ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Διασκέδαση

«Δαμάζοντας» τον Γιώργο Παπαπαύλου

Μια παθιασμένη συζήτηση για το θέατρο, τη ζωή και τον φόβο της τηλεόρασης.

Κείμενο ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΡΟΜΠΟΥΚΗΣ
18 Ιανουάριος 2016, 3:10pm

Ο Γιώργος Παπαπαύλου θα εμφανίζεται από τις 4 Φεβρουαρίου στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου «Δαμάζοντας τα Κύματα», σε σκηνοθεσία Ρούλας Πατεράκη, στο Ρεξ, όπου υποδύεται τον Δρ. Ρίτσαρντσον.

Φωτογραφίες: Πάνος Κέφαλος

Όταν ρώτησαν τον Άλαν Ρίκμαν τι είναι το ταλέντο, αποκρίθηκε το εξής: Το ταλέντο είναι ένα γονιδιακό ατύχημα, αλλά ταυτόχρονα και μία ευθύνη. Στην Ελλάδα συνηθίζουμε να μιλάμε για το ταλέντο με μια υπερβατική διάθεση, σαν να επρόκειτο για θεόσταλτη αξία που υπερβαίνει τον ανθρώπινο νου. Κάπως έτσι, αποποιούμαστε και κάθε ευθύνη διαχείρισής του, διότι τα «Θεία» δεν τα ορίζεις, σε ορίζουν εκείνα. Κι αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι τρανή απόδειξη ότι μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας υποτιμά τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά και επιλέγει να διαβαίνει τη ζωή του με στραμμένο το κεφάλι προς τον ουρανό, αναζητώντας το ταλέντο ή την τύχη, αντί να επικεντρώνει την προσοχή του στην πορεία και τον στόχο. Αν έχεις ταλέντο θα διευκολυνθείς στη διαδρομή, όμως τίποτα δεν διασφαλίζει την άφιξή σου στον προορισμό. Για τον δικό μου νου, σε αυτή τη διαδρομή, το ταλέντο έχει τόσο σημασία όσο ένα αναπαυτικό ζευγάρι παπούτσια.

Θα μπορούσα να καταφύγω κι εγώ στην κλισέ αλλά ευχάριστη έκφραση, ότι ο Γιώργος Παπαπαύλου θεωρείται από τους πλέον ταλαντούχους θεατρικούς ηθοποιούς της γενιάς του. Όμως, κατά τη γνώμη μου, η φράση «ταλαντούχος ηθοποιός» τον αδικεί διότι βάζει στο περιθώριο τον αγώνα που έδωσε για να κατακτήσει τη θέση του στο θέατρο - ενώ τον απαλλάσσει κι από την ευθύνη του απέναντι στην τέχνη και το κοινό που τον ακολουθεί.

Είναι λίγο μεγαλύτερος από 30 ετών, γοητευτικός, χαμογελαστός και από τα πρώτα λεπτά της συνάντησής μας αντιλαμβάνομαι ότι το βασικό χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του είναι μάλλον το πάθος. Μιλάει έντονα, καπνίζει γρήγορα, τα μάτια του περιστρέφονται σε όσα μας περιβάλλουν καταγράφοντας πληροφορίες σαν τερματικό, που έχει ως έργο να υπογράψει τη στιγμή στον χώρο και τον χρόνο.

Γεννήθηκε στην Πάτρα, αποφάσισε τυχαία να γίνει ηθοποιός όταν ήταν παιδί και αμέσως είπε ότι θέλει να γίνει σταρ όπως η Βουγιουκλάκη - δήλωση που με έκανε να χαμογελάσω διότι, ως παιδί, εξαιτίας της ξανθιάς κόμης της Βουγιουκλάκη εγώ ήθελα να γίνω κομμωτής. Μετά μεγάλωσε κι εκείνος κι εγώ - ευτυχώς.

«Θα τα έδινες όλα για να γίνεις σταρ;» τον ρώτησα. «Όχι. Για έναν στόχο τα δίνω όλα, για τη δουλειά που κάνω τα έχω πραγματικά δώσει όλα. Έχω στερηθεί πράγματα και έχω κουραστεί πάρα πολύ. Διότι δεν γεννήθηκα ένα φυσικό ταλέντο, οπότε δούλεψα πάρα πολύ. Στερήθηκα τους γονείς μου, τους φίλους μου στην Πάτρα, στερούμαι ακόμα τον προσωπικό μου χρόνο, αλλά ταυτόχρονα παίρνω ευχαρίστηση».

