Πού Ήμουν Όταν Έμαθα για τον Αλέξη: Ο Δεκέμβρης του '08 Μέσα από Αυτούς που τον 'Εζησαν

Ένας δημοσιογράφος, ένας φωτογράφος, ένας μουσικός, αλλά και άνθρωποι της γενιάς του Γρηγορόπουλου, μας μεταφέρουν στην Αθήνα του 2008 μέσω των αναμνήσεών τους.

|
dec 6 2018, 11:36am

Φωτογραφία αρχείου: Αλέξανδρος Αβραμίδης

Ήμουν 22 ετών, φοιτητής ακόμη. Έπαιζα μουσική σε μπάντες, έβγαινα πολύ και δεν με ένοιαζε τίποτα. Ήταν Σάββατο 6 Δεκεμβρίου του 2008 και βρισκόμουν στο Use, ένα μπαρ στην Πλατεία Καρύτση, που τότε ήταν στα πάνω της. Δεν θυμάμαι τι ώρα ήταν. Ξαφνικά, βλέπουμε ένα όχημα της Πυροσβεστικής να μπαίνει ανάποδα στον δρόμο, να χτυπά δύο παρκαρισμένα αυτοκίνητα και να συνεχίζει προς την Πραξιτέλους. Μαζί με τους φίλους μου, αφήσαμε τα ποτά μας και ακολουθήσαμε την πορεία του. Με το που στρίψαμε, είδαμε ένα περιπολικό να είναι τυλιγμένο στις φλόγες και τις βιτρίνες των γύρω καταστημάτων σπασμένες. Δύο λεπτομέρειες δεν θα ξεχάσω ποτέ: Μια μικρή φωτιά που έκαιγε στο εσωτερικό ενός μαγαζιού και τη σειρήνα του περιπολικού, η οποία συνέχιζε να λειτουργεί με τον ήχο να ακούγεται σαν να έχει χαλάσει η μπαταρία. Μιλάμε για μια εποχή που ναι μεν υπήρχαν κινητά με Ίντερνετ, αλλά ήταν πανάκριβο και πολύ δύσκολο να συνδεθείς. Παρότι προσπαθήσαμε να συνδεθούμε online, δεν καταφέραμε να δούμε τι είχε συμβεί.

Κατεβαίνοντας προς την Αθηνάς, το σκηνικό γινόταν όλο και πιο «χοντρό». Σπασμένα αυτοκίνητα, κατεστραμμένα μαγαζιά και οργισμένοι άνθρωποι παντού. Θυμάμαι να βλέπω έναν κύριο γύρω στα 50 να έχει καλέσει από το κινητό του την Αστυνομία και να βρίζει. «Σκότωσαν έναν 16χρονο στα Εξάρχεια», μας ενημέρωσε μια κοπέλα, καθώς μετατρεπόμασταν σε έναν οργισμένο όχλο που είχε κατέβει στον δρόμο χωρίς να έχει κάποιον συγκεκριμένο προορισμό ή σκοπό.

Φτάνουμε στου Ψυρρή και βρισκόμαστε μπροστά σε ένα τεράστιο κτίριο που φλέγεται σχεδόν ολόκληρο. Η Αστυνομία είναι άφαντη και το πλήθος εξαγριωμένο. Το πρώτο πυροσβεστικό κάνει την εμφάνισή του και ο κόσμος το υποδέχεται με βροχή από πέτρες, μπουκάλια και ό,τι άλλο μπορούσε να βρει μπροστά του. Η κατάσταση ξεφεύγει, ενώ περισσότερες πληροφορίες γίνονται γνωστές από στόμα σε στόμα. Επικρατεί χάος, η Πανεπιστημίου θυμίζει βομβαρδισμένο τοπίο, ενώ τα Εξάρχεια φλέγονται.

