Carlo Celadonsequestro
Illustrazione di Massimiliano Marzucco.
Έγκλημα

Η Tρομακτική Iστορία της Mεγαλύτερης Aπαγωγής της Mαφίας

Ο Carlo Celadon ήταν 19 ετών, όταν η Ndrangheta τον απήγαγε από το σπίτι του. Τον άφησαν ελεύθερο μετά από 831 μέρες.
Niccolò Carradori
Κείμενο Niccolò Carradori
21 Φεβρουάριος 2020, 1:09am

Ο Carlo Celadon ήταν στο σπίτι του, στη μικρή ιταλική πόλη Αρτζινιάνο, κι έτρωγε μόνος του. Ο πατέρας του 19χρονου, ο Candido Celadon, πλούσιος επιχειρηματίας, ήταν διακοπές με την αδελφή του και ο μεγάλος αδελφός του, Carlo, έλειπε για τον μήνα του μέλιτος. Ξαφνικά, τέσσερις ένοπλοι μπήκαν στο σπίτι. Τον έδεσαν, τον έκλεισαν στο πορτμπαγκάζ ενός αυτοκινήτου και έφυγαν. Εκείνο το βράδυ, στις 25 Ιανουαρίου του 1988, ο Carlo έγινε θύμα της μεγαλύτερης σε διάρκεια απαγωγής στην ιστορία της Ιταλίας.

Οι τέσσερις άντρες ήταν μέλη της 'Ndrangheta, μιας ισχυρής μαφιόζικης οργάνωσης από την Καλαβρία. Σήμερα, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο εμπόριο ναρκωτικών, ειδικεύονται στην κοκαΐνη και έχουν ετήσιο τζίρο γύρω στα 44 δισεκατομμύρια ευρώ. Πριν όμως φτάσουν εκεί, έβγαζαν λεφτά απάγοντας μέλη πλούσιων οικογενειών και ζητώντας λύτρα. Κατά τη λεγόμενη εποχή των απαγωγών, από τα τέλη του ‘60 μέχρι τις αρχές του ‘90, περίπου 700 άτομα είχαν απαχθεί.

Ο Ιταλός δημοσιογράφος Pablo Trincia έκανα αναπαράσταση της ιστορίας του Carlo, μια ιστορία μαρτυρίου και πάλης, σε ένα επεισόδιο του ιταλικού podcast Buio. «Αυτή η περίοδος σηματοδοτεί ένα σημείο καμπής στην άνοδο των φατριών της μαφίας», μου είπε ο Trincia τηλεφωνικώς. «Η ‘Ndrangheta έφτιαξε ένα πραγματικό σύστημα γύρω από τις απαγωγές, που περιλάμβανε την επανεπένδυση των κερδών σε πιο κερδοφόρες παράνομες δραστηριότητες, όπως επενδύσεις σε ακίνητα και εμπόριο ναρκωτικών».

Εκείνο το βράδυ του Γενάρη του 1988, οι απαγωγείς του Carlo οδήγησαν 17 ώρες σερί ως το Ασπρομόντε στην Καλαβρία, όπου είναι η βάση της ‘Ndrangheta. Εκεί τον άφησαν σε μια μικρή τρύπα που έσκαψαν στο έδαφος, με μόνο μια σακούλα ψωμί. Ο Carlo ήξερε από τις ειδήσεις ότι οι απαγωγές μπορούσαν να κρατήσουν μέχρι έξι μήνες, καθώς οι διαπραγματεύσεις και η οργάνωση της απόδοσης των λύτρων έπαιρνε χρόνο. «Περίμενα να υποφέρω για πολύ καιρό», λέει στο podcast.

Παγιδευμένος καθώς ήταν στην τρύπα, μια ανάμνηση επανερχόταν ξανά και ξανά στο μυαλό του. Ένα βράδυ έτρωγε με τον μπαμπά του και έβλεπαν ειδήσεις για έναν όμηρο που είχε απελευθερωθεί για λύτρα. Ρώτησε τον πατέρα του τι θα έκανε αν ήταν σε αυτή τη θέση. Ο Candido τον κοίταξε στα μάτια, κούνησε το κεφάλι πέρα δώθε, υπονοώντας ότι ποτέ δεν θα πλήρωνε. «Φοβόμουν ότι θα με άφηνε να πεθάνω», είπε ο Carlo.

