ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Stuff

Από το 1824 Μέχρι Σήμερα η Ελλάδα Γιορτάζει την Παγκόσμια Μέρα Κατά της Διαφθοράς

​Αυτά είναι τα δέκα ελληνικά σκάνδαλα που πρέπει να ξέρεις.

Κείμενο Θοδωρής Χονδρόγιαννος
09 Δεκέμβριος 2016, 9:07am

Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Διεθνούς Διαφάνειας, η Ελλάδα βρίσκεται στην 58η θέση της παγκόσμιας κατάταξης για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Αν και η χώρα κατάφερε να τη μειώσει σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο (το 2014 βρισκόταν στην 69η θέση), η διαφθορά μάλλον παραμένει ένα σημαντικό πρόβλημα στις σχέσεις μεταξύ διοίκησης και ιδιωτών. Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα κατά της διαφθοράς, συγκεντρώσαμε 10 (αν λέγαμε τα 10, θα λέγαμε ψέματα) σκάνδαλα που πρέπει να ξέρεις από τη νεοελληνική ιστορία:

Σκάνδαλο ναυπήγησης ελληνικών φρεγατών (1824)

To πρώτο μεγάλο σκάνδαλο έλαβε χώρα στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Χάρη στα χρήματα του αγγλικού δανείου του 1824, οι Έλληνες με προτροπή του Ανδρέα Μιαούλη αποφάσισαν να παραγγείλουν μία σειρά ατμοκίνητων πολεμικών πλοίων για την ενίσχυση του Αγώνα. Σε αυτά περιλαμβάνονταν δύο φρεγάτες, τις οποίες ανέλαβαν να ναυπηγήσουν Αμερικανοί ναυπηγοί. Οι τελευταίοι ζήτησαν παράνομα 50.000 λίρες επιπλέον για να παραδώσουν τα πλοία. Για να μην χαθεί χρόνος, η ελληνική πλευρά έστειλε στη Νέα Υόρκη τον τραπεζίτη Αλέξανδρο Κοντόσταυλο, ο οποίος τελικά δεν κατάφερε να λύσει το πρόβλημα. Η διαφορά πήγε σε διαιτησία, που αποτελούμενη αποκλειστικά από Αμερικανούς δικαίωσε τους ομοεθνείς ναυπηγούς, ζητώντας από τους Έλληνες να καταβάλουν άλλα 156.859 δολάρια. Τελικά οι τελευταίοι κατάφεραν να πάρουν τη μία μόνο φρεγάτα, που ονομάστηκε «Ελλάς». Τη δεκαετία του 1830 πολλοί κατηγόρησαν τον Κοντόσταυλο για διαφθορά και χρηματισμό από τους Αμερικανούς ώστε να μην ενεργοποιήσει τις ρήτρες προστασίας που προβλέπονταν στη σύμβαση ναυπήγησης. Ο ίδιος καταδικάστηκε σε πρόστιμο 174.000 δραχμών και διέφυγε στην Κωνσταντινούπολη. Η δίκη επαναλήφθηκε μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου, όταν και ο ίδιος απαλλάχθηκε από κάθε δικαστικό βάρος

10-skandala-ellada-prepei-na-ksereis-body-image-1481276421

Ο τραπεζίτης Αλέξανδρος Κοντόσταυλος

Σιμωνιακά (1875)

Ένα από τα πρώτα σκάνδαλα συνδιαλλαγής μεταξύ Κράτους και εκπροσώπων της Εκκλησίας. Το 1875 οι Ιωάννης Βαλασόπουλος και Βασίλειος Νικολόπουλος, υπουργοί Εκκλησιαστικών και Δικαιοσύνης αντίστοιχα της κυβέρνησης Βούλγαρη, δωροδοκήθηκαν με χρήματα, μετοχές και κοσμήματα από ιερείς που ήθελαν να προωθηθούν σε χηρεύουσες μητροπόλεις. Σύντομα η δωροδοκία αποκαλύφθηκε και ακολούθησε τη δικαστική οδό. Οι δύο υπουργοί αλληλοκατηγορήθηκαν, αντάλλαξαν ύβρεις και τελικά πλακώθηκαν στο δικαστήριο. Αμφότεροι καταδικάστηκαν σε φυλάκιση, πρόστιμο και στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων τους, ενώ οι ιερείς απομακρύνθηκαν από την Εκκλησία.