Εκείνη την εποχή έμενα στον λόφο του Στρέφη. Για τις επόμενες δύο εβδομάδες περνούσαμε τη μέρα μας με κλειστά παράθυρα και παντζούρια, αφού η μυρωδιά των δακρυγόνων του σαστισμένου κράτους είχε αντικαταστήσει το οξυγόνο και τα βράδια τριγυρίζαμε στους δρόμους του κέντρου. Για πρώτη φορά συνειδητοποίησα τη δύναμη που έχουν οι απλοί πολίτες, όταν ενώνουν τις δυνάμεις τους. Για πρώτη φορά είδα φοβισμένους και ανήμπορους ΜΑΤατζήδες να δέχονται μέχρι και γλάστρες που πετούσαν γιαγιάδες από τα μπαλκόνια. Για πρώτη, ίσως και τελευταία, φορά πίστεψα ότι κάτι μπορεί να αλλάξει. Ο θάνατος του Άλεξ σημάδεψε μια ολόκληρη γενιά. Όλη η χώρα ήταν στους δρόμους. Μεγάλωσα στη Βούλα και θυμάμαι να μου λένε φίλοι ότι μαθητές έκαναν λίμπα το τοπικό Αστυνομικό Τμήμα. Απίστευτο!

Οι μέρες του Αλέξη άφησαν ανεξίτηλα σημάδια σε όλους μας. Με αφορμή τη σημερινή επέτειο των δέκα χρόνων από τη μέρα που έπεφτε νεκρός από τη σφαίρα του Ειδικού Φρουρού Επαμεινώνδα Κορκονέα, αποφάσισα να μιλήσω με επαγγελματίες του χώρου της ενημέρωσης, καλλιτέχνες και νέους ανθρώπους, με σκοπό να ακούσω τις δικές τους ιστορίες και να κάνω μια αναδρομή μέσω των αναμνήσεων τους, σε όσα ζήσαμε τότε. Ιδού τι μου είπαν.

«Eίχε μια άγρια ομορφιά να βλέπει κανείς το στιγμιαίο σάστισμα του κατεστημένου»

Παναγιώτης Μένεγος
Δημοσιογράφος/Ραδιοφωνικός Παραγωγός

Άκουσα τα νέα για τη δολοφονία «ενός πιτσιρικά από έναν μπάτσο στα Εξάρχεια» από κάποιους φίλους, παραγγέλνοντας μπίρες στο Fuzz, που βρισκόταν ακόμη στο 22 της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, ενώ περιμέναμε να ξεκινήσει η συναυλία των Poni Hoax - θα ακολουθούσε DJ set του Juan MacLean, σε μια βραδιά που είχαμε καιρό σημαδεμένη. Νομίζω, αν συνέβαινε κάτι ανάλογο σήμερα, δεν θα είχα μείνει για το live, υποψιάζομαι ότι και ο χώρος θα μισοάδειαζε. Πριν δέκα χρόνια, όμως, δεν είχαμε όλοι ακόμη smartphones. Η φήμη εξαπλώθηκε στο μαγαζί, όλοι προσπαθούσαν να διασταυρώσουν ότι δεν πρόκειται περί ράδιο αρβύλας - μην ξεχνάμε και το παραχαραγμένο βίντεο του MEGA που εκ των υστέρων καταλάβαμε ότι είχε θολώσει τα νερά. Άλλωστε, στα μέρη μας αυτό το τραγικό περιστατικό ήταν που επιβεβαίωσε τη δύναμη ενός καινούριου ακόμη φρούτου που λεγόταν social media και μπορούσε να πληροφορεί αδιαμεσολάβητα -και όχι πάντα αξιόπιστα, όπως μάθαμε στην πορεία- για ό,τι γίνεται, σε πραγματικό χρόνο.

Λίγες ώρες αργότερα, μετά τα μεσάνυχτα, βρισκόμουν οχυρωμένος στο παρκάκι της Τριλογίας, παρακολουθώντας τον χαμό που γινόταν στην Ακαδημίας, σε μια νύχτα που προβλεπόταν μεγάλη. Για να είμαι ειλικρινής, πέφτοντας για ύπνο τα ξημερώματα, πίστευα ότι θα ήταν μια ακόμη νύχτα -έστω πιο έντονων από άλλη φορά- οδομαχιών που θα εξατμιζόταν. Το μέγεθος αυτού που συνέβαινε -σήμερα δυσκολεύομαι πολύ να το αναγάγω σε «εξέγερση», μα δυσκολεύομαι ακόμη περισσότερο να το αποδομήσω ως «τυφλή, μηδενιστική βία» και να ξεμπερδέψω- το συνειδητοποίησα από το μεσημέρι της Κυριακής και μετά. Με το ανελέητο ξύλο που έπεσε έξω από τη ΓΑΔΑ, τον κόσμο που γινόταν εξωπραγματικά πολύς στους δρόμους και την αίσθηση επείγοντος αναβρασμού που ήταν διάχυτη παντού. Ομολογώ ότι είχε μια άγρια ομορφιά να βλέπει κανείς το στιγμιαίο σάστισμα του κατεστημένου - πολιτικά κόμματα, δυνάμεις καταστολής, ΜΜΕ. Αυτό, όμως, πάντα κρατάει λίγο.