Στην πραγματικότητα, ο πατέρας του γύρισε άρον άρον από τις διακοπές, να κάνει ό, τι μπορούσε για να σώσει τον γιο του. Επί μέρες, η οικογένεια δεχόταν τηλεφωνήματα από απατεώνες που έλεγαν ψέματα ότι κρατούσαν τον Carlo. Οι Celadon περίμεναν με αγωνία τρεις μήνες μέχρι να έρθουν σε επαφή οι απαγωγείς. Τότε, ένας άντρας με το όνομα Agip ζήτησε πέντε δισεκατομμύρια λίρες για να τον απελευθερώσει, δηλαδή 2.6 εκατομμύρια ευρώ.

Αλλά ο Carlo δεν είχε ιδέα για όλα αυτά. Αυτούς τους μήνες σιωπής, οι απαγωγείς έτρεφαν τους πιο σκοτεινούς του φόβους, του έλεγαν ότι ο μπαμπάς του αρνιόταν να πληρώσει. Του ζήτησαν να γράψει γράμματα στον πατέρα του ικετεύοντας να βοηθήσει, γράμματα που δεν παραδόθηκαν ποτέ. Όταν ο Candido ζήτησε αποδείξεις ότι ο γιος του ήταν ζωντανός πριν αρχίσει τις διαπραγματεύσεις, του έδωσαν μια κασέτα όπου ο Carlo τον κατηγορούσε ότι τον εγκατέλειψε και ότι σκεφτόταν μόνο τα λεφτά του.

Μετά το πρώτο τηλεφώνημα, ο εισαγγελέας της περιοχής, Tonino De Silvestri, ανέλαβε την υπόθεση. «Υπήρχαν δυο σχολές σκέψης», εξήγησε ο De Silvestri στο podcast. «Κάποιοι πίστευαν ότι θα έπρεπε να παγώσουν τα περιουσιακά στοιχεία της οικογένειας (για να πιεστούν οι εγκληματίες ώστε να μη ζητάνε λύτρα) και να αποφευχθεί κάθε επαφή. Άλλοι έλεγαν να το αφήσουν στην οικογένεια». Ο De Silivestri επέλεξε έναν συμβιβασμό, στην αρχή πάγωσε τα περιουσιακά στοιχεία της οικογένειας αλλά άφησε τον Candido να κάνει συνεννοήσεις με τους απαγωγείς. Η ιδέα ήταν ότι η αστυνομία θα τους έπιανε την ημέρα της ανταλλαγής.

Πέρασαν μήνες και ο Carlo παρέμενε στην τρύπα. «Η μυρωδιά από το φαγητό μου προσέλκυε ποντίκια έτσι έμενα σε μια γωνιά», είπε στον Trincia. «Έβαζα ένα κομμάτι τυρί κάτω από ένα ποτήρι και όταν έρχονταν τα ποντίκια τους έλιωνα τα κεφάλια. Δυο φορές μπήκαν φίδια.. .ήξερα ότι αν με δάγκωναν και μολυνόμουν οι απαγωγείς δεν θα με πήγαιναν στο νοσοκομείο». Μια άλλη φορά, ο Carlo παραλίγο να πνιγεί κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας, καθώς η τρύπα γέμισε νερό. «Φώναξα, ούρλιαζα όσο πιο δυνατά μπορούσα, αλλά καμία απόκριση».

Κάποια στιγμή, ο Candido και ο Agip συμφώνησαν να συναντηθούν. Ο Candido ακολούθησε τις οδηγίες και άφησε τα λεφτά αλλά δεν του παρέδωσαν τον Carlo. Η αστυνομία που βρισκόταν εκεί κοντά, ακολούθησε τους άντρες που πήραν τα λύτρα σε ένα μικρό σπίτι και συνέλαβε πέντε άτομα. Αλλά ο Carlo και τα λεφτά ήταν ήδη άφαντα.