Σκάνδαλο Χατζηπάνου (1950)

Έμεινε γνωστό στην ιστορία ως «υπόθεσις των καυσίμων». Ο Πάνος Χατζηπάνος διετέλεσε βουλευτής Ευβοίας και υπουργός Μεταφορών την περίοδο 1949-1950. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, η κυβέρνηση αποφάσισε να αναθέσει τη διανομή πετρελαίου σε ιδιώτες μετά τη διενέργεια μειοδοτικού διαγωνισμού. Αφού έγινε ο διαγωνισμός, ο Χατζηπάνος αρνήθηκε να υπογράψει τις σχετικές συμβάσεις με τους μειοδότες και, παρά τις αντίθετες συστάσεις υψηλόβαθμων στελεχών του υπουργείου, προχώρησε σε απευθείας ανάθεση σε μία άλλη εταιρεία. Εταίρος της τελευταίας ήταν η Όλγα Κυριαζοπούλου, φίλη του υπουργού. Στο Ειδικό Δικαστήριο ο Χατζηπάνος κρίθηκε ένοχος απιστίας κατά του Δημοσίου άνευ ιδιοτέλειας και καταδικάστηκε σε δύο μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή. Οι συγκατηγορούμενοί του Όλγα Κυριαζοπούλου και Βασίλειος Σκόπας κηρύχθηκαν ένοχοι για ηθική αυτουργία και συνέργεια στην απιστία του Χατζηπάνου. Το σκάνδαλο Χατζηπάνου ήταν η δεύτερη περίπτωση καταδίκης Υπουργού από το Ειδικό Δικαστήριο στην ιστορία του νέου ελληνικού κράτους μετά τα Σιμωνιακά του 1876.

Υπόθεση Ασπίδα (1965)

Το 1965 η συντηρητική εφημερίδα της Λάρισας «Ημερήσιος Κήρυξ» αποκάλυψε ότι υπάρχει μυστική οργάνωση αριστερών αποκλίσεων στο στρατό με το όνομα ΑΣΠΙΔΑ (Αξιωματικοί Σώσατε Πατρίδα, Ιδανικά, Δημοκρατία, Αξιοκρατία), στην οποία συμμετείχαν στρατιωτικοί της δημοκρατικής παράταξης που ήθελαν να ανατρέψουν τη βασιλεία και να εγκαθιδρύσουν δικτατορία. Σύμφωνα με τον τύπο της εποχής, στην οργάνωση συμμετείχε κι ο Ανδρέας Παπανδρέου, γιος του τότε πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου. Η υπόθεση έφτασε στη στρατιωτική δικαιοσύνη, όπου αποδείχθηκε μεν η ύπαρξη της οργάνωσης, θεωρήθηκε ωστόσο ότι δεν είχε πολιτικές επιδιώξεις. Ακόμη, το δικαστήριο απέρριψε τη συμμετοχή του Ανδρέα Παπανδρέου. Παρόλα αυτά, η υπόθεση χρησιμοποιήθηκε αργότερα από τα Ανάκτορα με στόχο την ενοχοποίηση φιλοπαπανδρεϊκών αξιωματούχων με την κατηγορία ότι σκόπευαν να εγκαθιδρύσουν «δικτατορία νασερικού τύπου». Ακολούθησε κύρια ανάκριση και δίκη, όπου ορισμένοι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε κάθειρξη έως και 18 ετών. Η υπόθεση έκλεισε το Δεκέμβριο του 1967 όταν και δόθηκε αμνηστία από τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο.

Το γιουγκοσλάβικο καλαμπόκι (1986)

Ένα από τα πρώτα σκάνδαλα της διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ. Το 1986 η ελληνική κρατική εταιρεία ITCO βάφτισε ελληνικούς 9.000 τόνους γιουγκοσλάβικου καλαμποκιού, με σκοπό να αποφύγει την πληρωμή αντισταθμιστικής εισφοράς, ύψους 182 εκατομμυρίων δραχμών, και να επωφεληθεί από την υψηλή τιμή πώλησης και την καταβολή κοινοτικών επιδοτήσεων. Στην προσπάθειά τους να διαβεβαιώσουν την ΕΟΚ και τους αγοραστές ότι το καλαμπόκι είναι ελληνικό, οι ελληνικές αρχές φρόντισαν να πλαστογραφήσουν όλα τα απαραίτητα έγγραφα. Οι παραπάνω ενέργειες —που προκάλεσαν οικονομική ζημία στην ΕΟΚ— έγιναν εν γνώσει του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών Νίκου Αθανασόπουλου, που θα μείνει στην ιστορία για την φράση που φέρεται να είπε σε Βέλγο αξιωματούχο της ΕΟΚ: «Όταν εμείς οι Έλληνες χτίζαμε Παρθενώνες, εσείς οι βάρβαροι τρώγατε βελανίδια».