Δέκα χρόνια αργότερα, το μόνο που μπορώ να πω κατηγορηματικά για τον Δεκέμβρη είναι ότι είμαι πολύ καχύποπτος απέναντι σε όσους προσπαθούν να τον ερμηνεύσουν για να δικαιώσουν τον εαυτό τους ως μάντεις όσων ακολούθησαν. Επίσης, ότι δυστυχώς η Αστυνομία δεν είναι πιο προσεκτική, αλλά όλο και πιο ασύδοτη.

«Νιώθω ακόμα θυμωμένος, στην ελληνική κοινωνία δεν έχει αλλάξει τίποτα»

Νίκος*
38 ετών

Εκείνο το βράδυ γύριζα από τη δουλειά -έμενα πίσω από το Hilton- χωρίς να γνωρίζω τι είχε συμβεί. Μπαίνοντας στο σπίτι βρήκα τον συγκάτοικο μου και κάτι φίλους του να κάθονται στο σαλόνι. Δεν τους γνώριζα όλους. Έκανα μπάνιο και ξεκίνησα να ετοιμάζομαι για να πάω σε ένα πάρτι στο Γκάζι. Μου είπαν, «Πού πας; Γίνεται χαμός στο κέντρο, σκότωσαν κάποιον στα Εξάρχεια». Μπήκα κατευθείαν στο Indymedia, είδα τις αναρτήσεις και κατάλαβα ότι θα γίνει κάτι μεγάλο. Η πρώην κοπέλα μου έμενε ακριβώς στο σημείο και την πήρα τηλέφωνο. Το σήκωσε κλαίγοντας και μου είπε ότι ένας κωλόμπατσος είχε σκοτώσει ένα παιδί. Ήταν, σκέψου, περίπου 11 το βράδυ και υπήρχε ακόμη μια αναμπουμπούλα. Προσπαθούσαμε όλοι μέσα στον χαμό να καταλάβουμε τι είχε συμβεί. Ένας από τους τύπους που είχαν έρθει στο σπίτι πέταξε την κλασική ατάκα: «Ναι, αλλά προκάλεσε. Τι γύρευε εκεί;». Γίναμε κώλος. Ντύθηκα και έφυγα με τα πόδια προς Εξάρχεια.

Η πρώτη εικόνα που θυμάμαι είναι η Ακαδημίας γεμάτη πέτρες. Μετά, μπήκα από Κολωνάκι και κατέληξα στο σημείο. Οι επόμενες μέρες με βρήκαν στην πλατεία Εξαρχείων, στην Πατησίων, μέσα στο Πολυτεχνείο να παίρνω μέρος σε συνελεύσεις, αλλά περισσότερο στον δρόμο. Ήμουν κάθε μέρα έξω. Ένιωθα θυμό. Πολλοί από εμάς κλαίγαμε καθημερινά. Θυμάμαι να κατεβαίνουν κάτω στο κέντρο άνθρωποι που δεν ήταν στον χώρο. Να είναι όλοι οργισμένοι, τα παιδιά να αδειάζουν τα μηχανάκια, για να φτιάξουν μολότοφ με τη βενζίνη και μια ενότητα που δεν είχαμε ζήσει ξανά. Μάλιστα, ο ξάδερφός μου ήταν φίλος του Άλεξ - και του Ρωμανού. Νιώθω ακόμα θυμωμένος, στην ελληνική κοινωνία δεν έχει αλλάξει τίποτα. Φέτος με τον Ζακ, τα ίδια. Προσωπικά, με επηρέασε πάρα πολύ στη ζωή μου όλο αυτό.


