ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Stuff

Το πιο Άβολο Γεύμα που Είχα με τους Γονείς Κοπέλας μου

Ένα οικογενειακό σκηνικό βγαλμένο από φάρσα.

Κείμενο Ανώνυμος
19 Ιανουάριος 2016, 8:10am
Ο μέσος άνθρωπος ζει περίπου μέχρι τα 70 και μέσα σε αυτά τα χρόνια, όπως είναι λογικό, καλείται να ξεπεράσει πολλές δυσκολίες, όπως αρρώστιες, χτυπήματα, το να είναι στο μετρό και να χέζεται και hangover. Επίσης, για να είμαστε δίκαιοι, υπάρχουν και οι καλές στιγμές: φαγητό, αλκοόλ, σεξ, μουσικάρες, ταινίες και όμορφες σχέσεις. Όσον αφορά το τελευταίο, θα ήθελα να προσθέσω πως, μαζί με τα όμορφα και τα άσχημα, αυτές σου προσφέρουν και κάποιες από τις πιο άβολες καταστάσεις που μπορείς να βρεθείς. Μία από αυτές, είναι η στιγμή που η κοπέλα σου, ζητά να γνωριστείς με τους γονείς της. Δεν μπορεί, σε όλους θα πρέπει να έχει συμβεί από μία φορά, είτε είστε αγόρια, είτε κορίτσια. Πάντα είναι το ίδιο άβολο, ακόμα και αν οι γονείς του «άλλου σας μισού», είναι οι πιο cool άνθρωποι στον κόσμο.

Ανήκω στην αηδιαστική κατηγορία των «σχεσάκηδων», οπότε καταλαβαίνετε πως έχω βρεθεί σε αυτή τη φάση αρκετές φορές στη ζωή μου. Αν το σκεφτείς, μου μένουν άλλα 41 χρόνια ζωής και, με βάση κάποιες καφενειακές στατιστικές που μόλις έβγαλα από το μυαλό μου, υπάρχει τεράστια πιθανότητα να βρεθώ ακόμη 5 φορές σε κάποιο οικογενειακό τραπέζι, φορώντας τα καλά μου. Τις περισσότερες φορές πάντως, δεν συνέβη κάτι τρομερό. Απλά πήγα, προσπάθησα με κάποιο τρόπο να φάω και να φερθώ σαν άνθρωπος, έφαγα -με δάκρυα στα μάτια- φαγητά που δεν μου αρέσουν και κατάφερα να φύγω αλώβητος από το εκάστοτε τραπέζι αφήνοντας καλές εντυπώσεις. Εντάξει και οι γονείς των κοριτσιών που έβγαινα ήταν μια χαρά. Στη τελική, είμαι γαμώ τα παιδιά και δεν είχαμε κάτι να χωρίσουμε, πέραν του γεγονότος ότι έκανα σεξ με την κόρη τους, πράγμα που φυσικά δεν αναφέρθηκε ποτέ.

Μέχρι εκείνο το βράδυ.

Η αλήθεια είναι πως έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε αλλά θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια εκείνες τις awkward στιγμές. Όλα ξεκίνησαν όταν άρχισα να βγαίνω με τη Ζωή, μια κοπέλα που γνώρισα μέσω Ίντερνετ και που, κατά τύχη, έμενε λίγα τετράγωνα πιο κάτω. Εντάξει, καμιά δεκαριά τετράγωνα πιο κάτω, αλλά και πάλι, αυτό, κοντά θεωρείται για μια διαδικτυακή γνωριμία. Τέλος πάντων, με τη Ζωή περνούσαμε πολύ όμορφα και ταιριάξαμε σχεδόν αμέσως. Ήταν η πρώτη και η μόνη κοπέλα, μέχρι στιγμής, με την οποία μπορούσα να πάω παντού. Από την πιο τελειωμένη punk συναυλία, μέχρι στην όπερα. Αφού πέρασε λίγος καιρός, αυτή η κλασική περίοδος που όλα είναι υπέροχα σε μία σχέση, όταν δηλαδή τα πουλάκια κελαηδούν στους ώμους σου, οι πεταλούδες πετάνε σε σχηματισμό καρδιάς και δεν μπορείς να φας από την αγωνία σου επειδή έχεις κανονίσει να βρεθείς μαζί της, η Ζωή εξέφρασε την επιθυμία να με γνωρίσει στη μητέρα της - οι γονείς της ήταν χωρισμένοι και με τον πατέρα της λέγαμε μόνο ένα «γεια», το οποίο ήταν αρκετό και για τους δυο μας. Συμφώνησα με τη μία, δεν είχα λόγο άλλωστε να κάνω το αντίθετο. Έτσι, το κλασικό γεύμα ορίστηκε για λίγες μέρες αργότερα, στο σπίτι της μητέρας της.