Όμως οι παλικαρισμοί δεν έπιασαν τόπο στα ευρωπαϊκά φόρα και η υπόθεση πήρε διαστάσεις μετά από μήνυση αλλοδαπής εταιρείας. Η Κομισιόν άρχιζε να πιέζει την Ελλάδα για να δώσει εξηγήσεις. Ο τότε Υπουργός Εξωτερικών Κάρολος Παπούλιας αρνήθηκε να δώσει εξηγήσεις και τότε η Κομισιόν προσφέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Η Ελλάδα δεν παρέστη στη διαδικασία και στις 9 Μαΐου 1989 δικάσθηκε ερήμην και καταδικάστηκε. Η ζημιά για το ελληνικό κράτος ανήλθε σε 600.000.000 δραχμές. Ο Νίκος Αθανασόπουλος παραπέμφθηκε στο Ειδικό Δικαστήριο και καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών ετών και έξι μηνών. Την ημέρα έκδοσης της απόφασης, οπαδοί του ΠΑΣΟΚ είχαν συγκεντρωθεί έξω από τον Άρειο Πάγο φωνάζοντας «Αίσχος, Αίσχος!» και τραγουδώντας το «Πότε θα κάνει ξαστεριά». Παρά την καταδίκη του, ο 67χρονος τότε Αθανασόπουλος επανήλθε στην πολιτική, αφού για τον μέσο ψηφοφόρο του ΠΑΣΟΚ ήταν ένας ήρωας που τον εκδικήθηκε η Δεξιά. Πράγματι, το 1990 κι ενώ εξέτιε ακόμα την ποινή του, εξελέγη στην Κεντρική Επιτροπή του ΠΑΣΟΚ στο 2ο Συνέδριο του κινήματος. Στις εκλογές του 1993 εξελέγη πανηγυρικά βουλευτής της Β' Αθηνών με 116.474 σταυρούς. Στις 17 Ιανουαρίου του 1994, η Βουλή με πλειοψηφία του ΠΑΣΟΚ του απένειμε χάρη.

Σκάνδαλο Κοσκωτά (1987-1992)

Στα τέλη της δεκαετίες του '70 ο Γιώργος Κοσκωτάς επιστρέφει στην Ελλάδα από τις ΗΠΑ και αναλαμβάνει, σε ηλικία μόλις 25 ετών, καθήκοντα Διευθυντής Συναλλάγματος στην Τράπεζα Κρήτης. Πολύ γρήγορα αρχίζει να χτίζει την «αυτοκρατορία» του. Αγοράζει τον δημοσιογραφικό οργανισμό «Γραμμή Α.Ε.» , αποκτά το πλειοψηφικό πακέτο του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κρήτης και εξαγοράζει την ΠΑΕ Ολυμπιακός από τον εφοπλιστή Σταύρο Νταϊφά.

Την «επιθετική πολιτική» του Κοσκωτά στο χώρο των ΜΜΕ ακολουθούν καταγγελίες ανταγωνιστικών μέσων ενημέρωσης που υποστηρίζουν ότι τα χρήματα εξαγοράς πολλών επιχειρήσεων ήταν προϊόν ύποπτων συναλλαγών. Παρότι η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ αρνούταν να κινήσει διαδικασίες για φορολογικό έλεγχο του Κοσκωτά, γρήγορα αποκαλύφθηκε ότι ο τελευταίος έχει υπεξαιρέσει από την Τράπεζα Κρήτης 33,5 δισεκατομμύρια δραχμές, με τα οποία αγόραζε επιχειρήσεις και δωροδοκούσε δημόσια πρόσωπα. Ένας από αυτούς ήταν και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ Μένιος Κουτσόγιωργας, ο οποίος, σύμφωνα με την κατάθεση του στενού συνεργάτη του Κοσκωτά, Ιωάννη Μαντζουράνη, δωροδοκήθηκε με δύο δισεκατομμύρια δραχμές, με σκοπό να φέρει στη βουλή τον «Κουτσονόμο» (Ν. 1806/88), μία νομοθετική ρύθμιση που παρείχε στον ήδη υπό εξέταση Κοσκωτά προνόμια σε σχέση με τον έλεγχο της Τράπεζα Κρήτης. Εκτός του Κουτσόγιωργα, στο Ειδικό Δικαστήριο παραπέμφθηκαν οι Ανδράς Παπανδρέου, Δημήτρης Τσοβόλας, Γιώργος Πέτσου και Παναγιώτης Ρουμελιώτης, όλοι τους στελέχη του ΠΑΣΟΚ. Από αυτούς, ο Κουτσόγιωργας πέθανε μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο κατά τη διάρκεια της δίκης. Αθώος κρίθηκε ο Παπανδρέου, ενώ ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης δεν δικάστηκε χάρη στην ευρωβουλευτική ασυλία του. Ένοχοι κρίθηκαν οι Δημήτρης Τσοβόλας και Γεώργιος Πέτσος.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου για το σκάνδαλο Κοσκωτά στην βουλή.