VICE Video: Αυτός Ήταν ο Ζακ

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


«Ήμουν ο πρώτος φωτογράφος που έφτασε στο σημείο. Γύρισα σπίτι μου δύο εβδομάδες αργότερα»

Σπύρος Τσακίρης
Φωτογράφος

Ο γιος μου -γνωστός ως Mani από τους Bong Da City- λέγεται Νίκος και είχαμε μαζευτεί στο σπίτι για τη γιορτή του. Λίγο πριν από τις εννιά, με πήρε τηλέφωνο ο Βασίλης Βασιλάτος από τους Συνήθεις Υπόπτους και μου είπε χωρίς πολλές λεπτομέρειες ό,τι κάτι έχει συμβεί στα Εξάρχεια. Ανέβηκα στη μηχανή και έφυγα από τα Πετράλωνα όπου έμενα τότε, για να φτάσω στη διασταύρωση Τζαβέλα και Μεσολογγίου την ώρα που έφευγε το ασθενοφόρο. Γύρισα σπίτι μου δύο εβδομάδες αργότερα. Τότε, δούλευα στην Ελευθεροτυπία και ήμουν ο πρώτος φωτογράφος που έφτασε στο σημείο. Αμέσως κατάλαβα ότι τα πράγματα δεν θα εξελίσσονταν ομαλά. Δεν υπήρχε Αστυνομία, μόνο θαμώνες των γύρω μαγαζιών, κάτοικοι της περιοχής και περαστικοί. Ο κόσμος αρχικά ήταν μουδιασμένος και προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Μισή ώρα αργότερα, ξεκίνησαν τα πρώτα οδοφράγματα στην Αραχώβης και τελικά η κατάσταση έφτασε στο σημείο που σήμερα όλοι γνωρίζουμε. Παρότι ήμουν ήδη 28 χρόνια στο επάγγελμα, εκείνες τις μέρες είδα πρωτόγνωρες σκηνές, που δεν φανταζόμουν πως θα βιώσω ποτέ. Να βγαίνουν, για παράδειγμα, από του Ψυρρή κοπέλες με γόβες, να τις παίρνουν στο χέρι και να τρέχουν ξυπόλητες στα οδοφράγματα, για να συγκρουστούν με την Αστυνομία. Έβλεπες άτομα κάθε ηλικίας στους δρόμους. Δεν μπορούσα να κατανοήσω πώς ο κόσμος έδειξε αυτήν την ευαισθησία. Την επόμενη μέρα, έγινε η μεγάλη πορεία από την Πατησίων μέχρι τη ΓΑΔΑ, όπου έγιναν πάλι χοντρά επεισόδια. Πέραν της διάρκειας των κινητοποιήσεων, μου έκανε εντύπωση η εφευρετικότητα των διαδηλωτών.

Η φωτογραφία του Δεκέμβρη ήταν του συνάδελφου Κώστα Τσιρώνη, που τότε δούλευε στον Ελεύθερο Τύπο, με τους δύο άνδρες των ΜΑΤ. Ο ένας σημάδευε τους διαδηλωτές με ένα πιστόλι και ο δεύτερος το σχημάτιζε με τα δάχτυλά του και έκανε πως πυροβολεί. Η φωτογραφία αυτή οδήγησε τελικά στην απόλυσή του από την εφημερίδα. Μια άλλη εικόνα που μου έχει μείνει χαραγμένη στη μνήμη, είναι αγόρια και κορίτσια να έχουν κολλήσει τα πρόσωπά τους στις ασπίδες και τα κράνη των ΜΑΤ, μπροστά από το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη.