Δεν ξέρω τι σκεφτόμουν, αλλά θεώρησα καλή ιδέα να πάρω για δώρο μια γλάστρα με ένα φυτό. Δεν θυμάμαι τι φυτό ήταν, αλλά σίγουρα ένας τύπος που πάει να γνωρίσει τη μάνα της κοπέλας του με μια γλάστρα στο χέρι, είναι από μόνη της μια γελοία εικόνα. Η πρώτη «βόμβα» έσκασε μόλις κατεβήκαμε από το ταξί και κατευθυνόμασταν στο σπίτι. «Πρέπει να σου πω κάτι». Η σοβαρότητα στο ύφος της Ζωής με τρόμαξε. «Η μητέρα μου, από τότε που χώρισε, βγαίνει με έναν Ιταλό, τον οποίο θα γνωρίσεις τώρα και έχει αποκοπεί από όλους. Γενικά, δεν λέει πως έχει παιδιά, οπότε θα πρέπει να συμπεριφερόμαστε σαν να είναι η μεγάλη μου αδερφή». Ειλικρινά, δεν ήξερα τι να πω, συμφώνησα και συνέχισα να προχωράω με την κωλογλάστρα στα χέρια. Χτυπήσαμε το κουδούνι και μας άνοιξε η μητέρα της, έδωσα επιτέλους το φυτό, έχοντας ένα σχετικά ντροπαλό ύφος και περάσαμε στο σαλόνι. Ηλικιακά, δεν έβγαινε η φάση να είναι η μικρή της αδερφή αλλά μπήκαμε όλοι στο πετσί του ρόλου. Εγώ δηλαδή, αφού οι υπόλοιποι το ζούσαν χρόνια τώρα. Η μητέρα της, στην οποία έπρεπε να μιλάω στον ενικό (super awkward), το έπαιζε νεολαία και μας κερνούσε συνεχώς ποτά, ενώ εξιστορούσε γεγονότα από το παρελθόν της κοπέλας μου, από το οπτικό πρίσμα της «μεγάλης αδερφής». Φοβόμουν πως αν μεθύσω θα πω καμιά μαλακία και, επίσης, έκανα το κλασικό μου: ενώ κατουριόμουν σαν τρελός, δεν πήγαινα στη τουαλέτα επειδή φόραγα ένα μπεζ παντελόνι και δεν ήθελα να φύγει καμιά μικρή σταγόνα κατρουλιού στην επίμαχη περιοχή. Βέβαια, λίγο πριν έρθει το φαγητό, αποφάσισα να πάω για κατούρημα.