Χρηματιστηριακό Κραχ (1999)

Η ένταξη της Ελλάδας στους μηχανισμούς της ΟΝΕ και η ανάληψη των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 προκάλεσε πρωτοφανή χρηματιστηριακή ευφορία το 1999, όταν οι μισοί Έλληνες συμβούλευαν τους άλλους μισούς για επενδύσεις στη Σοφοκλέους. Ακόμη και σε μικρά χωριά ξεπετάγονταν γραφεία αγοράς και πώλησης μετοχών, ενώ πολλές μικρές εταιρείες άρχισαν να εισάγονται en bloc στο Χρηματιστήριο. Το καλοκαίρι του 1999, οι ενεργοί κωδικοί επενδυτών στο ΧΑΑ έφτασαν το 1,5 εκατ., όταν οι Έλληνες εργαζόμενοι υπολογίζονται σε περίπου 4,6 εκατομμύρια. Η συνέχεια ωστόσο δεν ήταν ανάλογη. Η πτώση του γενικού δείκτη ξεκίνησε στις 23 Σεπτεμβρίου και συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια, εξανεμίζοντας την αξία των μετοχών. Πολλές από τις μετοχές που είχαν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο αποδείχτηκαν «φούσκες», καθώς αφορούσαν σε εταιρείες χωρίς έργο που αντλούσαν την αξία τους αποκλειστικά από την ελκυστική εικόνα τους στο χρηματιστήριο. Η μεγάλη υποχώρηση -που ήταν χρηματιστηριακού χαρακτήρα και δεν συνδεόταν με τραπεζική ή οικονομική κρίση- των τιμών των μετοχών οφειλόταν σε ένα «ξεφούσκωμα» μίας υπερβολικής ανόδου των αποτιμήσεων και οδήγησε στην οικονομική καταστροφή πολλών νεόπλουτων νεοελλήνων.

Μεταλλεία Κασσάνδρας (2003)

Αποτελεί μία από τις πολλές περιπτώσεις όπου το ελληνικό κράτος θεωρήθηκε ότι προβαίνει πλαγίως σε παράνομη κρατική ενίσχυση προς επιχείρηση κατά παράβαση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Συγκεκριμένα, το 2003 το ελληνικό δημόσιο αγόρασε τα Μεταλλεία Κασσάνδρας από την εταιρεία TVX Hellas έναντι 11 εκατομμυρίων ευρώ, για να τα μεταπωλήσει την ίδια μέρα και στην ίδια τιμή στην εταιρεία Ελληνικός Χρυσός, θυγατρική της Ελληνικής Τεχνοδομικής. Το πρόβλημα με την εν λόγω πώληση ήταν ότι έγινε χωρίς να προηγηθεί δημόσιος διαγωνισμός όπως επέβαλε το Ευρωπαϊκό δίκαιο, ενώ μαζί με τα μεταλλεία μεταβιβάστηκαν και 70 ακόμη δημόσια περιουσιακά στοιχεία χωρίς κανένα επιπλέον αντίτιμο. Έξι μήνες μετά την πώληση, η αξία των στοιχείων ενεργητικού των Μεταλλείων Κασσάνδρας εκτιμούνταν σε 408 εκατομμύρια ευρώ, γεγονός που έδειξε ότι η πώλησή τους έγινε σε πολύ χαμηλή τιμή που δεν θα γινόταν δεκτή σε αντίστοιχη συναλλαγή μεταξύ ιδιωτών. Ως εκ τούτου, οι ευνοϊκές και παράνομες συνθήκες μεταβίβασης θεωρήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή παράνομη κρατική ενίσχυση, με συνέπεια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να οδηγήσει το Ελληνικό Δημόσιο ενώπιον του Ευρωπαϊκου Δικαστηρίου.