Ζήσαμε συγκλονιστικές στιγμές. Ο Δεκέμβρης του 2008 θα μείνει για πάντα στις μνήμες μας. Έχει έναν συμβολισμό, καθόρισε μια γενιά και απέδειξε ότι το κράτος πάντα βρίσκει τρόπο να βγαίνει από πάνω. Δεν ήταν υπόθεση της Αθήνας, αλλά όλης της Ελλάδας. Είχαμε ταραχές παντού. Ένα άλλο, ιδιαίτερο, στοιχείο ήταν η αυτοδιάθεση των διαδηλωτών. Στην ΑΣΟEΕ, μέσα σε δύο μέρες, ξεκίνησαν να εκδίδουν ένα περιοδικό, η Λυρική είχε καταληφθεί από ανθρώπους που ανέβαζαν παραστάσεις για τον κόσμο. Είχαμε κινητοποιήσεις από συλλογικότητες που δεν συνήθιζαν να συμμετέχουν σε τέτοιες καταστάσεις. Μπορεί ο κανόνας να λέει ότι ο φωτογράφος μένει συναισθηματικά έξω από το θέμα που καλύπτει, όμως είμαστε άνθρωποι: Είχα πολύ θυμό μέσα μου. Είχα θυμό, επειδή είχα ζήσει τη δολοφονία του Μιχάλη Καλτεζά και τη δολοφονία της Σταματίνας Κανελλοπούλου - δολοφονίες πολιτών από το κράτος. Την περίπτωση του Γρηγορόπουλου δεν μπορούσες να την εξηγήσεις: Ειδικός Φρουρός βγάζει το υπηρεσιακό πιστόλι και πυροβολεί προς τα κάτω. Είναι σαφές πως στόχευε χαμηλά. Αυτό δεν το λέω εγώ, το λέει η βαλλιστική. Ακόμη και σήμερα, νιώθω θυμό. Εκείνο το βράδυ, μαζί με τον Αλέξη χάθηκαν και άλλα παιδιά.

«Αισθανόμουν οργή και παράλληλα δέος από το μέγεθος του πλήθους»

Ιάσονας*
26 ετών

Ήμουν σε ένα πάρτι μιας συμμαθήτριας μου, στην Αγία Παρασκευή. Εκεί, βρίσκονταν κάποια παιδιά που είχαν κοινούς γνωστούς με τον Γρηγορόπουλο και κάπως έτσι ξεκίνησε να ακούγεται η είδηση. Φεύγοντας, πήρα ταξί και το άκουσα στο ραδιόφωνο. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι ο οδηγός -που ήταν νεαρός σε ηλικία- μου είπε: «Αν ισχύει αυτό, θα καεί η Αθήνα». Οι πληροφορίες ήταν μπερδεμένες στις ειδήσεις, οπότε εκείνο το βράδυ πήγα σπίτι, αφού δεν είχα καταλάβει ακριβώς τις είχε συμβεί. Κατέβηκα στις διαδηλώσεις έπειτα από δυο-τρεις μέρες, όταν ξεκαθάρισαν τα πράγματα. Αυτό που με ώθησε ήταν η αίσθηση ότι θα μπορούσα να είμαι εγώ ή κάποιος φίλος μου στη θέση του Άλεξ. Το αισθανθήκαμε πολύ άμεσα αυτό σαν 16χρονοι, ειδικά όταν έγινε σαφές ότι δεν υπήρξε κάποια τρομερή πρόκληση που να δικαιολογεί αυτήν την αντίδραση. Ο κόσμος κατέβηκε χωρίς σκοπιμότητα στους δρόμους, ήταν ένα ξέσπασμα.

Βρέθηκα μπροστά σε επεισόδια, αλλά είμαι κατά της βίας - ποτέ δεν θα μπορούσα να μπω στη διαδικασία να πετάξω μια πέτρα ή μια μολότοφ. Αισθανόμουν οργή και παράλληλα δέος από το μέγεθος του πλήθους. Την τρίτη μέρα και ενώ περπατούσα με κάποιους φίλους, χωρίς να προκαλούμε, μας περικύκλωσαν ασφαλίτες, με πολιτικά. Φαντάσου πως ήμασταν παιδιά 15-16 χρονών και κανένας από εμάς δεν είχε κάποια σχέση με τον χώρο των αναρχικών. Στη συνέχεια, φώναξαν κάποιους ένστολους αστυνομικούς που ήταν ουσιαστικά κρυμμένοι εκεί κοντά, μας κόλλησαν σε έναν τοίχο και ξεκίνησαν να μας βρίζουν χυδαία με ακραίες εκφράσεις, να μας φτύνουν, να μας κλοτσούν και να μας λένε πως θα σαπίσουμε στη φυλακή. Μόνο ένας μας έλεγε να μην ανησυχούμε και πως δεν θα συμβεί τίποτα, αλλά του την έπεφταν οι υπόλοιποι. Αφού δεν βρήκαν τίποτα πάνω μας, πήραν την τσάντα ενός από εμάς και ξεκίνησαν να συζητούν για το τι θα βάλουν μέσα για να μας ενοχοποιήσουν. Ένα παιδί τους απείλησε, κατά κάποιον τρόπο, λέγοντας πως ο πατέρας του είναι δικηγόρος και ότι δεν μπορούν να το κάνουν αυτό με τόσο κόσμο να τους βλέπει. Εκείνη τη στιγμή ήρθε ένας ανώτερος και τη γλυτώσαμε. Κάλεσαν περιπολικά για να μας πάρουν όλους, όμως, επειδή λόγω της κατάστασης υπήρχε μόνο ένα διαθέσιμο, μάζεψαν δύο παιδιά και τα πήγαν στη ΓΑΔΑ. Τελικά τους άφησαν να φύγουν την ίδια μέρα. Αυτό το περιστατικό δεν με πτόησε και κατέβηκα δυο-τρεις φορές ακόμη. Ο θάνατος του Γρηγορόπουλου ήταν ένα γεγονός που με σημάδεψε, όπως και όλη τη γενιά μου. Ακόμη και σήμερα έχω πολύ καθαρές τις μνήμες στο μυαλό μου. Ο τρόπος που βλέπω τους αστυνομικούς και την εξουσία γενικότερα έχει αλλάξει, έπειτα απ’ όσα έζησα εκείνες τις μέρες.

