Η φωτογραφία είναι του χρήστη του Flickr Jonathan Lin

Η Ψυχίατρος που Συνελήφθη για Χορήγηση LSD και MDMA στους Ασθενείς της

Εκείνη υποστηρίζει ότι απλά ήθελε να έρθουν οι ασθενείς της σε επαφή με τα συναισθήματά τους.

Κείμενο Sam Wong
|
15 februari 2016, 1:27am

Η φωτογραφία είναι του χρήστη του Flickr Jonathan Lin

Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο Motherboard.

Άκρως παράνομα και συνώνυμα με τον ηδονισμό, το LSD και το ecstasy πρωτο-χρησιμοποιήθηκαν επικουρικά στην ψυχοθεραπεία. Ο Sam Wong συναντά μια ομάδα ψυχιάτρων που προσπαθούν να επαναφέρουν την ιατρική τους χρήση.

Την Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2009 στις 6.30 το πρωί χτύπησε το κουδούνι της Friederike Meckel Fischer. Απ' έξω υπήρχαν δέκα αστυνομικοί. Έψαξαν το σπίτι, πέρασαν χειροπέδες στη Friederike –μια μικροσκοπική 60χρονη γυναίκα– και στον άντρα της και τους μετέφεραν στη φυλακή για να τους προφυλακίσουν. Έβγαλαν φωτογραφίες, πήραν τα αποτυπώματα του ζευγαριού και τους έβαλαν σε διαφορετικά κελιά, στην απομόνωση. Λίγες ώρες αργότερα, η ψυχοθεραπεύτρια Friederike μεταφέρθηκε για ανάκριση.

Ο αξιωματικός της διάβασε την υπόσχεση εχεμύθειας που εκείνη έβαζε τους πελάτες της να δώσουν στην αρχή των ομαδικών συνεδριών τους. «Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι τα πράγματα ήταν σκούρα», είπε.

«Υπόσχομαι να μην αποκαλύψω πληροφορίες σχετικά με την τοποθεσία και τα ονόματα όσων είναι παρόντες, όπως και για τη φαρμακευτική αγωγή. Υπόσχομαι να μη βλάψω τον εαυτό μου ή κάποιον άλλο κατά τη διάρκεια αυτής της εμπειρίας. Υπόσχομαι ότι θα βγω από αυτή την εμπειρία υγιέστερος και σοφότερος. Αναλαμβάνω την προσωπική ευθύνη για όσα θα κάνω εδώ».

Η ελβετική αστυνομία είχε λάβει πληροφορίες από μία πρώην πελάτισσά της, την οποία είχε εγκαταλείψει ο σύζυγός της μετά την ψυχοθεραπεία. Εκείνη θεώρησε ως υπεύθυνη γι' αυτό τη Friederike.

Στις 4 μ.μ. οι ασθενείς συνεδρίαζαν και συζητούσαν τις εμπειρίες τους. Στη συνέχεια ένας οδηγός τους πήγαινε σπίτι και κάποιες φορές αυτό συνέβαινε ενώ εκείνοι βρίσκονταν ακόμα υπό την επήρεια του ναρκωτικού

Αυτό που έβαλε σε μπελάδες τη Friederike ήταν οι ανορθόδοξες μέθοδοί της. Πέρα από τις ξέχωρες συνεδρίες με τη συμβατική μέθοδο, εκείνη προσέφερε συμπληρωματικά έναν καταλύτη· ένα εργαλείο για να βοηθά τους πελάτες της να έρθουν ξανά σε επαφή με τα συναισθήματά τους, τους ανθρώπους γύρω τους και με τις δύσκολες εμπειρίες που είχαν στη ζωή τους. Ο καταλύτης ήταν το LSD. Σε πολλές συνεδρίες χρησιμοποιούσαν επίσης και άλλη μία ουσία: το MDMA ή αλλιώς ecstasy.

Η Friederike κατηγορήθηκε για έκθεση των πελατών της σε κίνδυνο, διακίνηση ναρκωτικών προς ίδιον όφελος και θεωρήθηκε απειλή για την κοινωνία, καθώς προωθούσε «εγγενώς επικίνδυνα ναρκωτικά». Μια τέτοιου είδους ψυχεδελική θεραπεία βρίσκεται στην γκρίζα ζώνη τόσο της ψυχιατρικής όσο και της κοινωνίας. Παρ' όλα αυτά, το LSD και το MDMA χρησιμοποιήθηκαν αρχικά ως ψυχοθεραπευτική αγωγή και τώρα γίνονται νέες δοκιμές που ελέγχουν κατά πόσο αυτό μπορεί να ξανασυμβεί.

Το 1943, ο Albert Hofmann, ένας χημικός στα φαρμακευτικά εργαστήρια της εταιρείας Sandoz στη Βασιλεία της Ελβετίας, στην προσπάθειά του να δημιουργήσει ένα φάρμακο που θα προκαλούσε τη συστολή των αιμοφόρων αγγείων, έφτιαξε κατά λάθος μικρή ποσότητα διαιθυλαμιδίου του λυσεργικού οξέως, ή αλλιώς LSD. Τα αποτελέσματα τον συγκλόνισαν. Όπως γράφει στο βιβλίο του, «LSD: Το Προβληματικό μου Παιδί»: «Η όψη των αντικειμένων καθώς και η μορφή των συνεργατών μου στο εργαστήριο έμοιαζαν να αλλάζουν... Το φως ήταν τόσο έντονο που ήταν ενοχλητικό. Έκλεισα τις κουρτίνες και αμέσως υπέπεσα σε μια περίεργη κατάσταση "μέθης", κυριευμένος από φαντασιώσεις. Ενώ είχα κλειστά τα μάτια, έμοιαζαν να "ξεχύνονται" προς το μέρος μου φανταστικές εικόνες εξαιρετικής πλαστικότητας και έντονων χρωμάτων. Δύο ώρες αργότερα, αυτά τα συμπτώματα άρχισαν να υποχωρούν και μπόρεσα να φάω έχοντας όρεξη».

Με την περιέργειά του να έχει κεντριστεί, αποφάσισε να πάρει το φάρμακο για δεύτερη φορά, παρουσία των συναδέλφων του, ως πείραμα για να τον βοηθήσει να διαπιστώσει αν πράγματι ευθυνόταν η ουσία για όλο αυτό. Σύντομα, τα πρόσωπα των συνεργατών του άρχισαν να μοιάζουν με «πολύχρωμες, γκροτέσκες μάσκες». Όπως γράφει:

«Έχασα ολότελα την αίσθηση του χρόνου: ο χώρος και ο χρόνος έχαναν όλο και περισσότερο τη δομή τους και με κατέλαβε ο φόβος ότι έχανα το μυαλό μου. Το χειρότερο ήταν ότι είχα απόλυτη συναίσθηση της κατάστασής μου, αλλά ήμουν ανίκανος να το σταματήσω. Σε κάποιες στιγμές ένιωθα πως έβγαινα έξω από το σώμα μου. Νόμιζα ότι είχα πεθάνει. O "εαυτός" μου αιωρούνταν κάπου στο διάστημα και μπορούσα να δω το σώμα μου να κείτεται νεκρό στον καναπέ. Παρατήρησα και κατέγραψα πως το "alter ego" μου περιφερόταν στο δωμάτιο μουγκρίζοντας».

Αυτό που του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν η αίσθηση που είχε το επόμενο πρωί. «Το πρωινό φαγητό ήταν πεντανόστιμο και μου έδινε εξαιρετική ευχαρίστηση. Όταν αργότερα περπάτησα στον κήπο, ο ήλιος είχε μόλις ξεπροβάλει έπειτα από μια ανοιξιάτικη μπόρα και τα πάντα γύρω μου λαμποκοπούσαν, λουσμένα μέσα σ' αυτό το καθαρό φως. Ο κόσμος έμοιαζε να είχε μόλις πρωτο-δημιουργηθεί. Όλες μου οι αισθήσεις πάλλονταν, καθώς βρισκόμουν σε μια κατάσταση υπερευαισθησίας στην οποία παρέμεινα όλη την ημέρα».