Μονή Βατοπεδίου (δεκαετία 2000)

Μία από τις σημαντικότερες παράνομες συνδιαλλαγές μεταξύ κρατικών αξιωματούχων και εκπροσώπων της Εκκλησίας. Οι δύο πλευρές ουσιαστικά κατέστρωσαν ένα σχέδιο μέσω του οποίου ακίνητα του δημοσίου θα περνούσαν με μία σειρά παράνομων δοσοληψιών στην ιδιοκτησία της Μονής Βατοπεδίου. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η μονή επρόκειτο να εγείρει αξιώσεις ιδιοκτησίας στη λίμνη Βιστωνίδα και τις παραλίμνιες εκτάσεις της (27.000 στρέμματα συνολικά), επικαλούμενη δικαιώματα από τα αυτοκρατορικά χρυσόβουλα της βυζαντινής εποχής. Το κράτος θα προχωρούσε αργότερα σε ανταλλαγές ακινήτων του Δημοσίου έναντι της λιμνοθάλασσας και των περί αυτής εκτάσεων. Για να παραιτηθεί κάθε δικαιώματος από την περιοχή της λίμνης, η Μονή Βατοπεδίου πήρε δύο κτίρια στο Ολυμπιακό Χωριό, συνολικού εμβαδού 20.664 τ.μ., καθώς και 8.600 στρέμματα στην περιοχή της Ουρανούπολης με αντίτιμο 1,1 εκατομμύριο ευρώ. Αποδέκτες και διαχειριστές των ακινήτων ήταν μία σειρά από offshore εταιρείες. Η σχετική δικαστική απόφαση που ακολούθησε υποστήριξε ότι η λίμνη Βιστωνίδα και οι παραλίμνιες εκτάσεις της ανήκαν εξ'αρχής στο Δημόσιο, με αποτέλεσμα το τελευταίο να βγει ζημιωμένο από τις παραπάνω συναλλαγές, οι οποίες στη συνέχεια, ακυρώθηκαν.

Λίστα Λαγκάρντ (2012)

To 2010 οι γαλλικές αρχές παρέδωσαν στην Ελλάδα την περιβόητη Λίστα Λαγκάρντ (Λίστα Φαλσιανί), που περιείχε περίπου 2.000 αρχεία με τα ονόματα Ελλήνων καταθετών στην Ελβετία. Η λίστα δόθηκε με σε CD. Μερικά από αυτά τα ονόματα επιλέγησαν από τον τότε υπουργό Οικονομικών Γιώργο Παπακωνσταντίνου και παραδόθηκαν σχεδόν στο ΣΔΟΕ, ενώ ολόκληρη η λίστα δόθηκε στο ΣΔΟΕ ένα χρόνο αργότερα, σε μορφή USB. Όταν στα τέλη του 2012 ο Γιάννης Στουρνάρας ζήτησε εκ νέου τη λίστα από τις γαλλικές αρχές, αποδείχθηκε ότι από τη λίστα που είχε παραδώσει ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου είχαν αφαιρεθεί τρία ονόματα και δύο λογαριασμοί συγγενικών του προσώπων. Επρόκειτο για την ξαδέρφη του, Ελένη Παπακωνσταντίνου, το σύζυγο της τελευταίας, Συμεών Σικιαρίδη, και τον Ανδρέα Ρωσσώνη, συζύγο της Μαρίνας Παπακωνσταντίνυ, έτερης ξαδέρφης του Γιώργου Παπακωνσταντίνου. Το αποτέλεσμα ήταν η αλλοιωμένη λίστα να περιλαμβάνει 2059 ονόματα, ενώ η αυθεντική είχε 2062. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Επιτροπή Ελέγχου Πόθεν Έσχες της Βουλής, η οποία απέρριψε τη συνέχιση των ερευνών με ψήφους επτά κατά έναντι έξι υπέρ.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Φωτογραφίες Από τη Ζωή σε Μια Κατάληψη Ναρκωτικών στη Βαρκελώνη

Ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης Λύνει Εγκλήματα, Μελετώντας Σύμβολα και Αριθμούς

Όσα Έζησα στις Εκλογές ως Γραμματέας Δικαστικού Αντιπροσώπου σε Ένα Χωριό

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Tagged:
Λίστα Λαγκάρντ
Πολιτική
Ανδρέας Παπανδρέου
σκάνδαλα
Γιώργος Παπακωνσταντίνου
χρηματιστηριακό κραχ
Κοσκωτάς
Μονή Βατοπεδίου
Γιουγκοσλάβικο Καλαμπόκι
Σκάνδαλο Κοσκωτά
Υπόθεση Ασπίδα