«Θεωρώ πως η αντίδραση του κόσμου ήταν απολύτως λογική»

Leon of Athens
Μουσικός

Το 2008 έμενα στην οδό Μπουμπουλίνας, στα Εξάρχεια, αλλά εκείνο το βράδυ ήμουν έξω με φίλους στο Χαλάνδρι - σε ένα μπαρ που λέγεται Zoo. Κάποια στιγμή, ένας από την παρέα μας λέει: «Ρε, μπάτσοι σκότωσαν ένα πιτσιρίκι στο κέντρο». Προσπαθούσα να εξακριβώσω αν έχει πραγματικά συμβεί κάτι τέτοιο, δεν μπορούσε να το συλλάβει ο νους μου. Οι υπόλοιποι άργησαν να συνειδητοποιήσουν τη σοβαρότητα της κατάστασης. Όταν γύρισα σπίτι, είχε ήδη ξεκινήσει να γίνεται χαμός. Από την επομένη, ήμουν κάθε μέρα στους δρόμους, συμμετέχοντας ενεργά σε όλο αυτό. Μου είχε κάνει εντύπωση το γεγονός ότι η κατάσταση είχε ξεφύγει σε τέτοιο σημείο, που στη διαμαρτυρία είχαν κατέβει μέχρι και «γηπεδικοί», τους οποίους δεν έβλεπες σε άλλες πορείες. Αυτοί ήταν και οι πιο βίαιοι. Η αίσθηση της αδικίας και του θυμού ήταν πάνω απ΄ όλα. Ήταν ένα γεγονός που ένωσε όσους είχαν λογική σκέψη. Είχα μόλις χάσει τον πατέρα μου και μέσα μου συνυπήρχε το πένθος με την οργή.

Σήμερα, σκεπτόμενος τον Δεκέμβριο του 2008, θεωρώ πως η αντίδραση του κόσμου ήταν απολύτως λογική. Σίγουρα, θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί κάποια αρνητικά περιστατικά, όπως οι καταστροφές μικρών μαγαζιών και αυτοκινήτων ανθρώπων που δεν έφταιξαν σε κάτι, όμως σε μια τέτοια εξέγερση είναι δύσκολο να το ελέγξεις αυτό. Έχω πολλές σκηνές αποτυπωμένες στο μυαλό μου, οι περισσότερες βίαιες. Καμία σχέση με ό,τι είχα δει μέχρι τότε. Η οργή ήταν συσσωρευμένη.

*Τα ονόματα έχουν αλλαχθεί.

Ακολουθήστε τον Αντώνη Κωνσταντάρα στο instagram.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Ο Ιάσονας Περιγράφει πώς Είναι να Ζεις σε Mία Από τις πιο Επικίνδυνες Περιοχές του Πλανήτη

Ο Πάνος Φραγκιαδάκης Μετά το «Ταξικό» Τραγουδάει «Τζετέ κι Ερωτικά»

After Dark: Οι Ήρωες της Νυχτερινής Αθήνας

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Περισσότερα από το VICE
Vice Channels