Λίγο πριν την έφοδο, η συμμορία είχε μεταφέρει τον Carlo σε μια σπηλιά στο δάσος. Για επτά μηνες, κάθε επικοινωνία σταμάτησε. Η οικογένεια του Carlo φοβόταν ότι ήταν νεκρός. Τελικά ο Agip επικοινώνησε ξανά, ζητώντας άλλα 5 δισεκατομμύρια λίρες. Ο τόνος του Agip γινόταν όλο και πιο βίαιος. «Πες μου αν δεν θες να πληρώσεις και θα σου παραδώσουμε το κεφάλι του», είπε στον Candido.

Μήνες αργότερα, κανονίστηκε άλλη μια συνάντηση. Ο Cnadido είχε διαπραγματευτεί και είχε κατεβάσει τα λίτρα στα 2 δισεκατομμύρια λίρες (1 εκατομμύριο ευρώ). Το πρωί της 4ης Μαΐου 1990, 831 μέρες μετά την απαγωγή του, ο Carlo αφέθηκε ελεύθερος.

«Με πήγαν σε έναν αυτοκινητόδρομο και με άφησαν πεσμένο στο έδαφος», θυμάται. Ένας οδηγός τον είδε και πήρε την αστυνομία. Τότε ο Carlo είχε χάσει 30 κιλά και δεν μπορούσε να σταθεί. Αρνήθηκε να μιλήσει στον μπαμπά του στο τηλέφωνο, ακόμα πεπεισμένος ότι τον κράτησαν τόσο καιρό επειδή ο πατέρας του αρνιόταν να πληρώσει.

«Αυτό που μου έκανε εντύπωση στην ιστορία του Carlo», λέει ο Trincia, «ήταν το πώς κατάφερε να μην τρελαθεί. Επιβίωσε δυόμιση χρόνια σε μια τρύπα και το μόνο που είχε να κάνει ήταν να μετράει τα δευτερόλεπτα από το πρωί μέχρι το βράδυ, ενώ σκεφτόταν διαρκώς ότι η οικογένειά του τον είχε εγκαταλείψει και ανά πάσα στιγμή μπορούσαν να τον σκοτώσουν».

Συμφωνα με το Italian Journal of Criminology, οι απαγωγές δεν ήταν μόνο πηγή εισοδήματος για τη ‘Ndrangheta, αλλά έγιναν όπλο για να προκαλεί φόβο στον κόσμο και να κάνει τις αρχές να φαίνονται πιο ανίσχυρες. Η εγκληματική οργάνωση δημιούργησε ένα πιστό δίκτυο ανθρώπων αναδιανέμοντας μέρος των κερδών της σε φτωχά χωριά στο Ασπρομόντε, κι έτσι ήταν δύσκολο να εντοπιστούν οι εγκληματίες.

Ο Trinica είπε ότι λίγα χρόνια αφότου απελευθερώθηκε ο Carlo, οι αρχές βρήκαν και συνέλαβαν τον Agip σε μια έφοδο για ναρκωτικά στη Γερμανία. «Ακούγοντας παγιδευμένα τηλεφωνήματα, η αστυνομία αναγνώρισε τη φωνή του. Αλλά ήταν τυχαίο και τελικά ήταν απλώς ένας από τους πολλούς μεσάζοντες».

Οι υπόλοιποι απαγωγείς εξαφανίστηκαν, παίρνοντας δισεκατομμύρια λίρες.

To άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο VICE Italy.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Η Δίκη για τη Δυσοσμία που «Πνίγει» τη Δραπετσώνα και το Κερατσίνι

Η Έλλη Τρίγγου Θεωρεί το Μπέργκερ Υπερεκτιμημένο

Έφαγα σαν τον Χριστό για μια Eβδομάδα και Έχασα 2,6 Κιλά

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.