VICE: Αυτό το «σταριλίκι» που ήθελες τότε σαν νέο παιδί, τώρα τι σημαίνει για σένα;
Γιώργος Παπαπαύλου: Αν το σταριλίκι συνοδεύεται από μια έντονη προσωπικότητα και από ένα έργο καλλιτεχνικό, συμφωνώ και γουστάρω πολύ κιόλας.

Αλλά; Δεν το κυνηγάς;
Όχι, γιατί δεν ξέρω αν μπορεί να γίνει αυτό στην Ελλάδα με τους καλλιτεχνικούς όρους που θέτω εγώ πια στον εαυτό μου.

Γι' αυτό δεν δουλεύεις στην τηλεόραση;
Δεν την κηνυγάω την τηλεόραση γιατί την φοβάμαι. Φοβάμαι αυτή την υπερέκθεση. Και επειδή ξέρω ότι θα πάω και δεν θα έχω τους όρους μου, αλλά θα έχω ένα σενάριο και έναν σκηνοθέτη που θα μου πει «κάνε αυτό, κάνε εκείνο», θα είναι πολύ εύκολο να «καώ» ή να τυποποιηθώ. Θα ήθελα πολύ να κάνω τηλεόραση. Ιδανικά, θα ήθελα να κάνω ένα μυθιστόρημα.

Σου αρέσει η τηλεόραση; Οι δουλειές που γίνονται από ηθοποιούς;
Όχι. Ελάχιστες δουλειές είναι καλές.

Ο ελληνικός κινηματογράφος;
Το ελληνικό σινεμά έχει δείξει τα τελευταία χρόνια κάποια καλά δείγματα. Αλλά για να γίνει μια πιο οργανωμένη και σοβαρή δουλειά, πρέπει να υφίσταται ένας σοβαρός πυρήνας παραγωγής. Για παράδειγμα, ο Φίνος ήταν μια εταιρία που υποστήριζε πολύ καλά το προϊόν που παρήγε χωρίς να θεωρώ οτι το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα αυτών των ταινιών ήταν πάντα υψηλό. Αν είχαμε εταιρίες παραγωγής αντίστοιχες με εκείνες που υπάρχουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, θα γίνονταν περισσότερες αξιόλογες δουλειές διότι θεωρώ πως έχουμε ταλαντούχους επαγγελματίες στην ελληνική αγορά, παρά το γεγονός ότι δεν έχουμε κινηματογραφική εκπαίδευση εμείς οι Έλληνες ηθοποιοί.

Ποιες δουλειές σου σε έκαναν να γυρίσεις σπίτι από μια παράσταση σε εκστατική κατάσταση, σε αυτό που λέμε natural high, να λες «γουστάρω τη ζωή μου»;
Είναι οι δουλειές που με έχουν κάνει να απαλλαγώ από το άγχος του αποτελέσματος.

Που έχεις αφεθεί στον σκηνοθέτη;
Ναι, που έχω αφεθεί στον σκηνοθέτη και δεν σκέφτομαι «τώρα θέλω να αρέσω». Είναι οι δουλειές που λέω πριν την πρεμιέρα «αυτό είμαι, αυτό έκανα όσο καλύτερα μπορούσα και σας το δείχνω, διότι εγώ περνάω ωραία μέσα σε αυτή την παράσταση». Παρεμπιπτόντως, αυτές είναι και οι δουλειές που άρεσαν περισσότερο.

Όταν μπαίνεις σε αυτή την εκστατική κατάσταση...
Δεν σε χωράει ο τόπος, γίνεσαι πολύ γενναιόδωρος και τους αγαπάς όλους.

Μόνο η δουλειά σε φτάνει σε μια τέτοια κατάσταση;
Όχι, το πρώτο είναι ο έρωτας. Νομίζω πως ο έρωτας σε φέρνει λίγο πιο κοντά στο natural high. O υγιής έρωτας όμως. Ο αμοιβαίος έρωτας. Και μετά είναι η δουλειά.

Έτσι τα κατηγοριοποιείς και αξιακά στη ζωή σου; Πρώτα ο έρωτας, μετά η δουλειά;
Μου λείπει ο έρωτας αυτή την περίοδο, οπότε τώρα θα σου πω ότι αυτό είναι το πρώτο. Παλιότερα θα σου έλεγα η δουλειά.