Γυρίζοντας, με περίμεναν όλοι στο τραπέζι, δίνοντας έξτρα πόντους στο άβολο της κατάστασης. Σαν να μην έφτανε αυτό, η μητέρα της με ρώτησε αν κατουράω όταν κάνω μπάνιο. Η τύπισσα ήταν η έννοια του τρολ. Εννοείται πως κατουράω όταν κάνω μπάνιο, αλλά σιγά μην το παραδεχόμουν. Απάντησα λοιπόν πως δεν κατουράω και συνέχισε να με τρολάρει θέλοντας να με κάνει να παραδεχθώ μπροστά σε όλους, δηλαδή την κοπέλα μου και τον Ιταλό που δεν καταλάβαινε σχεδόν τίποτα, πως κατουράω όταν κάνω μπάνιο. Αφού εξήγησα με σοβαρό ύφος πως σιχαίνομαι να κάνω κάτι τέτοιο -ναι καλά- η «μεγάλη αδερφή», μου αποκάλυψε πως η Ζωή κατουράει στο ντουζ. Αρχικά, θα πρέπει να πω ότι ξενέρωσα φουλ, όχι επειδή η Ζωή κατουράει όταν λούζεται ή ο,τιδήποτε, αλλά από το γεγονός ότι, για κάποιον τραγικά περίεργο λόγο, το γνώριζε η μάνα της. Την είχε δει; Το είχαν συζητήσει ή κάνουν μαζί μπάνιο; Το όλο σκηνικό μού θύμιζε εισαγωγή κακής ταινίας πορνό για ουρολάγνους. Υποθέτω πως και ο Ιταλός παίζει να γούσταρε ούρα, αλλά δεν βάζω και το χέρι μου στη φωτιά. Φυσικά, η Ζωή δεν το παραδέχθηκε, αλλά ήταν ήδη αργά. Η μαρτυρία της μάνας της ήταν αρκετή για εμένα.

Τελειώνοντας τη συζήτηση για το κάτουρο, η «προχώ» μάνα το πήγε παραπέρα και άρχισε να μας ρωτάει για το σεξ. Λίγο τα ποτά και το φαγητό, λίγο η φύση της κουβέντας, ένιωθα το πρόσωπο μου να καίει. Ήμουν πλέον σίγουρος πως κάποιος μου έκανε φάρσα και πως θα πεταγόντουσαν κάμερες από κάποια γωνία, όμως αυτό δεν συνέβη ποτέ. Το πιο λογικό που μπορώ πλέον να σκεφτώ είναι πως ο τύπος καταλάβαινε όλα όσα λέγαμε και πως την έβρισκαν οικογενειακώς με αυτό το τρόπο. Τότε, ζούσα ακόμη με τους γονείς μου και άρχισε να μας ρωτάει πώς βρίσκουμε τρόπο να κάνουμε σεξ χωρίς να μας καταλαβαίνουν οι δικοί μου. Η χειρότερη στιγμή ήρθε όταν μας ρώτησε αν το έχουμε κάνει ποτέ σπίτι τους ενώ ήταν εκεί ο «μπαμπάς». Αναφερόταν στον πρώην άντρα της ως «ο μπαμπάς» και ήθελε να ξέρει αν η κόρη της έκανε σεξ με τον γκόμενό της ενώ ήταν αυτός εκεί. Είχα ξενερώσει τρελά. Βέβαια, αν εκείνη την ώρα, όλο αυτό το σκηνικό μετατρεπόταν σε ένα σεξουαλικό όργιο -χωρίς κάτουρα- δεν θα με χάλαγε ιδιαίτερα. Κάτι τέτοιο θα ήταν η μόνη λογική εξήγηση για όσα είχαν ειπωθεί.

Με τα πολλά, το γεύμα έφτασε στο τέλος του και, επιτέλους, φύγαμε από εκεί. Η Ζωή μού ζήτησε συγνώμη για όλη τη φάση και αποφάσισα να μην αφήσω την τρελή μάνα της να με επηρεάσει. Μείναμε μαζί για κάποιους μήνες ακόμη, ευτυχώς χωρίς να ξαναπετύχω τη μητέρα της ή τον Ιταλό. Εν τέλει, χωρίσαμε με άσχημο τρόπο - ευτυχώς όμως μακριά από κάτουρα.

Περισσότερα από το VICE

«Δαμάζοντας» τον Γιώργο Παπαπαύλου

Η Ζωή για μια Στρίπερ σε μια Μικρή Πόλη Ανθρακωρύχων

Τα Δώρα που Στέλνουν Διάφοροι Ανώνυμοι Άνδρες σε Ένα Δημοφιλές Camgirl

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Tagged:
μάνα
Opinion
Vice Blog
πατέρας
σχέση
Φαγητό
Οικογένεια
χωρισμός
Σχέσεις
ούρα
Σπίτια
γεύματα
κοπέλα
Ιταλός
ουρολαγνεία
καλεσμένος