Ο Hofmann θεωρούσε ότι ήταν πολύ σημαντικό που θυμόταν την εμπειρία με λεπτομέρειες. Πίστευε ότι το φάρμακο αυτό θα μπορούσε να έχει σημαντική συμβολή στην ψυχιατρική. Τα εργαστήρια της Sandoz, αφού εξασφάλισαν ότι δεν ήταν τοξικό προς τους αρουραίους, τα ποντίκια και τους ανθρώπους, άρχισαν να το προσφέρουν για ιατρική και επιστημονική χρήση.

Ένας από τους πρώτους που ξεκίνησαν να χρησιμοποιούν το ναρκωτικό ήταν ο Ronald Sandison. Ο Βρετανός ψυχίατρος επισκέφτηκε τα εργαστήρια της Sandoz το 1952 και, εντυπωσιασμένος από την έρευνα του Hofmann, αποχώρησε με 100 φιαλίδια αυτού που τότε ονομαζόταν Delysid. Ο Sandison άρχισε αμέσως να το χορηγεί στους ασθενείς που δεν σημείωναν πρόοδο μέσω της παραδοσιακής ψυχοθεραπείας, στο νοσοκομείο Powick του Worcestershire. Ύστερα από τρία χρόνια, οι διευθυντές του νοσοκομείου ήταν τόσο ευχαριστημένοι με τα αποτελέσματα, που δημιούργησαν μια νέα κλινική για LSD. Οι ασθενείς έφταναν το πρωί, έπαιρναν τη δόση τους και στη συνέχεια πήγαιναν να ξαπλώσουν σε ιδιωτικά δωμάτια. Το καθένα από αυτά ήταν εξοπλισμένο με πικάπ και μαυροπίνακες για ζωγραφική, ενώ νοσοκόμες και γιατροί πραγματοποιούσαν τακτικούς ελέγχους. Στις 4 μ.μ. οι ασθενείς συνεδρίαζαν και συζητούσαν τις εμπειρίες τους. Στη συνέχεια, ένας οδηγός τους πήγαινε σπίτι και κάποιες φορές αυτό συνέβαινε ενώ εκείνοι βρίσκονταν ακόμα υπό την επήρεια του ναρκωτικού.

Η Friederike Meckel Fischer

Περίπου την ίδια εποχή, ένας ακόμη Βρετανός ψυχίατρος, ο Humphry Osmond, ο οποίος εργαζόταν στον Καναδά, πειραματιζόταν με τη χρήση του LSD για να βοηθήσει τους αλκοολικούς να σταματήσουν να πίνουν. Ανέφερε ότι το ναρκωτικό, σε συνδυασμό με την υποστηρικτική ψυχοθεραπεία, ανέβαζε το ποσοστό αποχής στο 40 με 50% – ποσοστό πολύ υψηλότερο από αυτό που έχει επιφέρει οποιαδήποτε άλλη θεραπεία μέχρι και σήμερα. Σε άλλες περιοχές, μελέτες που ασχολούνταν με ανθρώπους που βρίσκονταν στα τελικά στάδια του καρκίνου έδειξαν ότι η θεραπεία με LSD μπορούσε να τους ανακουφίσει από δριμύτατους πόνους, να βελτιώσει την ποιότητα ζωής τους και να απαλύνει τον φόβο του θανάτου.

Στις ΗΠΑ, η CIA επιχείρησε να δώσει LSD σε ανυποψίαστους πολίτες για να δει αν αυτό θα τους έκανε να αποκαλύψουν μυστικά τους. Ταυτοχρόνως, στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, ο Timothy Leary –μετά από παρότρυνσή του ποιητή Allen Ginsberg, μεταξύ άλλων– το έδινε σε καλλιτέχνες και συγγραφείς, ο οποίοι εν συνεχεία περιέγραφαν την εμπειρία τους. Όταν άρχισαν να διαδίδονται φήμες ότι προμήθευε το ναρκωτικό και στους φοιτητές, αξιωματικοί της αστυνομίας άρχισαν να διερευνούν την υπόθεση, ενώ το πανεπιστήμιο συνέστησε στους φοιτητές σε έντονους τόνους να μην παίρνουν το ναρκωτικό. Με αφορμή αυτό, ο Leary άρχισε να κηρύττει υπέρ της τεράστιας συμβολής του ναρκωτικού στην πνευματική εξέλιξη και σύντομα απολύθηκε από το Χάρβαρντ, ενισχύοντας ακόμα περισσότερο την κακή φήμη του ιδίου και του ναρκωτικού. Οι εφημερίδες πήραν γρήγορα μυρωδιά το σκάνδαλο και σύντομα ολόκληρη η χώρα έμαθε το LSD.

To 1962 η Sandoz άρχισε να περιορίζει τη διανομή LSD, ως αποτέλεσμα των περιορισμών που επιβλήθηκαν στην πειραματική χρήση φαρμάκων, εξαιτίας ενός τελείως διαφορετικού σκανδάλου της φαρμακοβιομηχανίας: το φάρμακο για την πρωινή ναυτία των εγκύων με την ονομασία «θαλιδομίδη» συνδέθηκε με γενετικές ανωμαλίες σε βρέφη. Παραδόξως, οι περιορισμοί αυτοί συνέπεσαν με μια αύξηση στη διαθεσιμότητα του LSD – η φόρμουλα δεν ήταν δύσκολο να παραχθεί ούτε ήταν ακριβή και όσοι ήταν αποφασισμένοι μπορούσαν να τη συνθέσουν σχετικά εύκολα και σε μεγάλες ποσότητες.

H δημόσια κατακραυγή, βεβαίως, σε σχέση με τις επιπτώσεις του στα νεαρά μυαλά εξακολουθούσε να είναι έντονη. Οι αρχές είχαν αρχίσει, επίσης, να ανησυχούν λόγω του συσχετισμού του LSD με το κίνημα των χίπηδων και τη διάδοση αντιεξουσιαστικών αντιλήψεων. Ακολούθησαν εκκλήσεις για την εθνική απαγόρευση του LSD και πολλοί ψυχίατροι σταμάτησαν να το χρησιμοποιούν, καθώς η κακή του φήμη μεγάλωνε διαρκώς.

Μία από τις πολλές ιστορίες που βγήκαν στη δημοσιότητα μιλούσε για τον Stephen Kessler, ο οποίος δολοφόνησε την πεθερά του και στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν τι είχε κάνει γιατί ήταν «φτιαγμένος» με LSD. Στη δίκη αποδείχθηκε ότι είχε πάρει LSD ένα μήνα νωρίτερα, ενώ τη στιγμή της δολοφονίας βρισκόταν μόνο υπό την επήρεια αλκοόλ και υπνωτικών χαπιών. Παρ' όλα αυτά, εκατομμύρια κόσμου πίστεψαν ότι το LSD τον είχε κάνει δολοφόνο. Υπήρχε, επίσης, μια άλλη αναφορά για φοιτητές που τυφλώθηκαν κοιτώντας για ώρα τον ήλιο υπό την επήρεια του LSD.

Ενώπιον δύο υποεπιτροπών της Γερουσίας των ΗΠΑ το 1966 εμφανίστηκαν γιατροί που ισχυρίστηκαν ότι το LSD προκαλεί ψύχωση και την «απώλεια όλων των πολιτιστικών αξιών», αλλά και υπέρμαχοι του LSD, όπως ο Timothy Leary και ο γερουσιαστής Ρόμπερτ Κένεντι, του οποίου η σύζυγος Ethel φημολογούνταν πως είχε υποβληθεί σε θεραπεία με LSD. «Ίσως σε ένα βαθμό να παραβλέπουμε το γεγονός ότι μπορεί να αποδειχτεί πάρα πολύ χρήσιμο στην κοινωνία αν χρησιμοποιηθεί σωστά», είπε ο Κένεντι, επικρίνοντας τον τερματισμό των ερευνητικών προγραμμάτων σχετικά με το LSD, στον οποίο είχε προχωρήσει η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων.