Είσαι εργασιομανής;
Ναι, δυστυχώς.

Στον αντίποδα, σε επηρεάζει μια κακή κριτική που θα διαβάσεις; Θα σε «ρίξει»;
Ναι, αλλά ευτυχώς για λίγο. Δηλαδή εκείνη τη μέρα ίσως. Το επόμενο πρωί θα ξυπνήσω και συνειδητά και με πολλή δουλειά θα το ξεχάσω. Βέβαια, είναι και ποιος την έγραψε. Επειδή πια έχουμε γεμίσει κριτικούς θεάτρου, χιλιάδες sites, το καθένα έχει και ένα κριτικό και τα πράγματα λίγο έχουν γίνει θολά.

Υπάρχει κάποιος κριτικός θεάτρου στην άποψη του οποίου δίνεις μεγαλύτερη σημασία;
Εκτιμώ πολύ τον Τσατσούλη, τον Ιωαννίδη, τη Στέλλα Χαραμή και την Όλγα Σελλά. Υπάρχουν άνθρωποι που αισθάνομαι ότι κάνουν σοβαρά τη δουλειά τους. Όταν διαβάσω μια κριτική, καλή ή κακή, θα ψάξω να βρω το βιογραφικό αυτού που τη γράφει. Και έχω δει τέρατα. Κάποιος κάνει κριτική και είναι απόφοιτος Γεωπονικής. Ευχαριστώ, αλλά έτσι γράφει κριτική και η μαμά μου. Η υποκριτική είναι μια επιστήμη και έχει πολύ σοβαρούς κανόνες. Δεν είναι «βγαίνω και τα λέω», είναι πολύ μεγάλο λάθος αυτό που έχει επικρατήσει.

Είναι τεχνική δουλειά το θέατρο;
Ναι, τσαγκάρικο κανονικό. Δεν έχει τίποτα, ούτε αυτό που λέμε «το συναίσθημα». Το συναίσθημα έρχεται μετά. Μέσα από την τεχνική έρχεται και αυτό που σε συνταράσσει.

Έχεις την τάση να πηγαίνεις αντίθετα από το ρεύμα;
Έχω μια τάση να κάνω ό,τι γουστάρω, χωρίς να βλάπτω κανέναν. Δεν καταλαβαίνω τίποτα αν αποφασίσω κάτι. Και έχω και μια τάση τελευταία να αδιαφορώ πολύ για την ελληνική κοινωνία. Είμαι σε μια επικίνδυνη απάθεια.

Είναι κοινωνική απάθεια ή πολιτική απάθεια;
Και κοινωνική και πολιτική. Τους πολιτικούς όχι μόνο δεν τους εκτιμώ, αλλά αισθάνομαι πως είναι σαν τρόφιμοι σε άσυλο. Δεν ξέρω τι είδους άνθρωποι είναι αυτοί, πώς σκέφτονται, πώς λειτουργούν και με πόση χυδαιότητα λειτουργούν πολλές φορές. Αλλά έχουμε διαφθαρεί κι εμείς. Και τελικά έχω αρχίσει να πιστεύω κι εγώ ότι έχουμε τους πολιτικούς που μας αξίζουν.

Υπάρχει κάποιο γεγονός που να σε έκανε να πεις «άντε γαμηθείτε»;
Αυτό ακριβώς. Εγώ αποφάσισα συνειδητά να πάρω ανοιχτή θέση υπέρ του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα του καλοκαιριού και πάλεψα πάρα πολύ και έξω στον δρόμο και μέσα από τα social media. Αισθάνομαι προδομένος, πληγωμένος τώρα. Δεν έχω μετανιώσει -ξανά όχι θα έλεγα- αλλά ήλπιζα πως δεν θα ξαναδεί η Ελλάδα το ΠΑΣΟΚ του 1981. Από εκεί και πέρα, είπα «θα συνεχίσω να βγάζω selfie» και θα ποστάρω πράγματα μόνο για τη δουλειά μου.

Επίσης δέχτηκα τρομακτικό bullying στα inbox και τα σχόλιά μου, σε σημείο απειλών.

