαλακίες». Πίστευε ότι είχε κάνει λάθη, ότι είχε κλείσει, χωρίς πραγματικά να το θέλει, τον δρόμο προς μια καλύτερη μοίρα, μια πιο εύκολη και άνετη ζωή, μακριά από το εργοστάσιο και τις μόνιμες έγνοιες (μάλλον: τη μόνιμη αγωνία) πώς θα διαχειριστεί σωστά τον οικογενειακό προϋπολογισμό – ένα και μόνο λάθος μπορούσε να οδηγήσει στο να μην έχουμε να φάμε στο τέλος του μήνα. Δεν καταλάβαινε ότι η πορεία της, αυτό που εκείνη αποκαλούσε λάθη της, ανήκε αντιθέτως σε ένα σύνολο απόλυτα λογικών μηχανισμών, ρυθμισμένων με ακρίβεια εκ των προτέρων, αμείλικτων. Δεν μπορούσε να αντιληφθεί ότι η οικογένειά της, οι γονείς της, τα αδέρφια της, ακόμη και τα παιδιά της και το σύνολο σχεδόν των κατοίκων του χωριού, είχαν αντιμετωπίσει τα ίδια προβλήματα, ότι επομένως αυτά που εκείνη αποκαλούσε λάθη δεν ήταν στην πραγματικότητα παρά η πιο ολοκληρωμένη έκφραση της κανονικής εξέλιξης των πραγμάτων.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Έτσι Παρασκευάζεται τo Αυτοσχέδιο Tσίπουρο στις Ελληνικές Φυλακές

Το Τρομακτικό Βίντεο που Δείχνει μια Έφηβη να Σπρώχνεται από «Φίλη» της και να Πέφτει από Γέφυρα

«Άβυζη», «Χοντρή», «Σημαδεμένη» - Γυναίκες στην Ελλάδα Φωτογραφίζονται Μιλώντας για το Body Shaming

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Περισσότερα από το VICE
Vice Channels