Η κατοχή LSD έγινε παράνομη το 1966 στο Ηνωμένο Βασίλειο και το 1968 στις ΗΠΑ. Η πειραματική του χρήση από ερευνητές εξακολουθούσε να είναι δυνατή με ειδικές άδειες, αλλά λόγω του στιγματισμού μετά την απαγόρευσή του οι άδειες ήταν πολύ δύσκολο να δοθούν. H έρευνα σταδιακά σταμάτησε, αλλά η παράνομη χρήση του για ψυχαγωγία συνεχίστηκε.

Σε ηλικία 40 ετών, έπειτα από 21 χρόνια γάμου, η Friederike Meckel Fischer ερωτεύτηκε έναν άλλον άνδρα. Με λύπη της, όμως, διαπίστωσε σύντομα ότι εκείνος τη χρησιμοποιούσε για να ξεφύγει από τον δικό του γάμο. «Υπέφερα γιατί ο άνδρας αυτός με παράτησε και με τον σύζυγό μου δεν μπορούσα να επικοινωνήσω», είπε. «Είχα χάσει τον εαυτό μου».

Η λύση που βρήκε ήταν να γίνει ψυχοθεραπεύτρια. Ομολογεί πως η ίδια δεν σκέφτηκε ποτέ να κάνει ψυχανάλυση, μια πρακτική που στη Δυτική Γερμανία της δεκαετίας του '80 θεωρούνταν ότι αφορούσε μόνο πολύ σοβαρά περιστατικά. Πέρα από αυτό, είχε μάθει να τα κάνει όλα μόνη της γιατί η ανατροφή της δεν της επέτρεπε να ζητάει βοήθεια από άλλους.

Την εποχή εκείνη, η Friederike εργαζόταν ως ιατρός εργασίας. Διαπίστωσε ότι πολλά από τα προβλήματα των ασθενών της είχαν τις ρίζες τους στις προβληματικές σχέσεις με τα αφεντικά τους, τους συναδέλφους τους ή τις οικογένειές τους. «Έφτασα στο συμπέρασμα πως όλα τους τα προβλήματα είχαν να κάνουν με σχέσεις με άλλους», είπε.

Ένας πρώην καθηγητής της της συνέστησε να δοκιμάσει μια τεχνική που λεγόταν «ολοτροπική αναπνοή». Η τεχνική εισήχθη από τον Stanislav Grof, έναν από τους πρωτοπόρους της ψυχοθεραπείας με LSD, και είχε τη δυνατότητα να επιφέρει μια αλλοιωμένη συνειδησιακή κατάσταση μέσω της γρήγορης και βαθιάς αναπνοής, όπως συμβαίνει κατά την υπεροξυγόνωση. Ο Grof ανέπτυξε την τεχνική της ολοτροπικής αναπνοής στον απόηχο της απαγόρευσης της χρήσης του LSD ανά τον κόσμο.

Σε διάστημα τριών χρόνων, κατά το οποίο πηγαινοερχόταν στην Αμερική στη διάρκεια διακοπών, η Friederike εκπαιδεύτηκε στην ολοτροπική αναπνοή από τον Grof. Στο τέλος, εκείνος την προέτρεψε να δοκιμάσει ψυχεδελικά ναρκωτικά.

Στο τελευταίο σεμινάριο, ένας συνάδελφος της έδωσε δυο μικρά μπλε χαπάκια σαν δώρο. Όταν επέστρεψε στη Γερμανία, η Friederike τα μοιράστηκε με τον φίλο της Konrad, ο οποίος έμελλε να γίνει σύζυγός της. Εκείνη λέει ότι ένιωσε να τη σηκώνει ένα κύμα και να τη ρίχνει σε μια ολόλευκη παραλία και πως ταξίδεψε σε μέρη της ψυχής της στα οποία δεν είχε πρόσβαση προηγουμένως. «Η πρώτη μου εμπειρία με συνεπήρε», λέει. «Αυτό που σκέφτηκα ήταν "Αυτό ήταν. Μπορώ να δω πράγματα". Και άρχισα να αισθάνομαι. Αυτό για εμένα ήταν απίστευτο».

Τα χάπια ήταν MDMA, ένα ναρκωτικό που εισήλθε στο προσκήνιο το 1976, όταν το ανακάλυψε εκ νέου ο Αμερικανός χημικός Alexander «Sasha» Shulgin, 62 χρόνια αφότου το είχε πατεντάρει ο Merck, μόνο για να ξεχαστεί λίγο αργότερα. Η ιστορία του θυμίζει την προέλευση του LSD, μιας και ο Shulgin, υπό την επήρειά του, σημείωσε πως είχε ένα αίσθημα «απόλυτης ευφορίας» και μιας «σταθερής εσωτερικής δύναμης», καθώς και ότι ένιωθε ότι μπορούσε «να μιλήσει για βαθιά προσωπικά του ζητήματα με ιδιαίτερη διαύγεια». Το παρουσίασε στον φίλο του Leo Zeff, έναν συνταξιούχο ψυχοθεραπευτή που είχε δουλέψει με LSD και που πίστευε πως το χρέος του να παρέχει βοήθεια στους ασθενείς προηγούνταν του νόμου. Ο Zeff εξακολούθησε να δουλεύει κρυφά με LSD ακόμα και μετά την απαγόρευσή του. Οι δυνατότητες του MDMA έκαναν τον Zeff να ασκήσει και πάλι το επάγγελμά του. Ταξίδεψε σε Ευρώπη και Αμερική για να εκπαιδεύσει ψυχοθεραπευτές πάνω στη θεραπεία με MDMA. Το ονόμαζε «Αδάμ», γιατί προσέδιδε στον ασθενή μια αρχέγονη αθωότητα, όμως την ίδια στιγμή εκείνο είχε αποκτήσει άλλο όνομα στα νυχτερινά κλαμπ: ecstasy.

Το ΜDMA έγινε παράνομο στο Ηνωμένο Βασίλειο το 1977, με μια απόφαση που κατέταξε ολόκληρη τη χημική οικογένεια στην πιο αυστηρά ελεγχόμενη κατηγορία: την τάξη Α. Στις ΗΠΑ, η Υπηρεσία Καταστολής Ναρκωτικών (DEA), η οποία συστάθηκε από τον Ρίτσαρντ Νίξον το 1973, επέβαλε προσωρινή απαγόρευση το 1985. Κατά τη διάρκεια ακρόασης που θα αποφαινόταν για την τελική κατηγοριοποίηση του ναρκωτικού, ο δικαστής πρότεινε να υπαχθεί στην τρίτη τάξη, κάτι που θα επέτρεπε τη χρήση του από ψυχοθεραπευτές. Παρ' όλα αυτά, η DEA απέρριψε την απόφαση του δικαστή και κατέταξε το MDMA στην πρώτη τάξη, που είναι και η πιο περιοριστική. Επηρεασμένη από την Αμερική, η Επιτροπή του ΟΗΕ για τα Ναρκωτικά χειρίστηκε το MDMA με αντίστοιχο τρόπο υπό τους νόμους του διεθνούς δικαίου (αν και μια επιτροπή εμπειρογνωμόνων που συστάθηκε από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας υποστήριξε ότι τόσο αυστηροί περιορισμοί ήταν αδικαιολόγητοι).

Οι ουσίες που ανήκουν στην πρώτη τάξη επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στην έρευνα, στο πλαίσιο της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τις ψυχοτρόπους ουσίες. Στη Βρετανία και τις ΗΠΑ, οι ερευνητές και τα ιδρύματα πρέπει να υποβάλουν αίτηση για τη χορήγηση ειδικών αδειών, αλλά οι τελευταίες έχουν υψηλό κόστος και η εύρεση κατασκευαστών που προμηθεύουν ελεγχόμενες ουσίες είναι δύσκολη.