Δεν ήταν μια χρήσιμη περίοδος αυτή για την Ελλάδα;
Ήλπιζα πως θα είναι, όμως όχι, δεν βλέπω φως. Βλέπω κανάλια, έναν Άδωνι Γεωργιάδη μπροστά μου και ανθρώπους που με κάνουν να λέω «δεν γίνεται». Κάτι εκπομπές που σε κάνουν να αναρρωτιέσαι «πού ζούμε»; Εγώ έχω δίπλα μου έναν μικρόκοσμο με ανθρώπους που εκτιμώ, που είναι καλλιεργημένοι, μορφωμένοι και αποφάσισα ότι πρέπει να κλειστώ εκεί μέσα, διότι αλλιώς πρέπει να βγω στο Σύνταγμα και να γίνω νούμερο. Έχω τέτοιο θυμό μέσα μου. Αλλά δεν είναι ο μικρόκοσμός μου η ελληνική κοινωνία. Η ελληνική κοινωνία είναι τα χωριά και κάποιες πόλεις στην επαρχία, που πραγματικά σε τρομάζουν. Δηλαδή, το να είσαι ομοφυλόφιλος το 2016 σε μια επαρχιακή πόλη της Ελλάδας φαντάζομαι πως είναι ανυπόφορο. Καλύτερα να σε βάλουν στο Γκουαντάναμο. Είναι μια κοινωνία βαθιά συντηρητική και νομίζω πως είμαστε σαν την ενδοχώρα των Ηνωμένων Πολιτειών, στο Ανατολικό Κεντάκι ή στη Βόρεια Αριζόνα. Υπάρχουν και εξαιρέσεις, υπάρχει και η μερίδα του κόσμου που αποτελείται από σοβαρούς πολίτες που διαβάζουν και ενημερώνονται.

Πώς ήταν οι παραστάσεις σου όταν η χώρα ήταν άνω-κάτω το περασμένο καλοκαίρι;
Έπαιζα την «Αντιγόνη», που έχει να κάνει με την εξουσία και μερικές φορές άκουγα τον λόγο του Κρέοντα και σκεφτόμουν πως θα μπορούσε να είναι ο Σόιμπλε και η Αντιγόνη ο Τσίπρας. Ήταν μια διέξοδος για μένα. Εγώ δεν ξέρω αν μπορώ να προσφέρω κάτι στον άνθρωπο που θα έρθει να δει θέατρο, δεν ξέρω αν έχω αυτή τη δύναμη. Πιστεύω πως δεν την έχω. Κάποιες παραστάσεις που έχω κάνει μπορούν να φωτίσουν ή να ρίξουν λίγο χρώμα σε αυτό το μαύρο και ελπίζω να έχει συμβεί, αλλά δεν είμαι σίγουρος και δεν ξέρω να σου απαντήσω πώς μπορεί η τέχνη να βοηθήσει μια κοινωνία που παραπέει.

Πώς αισθάνεσαι για τους ηθοποιούς που παίζουν δωρεάν;
Τώρα αυτό πώς να το περιγράψεις στο χαρτί; Μεγάλη στεναχώρια και θυμό. Καταλαβαίνω πως ένας άνθρωπος που μόλις βγει από τη σχολή πρέπει να κάνει κάποιες παραχωρήσεις για να διεκδικήσει τη θέση του στον χώρο. Αυτό το καταλαβαίνω ως ένα σημείο, αλλά αυτό πρέπει να γίνεται με μέτρο. Δεν εκχωρείς άνευ όρων τις σπουδές σου, το σώμα σου, το μυαλό σου, τους κόπους σου, για να κάνεις κάτι τσάμπα. Με το να πας να παίξεις σε μια παράσταση, Τετάρτη και Κυριακή, σε ένα κεντρικό θέατρο με έναν μεγαλοπαραγωγό και να δεχτείς να σου δίνει 150 ευρώ τον μήνα, αφενός χαλάς την πιάτσα, αφετέρου είσαι «ψώνιο». Διότι, αν δεν ήσουν «ψώνιο» θα τιμολογούσες -και το λέω έτσι ωμά γιατί έτσι πρέπει να είναι- αλλιώς τον εαυτό σου. Εγώ δεν έχω πάει σε κανέναν γιατρό, σε κανέναν δικηγόρο και κανέναν μανάβη τσάμπα. Γιατί λοιπόν οι ηθοποιοί να δουλεύουν τσάμπα;

Οι Έλληνες παραγωγοί συμπεριφέρονται καλά στους ηθοποιούς;
Με μεγαλοπαραγωγούς του θεάτρου δεν έχω συνεργαστεί, οπότε δεν ξέρω πώς συμπεριφέρονται. Με αυτούς που έχω συνεργαστεί υπήρξε καλή η συνεργασία μας. Αλλά θέτω κι εγώ τους όρους μου.