Στην Ελβετία, όμως, η οποία εκείνη την εποχή δεν είχε υπογράψει τη σύμβαση, μια μικρή ομάδα ψυχιάτρων έπεισε την κυβέρνηση να επιτρέψει τη χρήση του LSD και του MDMA στην ψυχοθεραπεία. Από το 1985 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '90, οι αδειούχοι ψυχοθεραπευτές είχαν τη δυνατότητα να χορηγούν τα ναρκωτικά σε ασθενείς, να εκπαιδεύουν άλλους ψυχοθεραπευτές πάνω στη χρήση τους και να τα παίρνουν και οι ίδιοι – κι όλα αυτά με ελάχιστη εποπτεία.

Το ονόμαζε «Αδάμ», γιατί προσέδιδε στον ασθενή μια αρχέγονη αθωότητα

Πιστεύοντας ότι το MDMA μπορούσε να τη βοηθήσει να κατανοήσει βαθύτερα τα δικά της προβλήματα, η Friederike έκανε αίτηση για να συμμετάσχει σε ένα μάθημα «ψυχολυτικής θεραπείας» στην Ελβετία. Το 1992, εκείνη και ο Konrad έγιναν δεκτοί από μια ομάδα εκπαιδευόμενων, την οποία διηύθυνε ένας αδειούχος ψυχοθεραπευτής με το όνομα Samuel Widmer.

Το μάθημα πραγματοποιούνταν ένα Σαββατοκύριακο κάθε τρίμηνο στο σπίτι του Widmer στο Solothurn, μια πόλη δυτικά της Ζυρίχης. Βασικό στοιχείο της εκπαίδευσης ήταν η λήψη των ουσιών αρκετές φορές, δώδεκα στο σύνολο, έτσι ώστε οι εκπαιδευόμενοι να γνωρίσουν τη δράση τους και να περάσουν από μια διαδικασία αυτο-εξερεύνησης. Η Friederike λέει πως οι εμπειρίες με τα ναρκωτικά της έδειξαν ότι ολόκληρη η ζωή της είχε επισκιαστεί από την απώλεια του πατέρα της στα πέντε της χρόνια και από τις κακουχίες που υπέστη μεγαλώνοντας στη μεταπολεμική Δυτική Γερμανία.

«Μπορώ να εντοπίσω κάποιους συσχετισμούς και αλληλουχίες ανάμεσα σε πράγματα που προηγουμένως δεν μπορούσα», λέει περιγράφοντας τις εμπειρίες της με MDMA. «Μπορούσα να κοιτάξω κάποιες δύσκολες εμπειρίες που είχα στη ζωή μου χωρίς να με "ρουφήξουν" επιτόπου. Μπορούσα, για παράδειγμα, να δω μια τραυματική εμπειρία χωρίς να βιώσω το φρικτό συναίσθημα που τη συνόδευε. Ήξερα ότι η εμπειρία ήταν φρικτή και μπορούσα να νιώσω ότι μου είχε προκαλέσει φόβο, αλλά δεν ένιωθα αυτό τον φόβο».

Οι άνθρωποι που έχουν «φτιαχτεί» με ψυχεδελικά ναρκωτικά συχνά μιλούν για βαθιές πνευματικές εμπειρίες. Τη δεκαετία του 1960, ο Walter Pahnke, ένας από τους φοιτητές του Timothy Leary, πραγματοποίησε ένα διαβόητο πείραμα στην εκκλησία Marsh Chapel του Πανεπιστημίου της Βοστόνης, το οποίο έδειξε ότι τα ψυχεδελικά ναρκωτικά μπορούσαν να προκαλέσουν τις προαναφερθείσες εμπειρίες.

Έδωσε σε δέκα εθελοντές μια μεγάλη δόση ψιλοκυβίνης –τη δραστική ουσία που έχουν τα «μαγικά μανιτάρια»– και σε δέκα άλλους ένα εικονικό φάρμακο, το νικοτινικό οξύ, το οποίο προκαλεί μούδιασμα αλλά καμία ψυχική επίδραση. Οκτώ άτομα από το γκρουπ της ψιλοκυβίνης είχαν πνευματικές εμπειρίες, σε αντιδιαστολή με το ένα από το γκρουπ του εικονικού φαρμάκου. Σε μεταγενέστερες μελέτες, οι ερευνητές εντόπισαν τα βασικά χαρακτηριστικά αυτών των εμπειριών, τα οποία συμπεριλαμβάνουν την απουσία ομιλίας λόγω της αδυναμίας χρήσης λέξεων, την παράδοξη πεποίθηση ότι αντιφατικά πράγματα μπορούν να ισχύουν ταυτόχρονα και την αίσθηση ότι είσαι περισσότερο συνδεδεμένος με ανθρώπους και πράγματα.

«Ένιωσα σαν να υπάρχει γύρω μου χώρος. Είναι το ίδιο αίσθημα που είχα όταν η μαμά μου ήταν ακόμα ζωντανή και όταν πρωτογνώρισα τη σύντροφό μου και όλα ήταν όμορφα. Μου έκανε έντονη αίσθηση γιατί είχα πολύ καιρό να νιώσω έτσι»

«Η εμπειρία αυτή μπορεί να είναι πολύ χρήσιμη όταν τα άτομα αισθάνονται να έρχονται κοντά ακόμα και με κάποιον που τα έχει πληγώσει, και συναισθάνονται τους λόγους που τον έκαναν να φερθεί όπως φέρθηκε», λέει ο Robin Carhart-Harris, ερευνητής πάνω στα ψυχεδελικά ναρκωτικά στο Imperial College του Λονδίνου. «Νομίζω ότι η ισχυρή αυτή τάση προς την ενσυναίσθηση δείχνει τη σπουδαία αξία των ψυχεδελικών ναρκωτικών και τον λόγο για τον οποίο μπορούν να αποδειχτούν τόσο σημαντικά και πολύτιμα στην ψυχοθεραπεία. Πιστεύω ότι ο μόνος τρόπος να συμβεί αυτό είναι όταν οι άμυνες πέφτουν εντελώς. Κι αυτό γιατί οι άμυνες είναι αυτό που στέκεται ως εμπόδιο στην ενσυναίσθηση».

Παρομοιάζει αυτή την αίσθηση «σύνδεσης» με το περιβάλλον με την «πανοραμική εντύπωση» που βιώνουν οι αστροναύτες όταν κοιτάζουν τη γη. «Ξαφνικά σκέφτονται "Πόσο χαζό εκ μέρους μου και εκ μέρους όλης της ανθρωπότητας να ερχόμαστε σε συγκρούσεις και να κολλάμε σε χαζά μικροπράγματα που μας φαίνονται τεράστια και σημαντικά". Όταν βρίσκεσαι ψηλά στο διάστημα και κοιτάζεις τη Γη στο σύνολό της, αρχίζεις να βλέπεις τα πράγματα από άλλη σκοπιά. Νομίζω ότι τα ψυχεδελικά ναρκωτικά μπορούν να προκαλέσουν μια παρόμοια εντύπωση».

Ο Carhart-Harris διεξάγει την πρώτη κλινική δοκιμή που εξετάζει τις θεραπευτικές ικανότητες της ψιλοκυβίνης για την αντιμετώπιση της κατάθλιψης. Είναι ένας από τους ελάχιστους ερευνητές στον κόσμο που κάνουν βήματα πάνω στην ψυχεδελική θεραπεία. Μέχρι στιγμής δώδεκα άνθρωποι έχουν λάβει μέρος στη μελέτη του.

Ξεκινούν με σάρωση του εγκεφάλου και μια μακρά συνεδρία με ψυχιάτρους. Την ημέρα της θεραπείας έρχονται στις 9 π.μ., συμπληρώνουν ένα ερωτηματολόγιο και υποβάλλονται σε εξετάσεις που δείχνουν αν έχουν πάρει άλλα ναρκωτικά. Η αίθουσα ψυχοθεραπείας έχει κουρτίνες, διακοσμητικά, πολύχρωμα φώτα, ηλεκτρικά κεριά και αρωματικά. Ένας υποψήφιος διδάκτορας, ο οποίος είναι και μουσικός, έχει ετοιμάσει μια λίστα με τραγούδια, τα οποία μπορεί να ακούσει ο ασθενής είτε μέσω ακουστικών είτε μέσω ηχείων υψηλής ποιότητας στην αίθουσα. Κατά τη συνεδρία οι ασθενείς περνούν την περισσότερη ώρα ξαπλωμένοι σε ένα κρεβάτι, εξερευνώντας τις σκέψεις τους. Κοντά τους βρίσκονται δύο ψυχίατροι και συνομιλούν μαζί τους όταν εκείνοι θέλουν να μιλήσουν. Οι ασθενείς παίρνουν μέρος σε δύο συνεδρίες: στη μία παίρνουν μικρή δόση και στην άλλη μεγάλη. Στη συνέχεια, ακολουθεί ακόμη μία συνεδρία με σκοπό να τους βοηθήσει να αφομοιώσουν τις εμπειρίες τους και να αναπτύξουν έναν πιο υγιή τρόπο σκέψης.

Συνάντησα τον Kirk, έναν από τους συμμετέχοντες, δυο μήνες μετά τη συνεδρία με τη μεγάλη δόση. Ο Kirk είχε κατάθλιψη, η οποία εντάθηκε μετά τον θάνατο της μητέρας του πριν από τρία χρόνια. Τα αρνητικά μοτίβα σκέψης ήταν βαθιά ριζωμένα μέσα του και επαναλαμβάνονταν διαρκώς, ομολογεί. «Δεν είχα κίνητρα, δεν έκανα πράγματα, δεν γυμναζόμουν, δεν ήμουν αρκετά κοινωνικός και είχα πολύ άγχος. Και η κατάσταση αυτή επιδεινωνόταν. Έφτασα στο σημείο να νιώθω απελπισία. Κι όλα αυτά δεν συμβάδιζαν με όσα συνέβαιναν στη ζωή μου. Είχα καλή ζωή. Είχα δουλειά και οικογένεια, παρ' όλα αυτά ήμουν βυθισμένος σε ένα τέλμα.

Στο αποκορύφωμα της εμπειρίας του με τα ναρκωτικά, ο Kirk ένιωσε να τον επηρεάζει βαθιά η μουσική. Παραδόθηκε σ' αυτήν και τον κυρίευσε δέος. Όταν η μουσική ήταν λυπητερή, σκεφτόταν τη μητέρα του που ήταν άρρωστη για πολλά χρόνια προτού πεθάνει. «Όταν την επισκεπτόμουν στο νοσοκομείο πολλές φορές κοιμόταν, αλλά δεν την ξυπνούσα. Καθόμουν απλώς στο κρεβάτι. Κι εκείνη καταλάβαινε την παρουσία μου και ξυπνούσε. Ήταν πολύ τρυφερό συναίσθημα. Μεταφέρθηκα, λοιπόν, σε εκείνη τη στιγμή πολύ έντονα. Νομίζω ότι μου έκανε καλό, με κάποιον τρόπο. Νομίζω ότι με βοήθησε να προχωρήσω».

Στη διάρκεια των συνεδριών υπήρχαν κάποιες στιγμές άγχους όταν άρχιζε να επιδρά το ναρκωτικό, κατά τις οποίες o Kirk ένιωθε να κρυώνει και επικεντρωνόταν έντονα στην αναπνοή του. Αφού τον καθησύχασαν, όμως, οι ψυχοθεραπευτές, η δυσφορία πέρασε. Είδε έντονα χρώματα, «όπως στο λούνα παρκ», και ένιωσε δονήσεις να διαπερνούν το σώμα του. Σε κάποια στιγμή είδε τον ινδουιστικό θεό-ελέφαντα Ganesh να τον κοιτάει, όπως μια μάνα που ελέγχει αν το παιδί της είναι καλά.

Παρόλο που η εμπειρία αυτή τον επηρέασε, ο ίδιος δεν παρατήρησε μεγάλη βελτίωση στη διάθεσή του τις επόμενες δέκα μέρες. Στη συνέχεια, ένα σαββατιάτικο πρωί που είχε πάει για ψώνια με τους φίλους του, ένιωσε μια ψυχική ανάταση. «Ένιωσα σαν να υπάρχει γύρω μου χώρος. Είναι το ίδιο αίσθημα που είχα όταν η μαμά μου ήταν ακόμα ζωντανή και όταν πρωτογνώρισα τη σύντροφό μου και όλα ήταν όμορφα. Μου έκανε έντονη αίσθηση γιατί είχα πολύ καιρό να νιώσω έτσι».

Έκτοτε υπήρξαν σκαμπανεβάσματα, όμως σε γενικές γραμμές νιώθει πολύ πιο αισιόδοξος. «Δεν έχω εκείνη την αρνητικότητα πια. Είμαι πιο κοινωνικός. Κάνω πράγματα. Εκείνο το αίσθημα "πλακώματος" και καταπίεσης εξαφανίστηκε, κι αυτό είναι πραγματικά εκπληκτικό. Είναι σαν να σηκώθηκε ένα βαρύ πέπλο από πάνω μου».

Ένα άλλος συμμετέχων, ο Michael, έδινε μάχη με την κατάθλιψη για 30 χρόνια και είχε δοκιμάσει σχεδόν όλες τις θεραπείες που υπάρχουν. Ουσιαστικά, προτού λάβει μέρος στη συνεδρία είχε εγκαταλείψει κάθε ελπίδα. Από την πρώτη κιόλας μέρα που πήρε την πρώτη δόση ψιλοκυβίνης, ένιωσε μεγάλη αλλαγή. «Δεν μπορούσα να πιστέψω πόσο είχα αλλάξει σε τόσο μικρό διάστημα», λέει. «Η προσέγγισή μου απέναντι στη ζωή, η στάση μου, ο τρόπος που έβλεπα τον κόσμο... Όλα άλλαξαν μέσα σε μια μέρα».

Ίσως η πολυτιμότερη συμβολή αυτής της εμπειρίας ήταν ότι τον βοήθησε να ξεπεράσει τον βαθιά ριζωμένο φόβο του για τον θάνατο. «Ένιωσα ότι μπορούσα να δω τι γίνεται μετά. Σαν να βλέπω τη ζωή μετά θάνατον», λέει. «Δεν είμαι θρησκευόμενος και δεν μπορώ καν να πω ότι είμαι πνευματικός άνθρωπος, όμως ένιωσα ότι βίωνα κάτι τέτοιο. Ένιωσα ότι βλέπω μια προεπισκόπηση της μεταθανάτιας ζωής και ήμουν τελείως ήρεμος, χαλαρός και σε απόλυτη γαλήνη. Όταν λοιπόν έρθει η ώρα μου, δεν θα είμαι καθόλου φοβισμένος».

Διαβάστε ακόμα: Ο Επιστήμονας που Έδωσε LSD σε Γάτες τη Δεκαετία του '70

Κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής της από τον Samuel Widmer, η Friederike εργαζόταν, επίσης, και σε ένα κέντρο απεξάρτησης. Η εμπειρία της με τα ναρκωτικά την έκανε να συναισθάνεται περισσότερο τους ασθενείς. «Ξαφνικά μπορούσα να καταλάβω τους επισκέπτες του κέντρου που αντιμετώπιζαν προβλήματα εθισμού στο αλκοόλ», λέει. «Προσπαθούσαν να αντεπεξέλθουν στο πρόβλημά τους με διαφορετικό τρόπο απ' ό,τι εγώ. Τα προβλήματα και τα συμπτώματά τους ήταν σχεδόν ίδια με τα δικά μου, μόνο που εγώ δεν ξεκίνησα το ποτό». Πολύ λίγοι, όμως, από αυτούς μπορούσαν να «ανοιχτούν» και να μιλήσουν για το πώς τους έκαναν να αισθανθούν αυτές οι εμπειρίες. Εκείνη αναρωτήθηκε μήπως μια εμπειρία με MDMA μπορούσε να «ξεκλειδώσει» τα συναισθήματά τους.