Γενικά τι αίσθηση σου αφήνουν;
Εκμετάλλευσης σε έναν βαθμό. Επειδή σου δημιουργούν το αίσθημα ότι μπορείς να αντικατασταθείς και πατάνε εκεί πάνω.

Πατάνε πάνω σε αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των ηθοποιών που είναι η ανασφάλεια;
Nαι και γι' αυτό πιστεύω ότι πρέπει να βρει ο ηθοποιός τι είναι αυτό που τον κάνει να ξεχωρίζει και τον κάνει αναντικατάστατο. Μετά, διαπραγματεύεσαι αλλιώς το χαρτί σου.

Η επόμενη παράστασή σου;
Είναι το «Δαμάζοντας τα Κύματα», του Λαρς φον Τρίερ, σε θεατρική διασκευή της Ρούλας Πατεράκη. Κάνουμε πρεμιέρα στις 4 Φεβρουαρίου, στο Ρεξ. Και μετά θα είμαι στο «Προς Δαμασκό» του Στρίντμπεργκ, στην κεντρική σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών τον Μάιο.

Το «Δαμάζοντας τα κύματα» είναι ένα έργο για την πίστη και την απόλυτη αγάπη. Το πώς μπορεί ένας άνθρωπος πραγματικά να θυσιαστεί επειδή αγαπάει και να γίνει αυτό που λέμε το θαύμα της αγάπης. Και γίνεται. Εγώ κάνω τον γιατρό, που έχει μια πολύ ωραία διαδρομή μέσα στην παράσταση και θυμίζει λίγο τον Αστρώφ από τον Τσέχοφ. Ανυπομονώ γι' αυτή την παράσταση, γιατί είναι τόσο ασταθές όλο αυτό το τοπίο και έχω αυτή την περιέργεια να δω πώς η Ρούλα θα το κινήσει. Είμαι ενθουσιασμένος με τις πρόβες.

Τι έχει να πει ένα τέτοιο έργο στο ελληνικό κοινό;
Τα πολύ κλασσικά, αλλά που είναι και πολύ ενδιαφέροντα και ουσιώδη. Χρειάζεται πίστη και χρειάζεται και αγάπη. Αυτή η ανευ όρων αποδοχή του άλλου.

Έχεις αναφέρει τη λέξη έρωτας και αγάπη, αρκετές φορές. Είσαι άνθρωπος που κατευθύνεσαι από το συναίσθημα ή τη λογική του;
Κάποιες φορές το συναίσθημα, κάποιες τη λογική και κάποιες τα πάθη μου. Ας πούμε, θεωρώ πάθος μου την αγάπη που έχω στους φίλους μου - είναι σχεδόν εξάρτηση.

Πάμε τώρα να κλείσουμε ένα εισιτήριο για Λονδίνο, αλλά δεν έχουμε λεφτά και κάτι δεν θα πρέπει να πληρώσουμε, ενοίκια, κοινόχρηστα... Το κάνεις;
Ναι, πάμε θα πω. Μου αρέσει η περιπέτεια σε σημείο που έχω θέμα με αυτό. Έχω έλλειψη κινδύνου. Αυτή η περιπέτεια με ενθουσιάζει.

Έτσι μπαίνεις και στους ρόλους;
Πέρυσι στον Πελοπονησιακό, η Πατεράκη μού έδωσε έναν μονόλογο 11 σελίδων, 22 μέρες πριν την πρεμιέρα και δεν το σκέφτηκα. Μόλις τελείωσε η παράσταση λέω «τι έκανα»; Κοιμόμουν στις 3, έβαζα το ξυπνητήρι 7 και αυτό γινόταν συνέχεια. Μόλις τελείωσε η παράσταση σκέφτηκα «πώς τόλμησες και είπες ότι οκ, θα εμφανιστώ στην Επίδαυρο;». Αλλά εμπιστεύτηκα τόσο πολύ τη Ρούλα και τις δυνάμεις μου, που το έκανα.

Πληροφορίες για την παράσταση «Δαμάζοντας τα Κύματα» εδώ.

Περισσότερα από το VICE

Οι Επαναστάτριες της Τέχνης της Δεκαετίας του '70

Αυτός ο Τύπος Πέρασε 48 Ώρες σε ένα Περιβάλλον Εικονικής Πραγματικότητας

Ένα Απόγευμα στον Πειραιά με τον «Αφρό» του Ελληνικού Breakdancing

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.