To MDMA είναι μια ψυχοτρόπος ουσία συγγενής με τα κλασικά ψυχεδελικά ναρκωτικά, όπως η ψιλοκυβίνη, το LSD, η μεσκαλίνη και το DMT. Η δράση τους μπορεί να γίνει δυσάρεστη και να προκαλέσει αισθητικές στρεβλώσεις, απώλεια της αίσθησης του εαυτού και την έντονη αναβίωση τρομακτικών αναμνήσεων. Η επίδραση του MDMA έχει μικρότερη διάρκεια, κάτι που το καθιστά πρακτικότερο στην ψυχοθεραπεία.

Η Friederike ξεκίνησε να ασκεί το επάγγελμα της ψυχοθεραπεύτριας με ψυχεδελικά το 1997 στη Ζυρίχη. Μέσα στα επόμενα χρόνια άρχισε να οργανώνει ομαδικές ψυχοθεραπείες τα Σαββατοκύριακα με ψυχεδελικά ναρκωτικά στο σπίτι της, προσκαλώντας τους ασθενείς που δεν σημείωναν πρόοδο μέσω των συμβατικών μεθόδων ψυχοθεραπείας.

Από το 1950 έως σήμερα, οι ψυχίατροι έχουν αναγνωρίσει τη σημασία του «πλαισίου» για τον καθορισμό του είδους της εμπειρίας που θα έχει ο χρήστης του LSD. Τονίζουν τη σημασία του «δέκτη» –που περιλαμβάνει τη νοοτροπία του χρήστη, τις πεποιθήσεις του, τις προσδοκίες και τις εμπειρίες του– και του «σκηνικού» – του περιβάλλοντος δηλαδή στο οποίο λαμβάνεται το ναρκωτικό, τους ήχους και τα στοιχεία που το συνθέτουν και τους ανθρώπους που είναι παρόντες.

Το κατάλληλο περιβάλλον και ένας έμπειρος ψυχοθεραπευτής μειώνουν τον κίνδυνο μιας άσχημης εμπειρίας, του λεγόμενου «bad trip», αλλά οι τρομακτικές εμπειρίες εξακολουθούν να συμβαίνουν. Σύμφωνα με τη Friederike, αποτελούν τμήμα της θεραπείας. «Αν ένας πελάτης καταφέρει να το περάσει ή να επιτρέψει σε άλλους να τον οδηγήσουν και να το "δουλέψουν" μαζί, τότε το bad trip γίνεται πολύ σημαντικό βήμα προς την αυτογνωσία», λέει. «Όμως χωρίς το σωστό "σκηνικό", χωρίς έναν ψυχοθεραπευτή που ξέρει τι κάνει και χωρίς την αφοσίωση του πελάτη, καταλήγουμε σε bad trip».

Οι πελάτες της την επισκέπτονταν στο σπίτι της την Παρασκευή το πρωί, της μιλούσαν για πρόσφατα θέματα που τους απασχολούσαν και συζητούσαν για το τι ήθελαν να επιτύχουν στην εκάστοτε συνεδρία ναρκωτικών. Τα πρωινά του Σαββάτου κάθονταν σε έναν κύκλο πάνω σε χαλάκια, έδιναν την υπόσχεση εχεμύθειας και ο καθένας έπαιρνε την προσωπική του δόση MDMA, η οποία ήταν προκαθορισμένη από τη Friederike. Η Friederike ξεκινούσε με σιωπή, έπειτα έβαζε μουσική και μιλούσε με τους πελάτες της είτε μεμονωμένα είτε ως γκρουπ, «δουλεύοντας» πάνω στα θέματά τους. Κάποιες φορές, ζητούσε σε ένα από τα μέλη του γκρουπ να υποδυθεί τον ρόλο ενός συγγενή άλλου μέλους και τους έβαζε να συζητήσουν τα προβλήματα στη σχέση τους. Το απόγευμα έκαναν το ίδιο με LSD, το οποίο έκανε συχνά τους συμμετέχοντες να νιώθουν ότι αναβιώνουν μια τραυματική ανάμνηση. Η Friederike τους καθοδηγούσε κατά τη διάρκεια της εμπειρίας και τους βοηθούσε να την αναλύσουν υπό νέο πρίσμα. Την Κυριακή συζητούσαν για τις εμπειρίες της προηγούμενης ημέρας και για το πώς να τις ενσωματώσουν στη ζωή τους.

Οι πρακτικές της Friederike, όμως, ήταν παράνομες. Οι θεραπευτικές άδειες για τη χρήση ναρκωτικών είχαν αποσυρθεί από την ελβετική κυβέρνηση το 1993, μετά τον θάνατο μιας ασθενούς στη Γαλλία υπό την επήρεια ιμπογκαΐνης, μιας άλλης ψυχοτρόπου ουσίας (αργότερα διαπιστώθηκε ότι ο θάνατός της οφειλόταν σε μη διαγνωσμένη καρδιακή πάθηση).

Διαβάστε ακόμα: Τα Ναρκωτικά Μπορούν να «Δημιουργήσουν» Αγάπη;

Οι πρώτοι ερευνητές του LSD δεν είχαν τη δυνατότητα να δουν πώς δρούσε στον εγκέφαλο. Πλέον υπάρχουν τα εγκεφαλογραφήματα. Ο Robin Carhart-Harris έχει κάνει μελέτες πάνω στην ψιλοκυβίνη, το LSD και το MDMA. Μου είπε ότι υπάρχουν δύο βασικές αρχές σχετικά με τον τρόπο δράσης των κλασικών ψυχεδελικών ναρκωτικών. Η πρώτη είναι η αποσύνθεση: τα τμήματα από τα οποία απαρτίζονται τα διάφορα δίκτυα του εγκεφάλου χάνουν τη συνεκτικότητά τους. Η δεύτερη είναι η εξομοίωση: τα συστήματα που ειδικεύονται σε συγκεκριμένες λειτουργίες κατά την ανάπτυξη του εγκεφάλου γίνονται, όπως είπε, «λιγότερο διαφορετικά» το ένα από το άλλο.

Αυτές οι επιπτώσεις εξηγούν, σε έναν βαθμό, τον τρόπο με τον οποίο τα ψυχεδελικά ναρκωτικά μπορούν να χρησιμεύσουν στην ψυχιατρική. Ορισμένες διαταραχές, όπως η κατάθλιψη και ο εθισμός, συνδέονται με συγκεκριμένες ακολουθίες της εγκεφαλικής δραστηριότητας, από τις οποίες είναι δύσκολο κανείς να ξεφύγει. «Ο εγκέφαλος ακολουθεί, κατά κάποιον τρόπο, αυτά τα μοτίβα, τα οποία είναι παθολογικής φύσεως, και στη συνέχεια αυτά παγιώνονται. Ο εγκέφαλος "έλκεται" εύκολα από αυτές τις ακολουθίες και αδυνατεί να ξεφύγει. Είναι σαν δίνες που ρουφούν τον εγκέφαλο και τον εγκλωβίζουν».

Τα ψυχεδελικά ναρκωτικά εξαλείφουν τις ακολουθίες και την οργάνωση, δημιουργώντας «ένα είδος χάους», λέει ο Carhart-Harris. Απ' την άλλη, το χάος μπορεί να θεωρηθεί κάτι κακό αν συνδεθεί με την ψύχωση, που είναι κάτι σαν «θύελλα του μυαλού», όπως το έθεσε. Μπορούμε όμως να εξετάσουμε και τη θεραπευτική αξία του χάους. «Η θύελλα μπορεί να ξεσπάσει, εξανεμίζοντας όλα τα παθολογικά μοτίβα που έχουν εδραιωθεί, τα οποία αποτελούν τη βάση της διαταραχής. Τα ψυχεδελικά φάρμακα, μέσω αυτής τους της δράσης, φαίνεται πως έχουν την ικανότητα να διαλύουν ή να καταστρέφουν τις παθολογικής φύσεως, παγιωμένες ακολουθίες της εγκεφαλικής δραστηριότητας».

Οι προοπτικές θεραπευτικών δυνατοτήτων που αναδείχθηκαν από τα εγκεφαλογραφήματα του Carhart-Harris στο πλαίσιο της μελέτης του έπεισαν το Συμβούλιο Ιατρικής Έρευνας του Ηνωμένου Βασιλείου να χρηματοδοτήσει τις δοκιμές της ψιλοκυβίνης για τη θεραπεία της κατάθλιψης. Είναι πολύ νωρίς για να αξιολογηθεί το κατά πόσο αυτές είναι επιτυχείς, όμως τα αποτελέσματα ως τώρα είναι ενθαρρυντικά. «Κάποιοι ασθενείς βρίσκονται σε ύφεση αρκετούς μήνες μετά τη θεραπεία τους», είπε ο Carhart-Harris. «Προηγουμένως η κατάθλιψή τους ήταν βαριάς μορφής, γι' αυτό και θεωρώ ότι υπήρξε ουσιαστική μεταστροφή της κατάστασής τους. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποια άλλη θεραπεία που να μπορεί δυνητικά να μεταβάλει την κατάσταση ενός ασθενούς μετά από δύο μόλις συνεδρίες».

Στον απόηχο της απαγόρευσης του MDMA, ο Αμερικανός ψυχολόγος Rick Doblin ίδρυσε τον Διεπιστημονικό Σύλλογο για Ψυχεδελικές Σπουδές (Multidisciplinary Association for Psychedelic Studies-MAPS), για να στηρίξει την έρευνα που στοχεύει να αποκαταστήσει τη θέση των ψυχεδελικών στην ιατρική. Όταν ο Ελβετός ψυχίατρος Peter Oehen άκουσε ότι χρηματοδοτούσαν μια μελέτη σχετικά με τη χρήση του MDMA για να βοηθήσει τα άτομα με διαταραχή μετα-τραυματικού στρες (PTSD), πήρε αμέσως το αεροπλάνο για να συναντήσει τον Doblin στη Βοστόνη.

Όπως και η Friederike, ο Oehen είχε εκπαιδευτεί στην ψυχεδελική θεραπεία όταν αυτή ακόμα ήταν νόμιμη στην Ελβετία, στις αρχές του 1990. Ο Doblin συμφώνησε να στηρίξει μια μικρή μελέτη με δώδεκα ασθενείς που πραγματοποιήθηκε στο ιδιωτικό ιατρείο του Oehen στο Biberist, μια μικρή πόλη που απέχει μισή ώρα με το τρένο από την ελβετική πρωτεύουσα, τη Βέρνη.

Ο Oehen πιστεύει ότι η ανεβασμένη διάθεση, η έλλειψη φόβου και η έντονη κοινωνικότητα που επιφέρει το MDMA το καθιστούν πολλά υποσχόμενο ψυχοθεραπευτικό εργαλείο για την αντιμετώπιση του PTSD. «Πολλοί από αυτούς τους τραυματισμένους ανθρώπους έχουν τραυματιστεί από κάποιο είδος διαπροσωπικής βίας και έχουν χάσει την ικανότητα να συνδέονται με άλλους, είναι δύσπιστοι και απόμακροι», λέει ο Oehen. «Το MDMA τους βοηθά να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη τους. Τους βοηθά να χτίσουν μια γερή σχέση εμπιστοσύνης με τον ψυχοθεραπευτή». Επίσης, βάζει τον ασθενή σε μια κατάσταση που τον καθιστά ικανό να έρθει αντιμέτωπος με τραυματικές αναμνήσεις χωρίς να του είναι επίπονο, όπως λέει, και τον βοηθά να επεξεργαστεί το τραύμα με διαφορετικό τρόπο.

Όταν δημοσιεύτηκε η πρώτη μελέτη του συλλόγου MAPS σχετικά με το PTSD στις ΗΠΑ, το 2011, τα αποτελέσματα ήταν αποκαλυπτικά. Μετά από δύο ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες με MDMA, δέκα από τους δώδεκα συμμετέχοντες έπαψαν να πληρούν τα κριτήρια διάγνωσης PTSD. Το οφέλη εξακολουθούσαν να είναι εμφανή στην επανεξέταση των ασθενών τρία με τέσσερα χρόνια μετά τη θεραπεία.

Τα αποτελέσματα του Oehen ήταν λιγότερο θεαματικά, όμως όλοι οι ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με MDMA ένιωσαν κάποια βελτίωση. «Κρατάω επαφές με τους μισούς σχεδόν συμμετέχοντες», λέει. «Εξακολουθώ να βλέπω βελτίωση σε άτομα πολλά χρόνια μετά τη διαδικασία και τους βλέπω να επιλύουν τα προβλήματά τους. Αυτό το διαπιστώσαμε και στις επαναληπτικές εξετάσεις που ακολούθησαν πολλά χρόνια μετά τη θεραπεία. Τα συμπτώματα γίνονται όλο και πιο ήπια με τον χρόνο, γιατί η εμπειρία που είχαν –που διαφέρει από τη συμβατική ψυχοθεραπεία– τους έδειξε πώς να τα ξεπερνούν. Η αρχική επίδραση, που τους έκανε πιο ανοιχτούς, πιο ήρεμους και πιο πρόθυμους να αντιμετωπίσουν δύσκολα ζητήματα, εξακολουθεί να είναι σε ισχύ».

Στα άτομα με PTSD, η αμυγδαλή, ένα πρωτόγονο τμήμα του εγκεφάλου που σχετίζεται με τις αντιδράσεις φόβου, είναι υπερδραστήρια. Ο προμετωπιαίος φλοιός, ένα πιο εξελιγμένο τμήμα του εγκεφάλου που επιτρέπει στην ορθολογική σκέψη να υπερνικήσει τον φόβο, υπολειτουργεί. Μελέτες πάνω στην εγκεφαλική απεικόνιση με υγιείς εθελοντές έδειξαν ότι το MDMA έχει τα αντίθετα αποτελέσματα· ενισχύει τις αντιδράσεις του προμετωπιαίου φλοιού και συρρικνώνει εκείνες της αμυγδαλής.

«Νιώθω ευλογημένη που είχα έναν δικηγόρο με μεγάλη κατανόηση και έναν ευφυή δικαστή»

O Ben Sessa, ένας ψυχίατρος που εργάζεται κοντά στο Bristol του Ηνωμένου Βασιλείου, ετοιμάζεται να πραγματοποιήσει μια έρευνα στο Πανεπιστήμιο του Cardiff για να ελέγξει αν τα άτομα με PTSD ανταποκρίνονται στη θεραπεία με MDMA με τον ίδιο τρόπο. Πιστεύει ότι οι αρνητικές εμπειρίες σε νεαρή ηλικία είναι η ρίζα του προβλήματος όχι μόνο όσον αφορά το PTSD, αλλά και πολλές άλλες ψυχικές διαταραχές, και θεωρεί ότι τα ψυχεδελικά ναρκωτικά δίνουν στους ασθενείς τη δυνατότητα να επεξεργαστούν εκ νέου αυτές τις αναμνήσεις.

«Ασκώ την ψυχιατρική είκοσι χρόνια τώρα και όλοι οι ασθενείς μου κουβαλούν κάποιο τραύμα από το παρελθόν τους», λέει. «Κατά τη γνώμη μου, η παιδική κακοποίηση είναι η αιτία πίσω από τις ψυχικές ασθένειες. Αφού διαμορφωθεί η προσωπικότητα ενός ατόμου κατά την εφηβεία και τα αρχικά στάδια της ενηλικίωσης, είναι πολύ δύσκολο να ενθαρρύνεις έναν ασθενή ώστε να αλλάξει τον τρόπο σκέψης του». Αυτό που καταφέρνουν τα ψυχεδελικά ναρκωτικά, περισσότερο από κάθε άλλη θεραπεία, όπως λέει, είναι ότι δίνουν την ευκαιρία στον ασθενή να πατήσει το «κουμπί επανεκκίνησης» και να «αφηγηθεί» την προσωπική του ιστορία από διαφορετική σκοπιά.

Ο Sessa σχεδιάζει μια ξεχωριστή μελέτη που θα εξετάσει τις δυνατότητες του MDMA ως θεραπεία κατά του συνδρόμου εξάρτησης από το αλκοόλ· θα ακολουθήσει δηλαδή το ίδιο μονοπάτι που πήρε ο Humphrey Osmond με την έρευνά του πάνω στο LSD πριν από 60 χρόνια.

Ο ίδιος πιστεύει ότι η ψυχιατρική θα ήταν πολύ διαφορετική σήμερα αν η έρευνα με ψυχεδελικά ναρκωτικά είχε συνεχιστεί ανεμπόδιστη στη δεκαετία του '50. Έκτοτε, οι ψυχίατροι στράφηκαν στα αντικαταθλιπτικά, στους σταθεροποιητές διάθεσης και στα αντιψυχωσικά. Αυτά τα φάρμακα, είπε, βοηθούν στη διαχείριση της κατάστασης του ασθενούς, αλλά δεν είναι θεραπευτικά και ταυτοχρόνως έχουν επικίνδυνες παρενέργειες.

«Έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε την ψυχιατρική σαν έναν κλάδο της ιατρικής που παρέχει παρηγορητική αγωγή», λέει ο Sessa. «Είναι σαν να λέμε "θα είμαστε πάντα δίπλα σου. Στρέφεσαι σε εμάς στα είκοσί σου γιατί έχεις σοβαρή διαταραχή άγχους. Εμείς θα σε φροντίζουμε μέχρι τα εβδομήντα σου". Συνηθίσαμε όλοι σ' αυτό. Και νομίζω ότι υποτιμούμε και τους ασθενείς μας».

Θα μπορέσουν ποτέ τα ψυχεδελικά ναρκωτικά να ξαναγίνουν φάρμακα; O σύλλογος MAPS προσφέρει στήριξη στις ψυχοθεραπευτικές δοκιμές με MDMA για την αντιμετώπιση του PTSD σε ΗΠΑ, Αυστραλία, Καναδά και Ισραήλ και ελπίζει να συγκεντρώσει αρκετά στοιχεία ώστε να πείσει τις ρυθμιστικές αρχές να τα εγκρίνουν μέχρι το 2021. Στο μεταξύ, στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins και το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης γίνονται δοκιμές με ψιλοκυβίνη για την αντιμετώπιση του άγχους σε άτομα με καρκίνο από το 2007.

Πολύ λίγοι ψυχίατροι από όσους ρώτησα σχετικά με τη νόμιμη χρήση ψυχεδελικών στην ψυχοθεραπεία δέχτηκαν να μου πουν τη γνώμη τους. Ανάμεσα στους λίγους που το έκαναν ήταν η Falk Kiefer, ιατρική διευθύντρια του τμήματος Εθιστικής Συμπεριφοράς και Αγωγής κατά του Εθισμού του Κεντρικού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγείας στο Mannheim της Γερμανίας. Είπε ότι κρατούσε τις επιφυλάξεις της για το κατά πόσο τα ναρκωτικά έχουν την ικανότητα να αλλάξουν τη συμπεριφορά των ασθενών. «Η ψυχεδελική θεραπεία μπορεί να σε βοηθήσει να εμβαθύνεις περισσότερο και να δεις τον κόσμο από μια άλλη οπτική. Καλό είναι αυτό, αλλά δεν οδηγεί στην εκμάθηση νέων στρατηγικών αντιμετώπισης του πραγματικού σου κόσμου· τα κλινικά αποτελέσματα θα είναι περιορισμένα».

Ο Carhart-Harris λέει πως ο μόνος τρόπος να αλλάξει γνώμη ο κόσμος είναι αν τα επιστημονικά στοιχεία είναι τόσο αδιάσειστα που δεν θα μπορούν να τα αγνοήσουν οι χρηματοδότες και οι ρυθμιστικές αρχές. «Στόχος είναι να μπορέσουμε να παρουσιάσουμε δεδομένα που να είναι πραγματικά αδιάψευστα, ούτως ώστε όσοι φορείς διατηρούν επιφυλάξεις να αναγκαστούν να δουν τα πράγματα από άλλη σκοπιά και να αρχίσουν να παίρνουν στα σοβαρά όλο αυτό»

***

Μετά από 13 ημέρες κράτησης, η Friederike αφέθηκε ελεύθερη. Εμφανίστηκε στο δικαστήριο τον Ιούλιο του 2010 με κατηγορίες για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών ουσιών και έκθεσης των πελατών της σε κίνδυνο. Η δεύτερη κατηγορία θα μπορούσε να οδηγήσει σε έως και 20 χρόνια φυλάκισης. Αρκετοί νευροεπιστήμονες και ψυχοθεραπευτές κατέθεσαν υπέρ της, ισχυριζόμενοι ότι μια δόση LSD δεν είναι επικίνδυνη και οι επιπτώσεις της δεν αξιολογούνται ως επικίνδυνες όταν αυτή λαμβάνεται σε ελεγχόμενο περιβάλλον (το MDMA δεν συμπεριλαμβανόταν στις κατηγορίες).

Ο δικαστής δέχτηκε ότι η Friederike χορηγούσε ναρκωτικά στους πελάτες της στο πλαίσιο ψυχοθεραπευτικής αγωγής, φροντίζοντας για την υγεία τους και θέλοντας το καλό τους, και την έκρινε ένοχη για διακίνηση LSD, αλλά όχι για την έκθεση τρίτων σε κίνδυνο. Για την παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών της επιβλήθηκε πρόστιμο 2.000 ελβετικών φράγκων και καταδικάστηκε σε δεκαέξι μήνες φυλάκισης με διετή αναστολή.

«Νιώθω ευλογημένη που είχα έναν δικηγόρο με μεγάλη κατανόηση και έναν ευφυή δικαστή», λέει. Θεωρεί ότι ακόμα και η γυναίκα που την κατέδωσε στην αστυνομία ήταν ευλογία, μιας και η υπόθεσή της της έδωσε την ευκαιρία να μιλήσει ανοιχτά για τη δουλειά της με τα ψυχεδελικά ναρκωτικά. Περιστασιακά, δίνει διαλέξεις σε συνέδρια για τα ψυχεδελικά και είναι συγγραφέας ενός βιβλίου που μιλά για την εμπειρία που είχε, το οποίο ελπίζει να αποτελέσει έναν οδηγό προς άλλους ψυχοθεραπευτές για το πώς να χρησιμοποιούν τις ουσίες στη δουλειά τους με ασφάλεια.

Περισσότερα από το VICE

Έτσι Ήταν οι Πρώτες Ημέρες μου στον Κορυδαλλό Όταν με Συνέλαβαν για Εμπόριο Ναρκωτικών

Το MDMA και η Εξέλιξη του Εcstasy στον 21ο Αιώνα

Σύμφωνα με τους Επιστήμονες το να Λες «Σε Αγαπώ» Κάνει το Σεξ Καλύτερο

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Περισσότερα από το VICE
Vice Channels