ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε πριν από πέντε (ή και περισσότερα) χρόνια
Noisey

Η Άγνωστη Ιστορία των James

Οι James δεν προσπάθησαν ποτέ να είναι κάτι άλλο από μια ποικιλόμορφη ομάδα παλικαριών που προσπαθούν να κάνουν τη μουσική που τους αρέσει.

Κείμενο Oscar Rickett
25 Μάρτιος 2014, 12:00am

Μερικές μπάντες απλώς δεν είναι cool. Οι Coldplay μπορεί να παίζουν Kraftwerk όσο θέλουν, αλλά πάντα θα είναι μια παρέα φοιτητών που προσπαθεί σκληρά υπό την καθοδήγηση ενός ανθρώπου ο οποίος νομίζει ότι μπορεί να ενώσει τις δυνάμεις του με τον Bono και να εξαλείψει τη φτώχια.

Οι James, το συγκρότημα από το Μάντσεστερ, υπεύθυνοι για επιτυχίες που γεμίζουν στάδια όπως οι “Sit Down”, “Say Something” και “Come Home”, δεν προσπάθησαν ποτέ να είναι κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είναι: μια ποικιλόμορφη ομάδα παλικαριών που προσπαθούν να κάνουν τη μουσική που τους αρέσει. Τη δεκαετία του 1980, οι κριτικοί υπερασπίστηκαν το πειραματικό, μεταδοτικό εναλλακτικό folk-pop. Στις αρχές του ’90, όταν αναδείχθηκαν εντυπωσιακά από τη σκηνή του Hacienda και άρχισαν να πουλάνε ντάνες δίσκων, οι James έγιναν το πιο κοινότυπο πράγμα στον κόσμο: ένα εναλλακτικό ποπ συγκρότημα που έκανε μόνο για να παίζει σε στάδια. Είχαν γίνει πιο καλογυαλισμένοι, πιο mainstream καi ίσως πιο βαρετοί, αλλά αλήθεια άξιζαν αυτή την αντίδραση; Εάν τα είχαν παρατήσει νωρίτερα, οι κριτικοί θα τους αντιμετώπιζαν με σεβασμό ανάλογο αυτού προς τα άλλα μεγάλα συγκροτήματα του Μάντσεστερ;

«Είναι ένα πολύ βρετανικό πράγμα. Τους αρέσεις όταν δεν ξέρεις τι κάνεις» μου λέει ο κιθαρίστας LarryGott, αναφερόμενος στην αντίδραση του Τύπου. «Μπαίνεις σε κάτι σκουντουφλώντας σαν κλόουν και αυτό του δίνει την αίσθηση της αυθεντικότητας. Από τη στιγμή που γίνεσαι καλύτερος σε αυτός που κάνεις, χάνεις αυτή την αίσθηση της αυθεντικότητας στα μάτια του παρατηρητή γιατί φαίνεται ότι ξέρεις τι κάνεις».

Ο Τύπος, λέει ο Larry, συμπεριφέρθηκε στους James σαν σε παιδί που το αγαπούν πολύ μέχρι να μεγαλώσει και σε αυτό το σημείο αποφασίζουν ότι είναι «κωλόπαιδο». Ιδρυτικό μέλος και μπασίστας, ο Jim Glennie προσπαθεί να τονίσει ότι οι James ποτέ δεν καλογυαλίστηκαν και πως, ακόμα και τώρα, «αγαπούν το φόβο, το φόβο να είναι πάνω στη σκηνή και να πρέπει να κάνουν κάτι να έχει αποτέλεσμα. Το τελευταίο πράγμα που θα θέλαμε να κάνουμε είναι να δώσουμε λάμψη σε όλα, κάτι που οι περισσότερες μπάντες θέλουν».

Η επιθυμία ανάληψης ρίσκων ήταν παρέα με τους James από την αρχή. Δυο παιδιά από το Moss Side, οι JimGlennie και Paul Gilbertson ίδρυσαν το συγκρότημα το 1982, δύο εβδομάδες αφότου ο Paul, πιστός οπαδός των The Falland Orange Juice (οι James έχουν πάρει το όνομά τους από τον ευφυή James Kirk, τον αρχικό κιθαρίστα των Orange Juice), έπεισε τον Jim, έναν «χούλιγκαν του ποδοσφαίρου» κατά δική του ομολογία, να παίξει μπάσο. Μερικούς μήνες μετά, οι Jim και Paul, 16 ετών τότε, είχαν μπει στη φοιτητική ένωση του Μάντσεστερ. «Είτε σκαρφαλώναμε και μπαίναμε από το παράθυρο εάν μπορούσαμε ή είχαμε κάποιον να μας βάλει μέσα από την πόρτα. Εάν περίμενες αρκετά, κάποιος κακομοίρης φοιτητής θα το έκανε» θυμάται ο Jim. Εκεί, είχαν εντυπωσιαστεί με τον τρόπο που χόρευε ένας φοιτητής, ο Tim Booth: «Ήμουν από το Leeds και με είχαν στείλει σε ένα αγγλικό οικοτροφείο και από εκεί βρέθηκα να σπουδάζω θέατρο στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ. Συνάντησα αυτά τα παιδιά όταν χόρευα σε ένα κλαμπ. Με είδαν να χορεύω και έκλεψαν τη μπύρα μου. Ήταν 16 ετών αλλά ήταν αρκετά τρομακτικοί» λέει ο Tim.

Όταν σταμάτησαν να κλέβουν το ποτό του Tim, οι Jim και Paul του ζήτησαν να πάει να κάνει πρόβες μαζί τους. «Σκεφτήκαμε ότι ήσουν στο πανεπιστήμιο κι οπότε θα μπορούσες να μας βοηθήσεις με τους στίχους μας» λέει ο Jim στον Tim. «Θα κάνει, έξυπνος τύπος!». Την επόμενη μέρα, ο Tim ξύπνησε με τον αριθμό του Paul κακογραμμένο στην παλάμη του. Αγουροξυπνημένος, του τηλεφώνησε και πήγε στο Withington, σε μια προσκοπική καλύβα όπου η μπάντα έκανε πρόβες. Σήμερα, ο Tim το θυμάται καθαρά. «Έτσι κι αλλιώς η μνήμη είναι ένα παραπλανητικό πράγμα, το ξέρουμε αυτό επιστημονικά, αλλά έχω ζωντανές αναμνήσεις από εκείνη τη μέρα. Μέσα σε μια εβδομάδα είχαμε συναυλία για support στους Orange Juice στο Σέφιλντ και εγώ χτυπούσα ένα ντέφι και χόρευα τρομοκρατημένος».

Γρήγορα ο Tim έγινε ο τραγουδιστής: «Ποτέ δεν είχα τραγουδήσει. Ποτέ δεν είχα γράψει ένα στίχο, ποτέ. Έπρεπε να γράψω στίχους γιατί άρχισαν να μου ζητάνε να τραγουδήσω  εκείνα τα τραγούδια με τους πιο άθλιους στίχους. Παραθέτω: ‘Έχω τρόπο με τα κορίτσια, εγώ ο τόσο εμφανίσιμος. Έχω μια φαντασίωση, θέλω να βιαστώ από μια γυναίκα’. Και τον Paul να λέει ‘Πρέπει να το τραγουδήσεις το επόμενο σαββατοκύριακο’ και να λέω ‘Εεεε, μπορώ να αλλάξω τις λέξεις;’ ». Αφήνοντας πίσω τους στίχους που έμοιαζαν με τους πρώιμους των Kasabian, οι James ήταν δύσκολο να γίνουν αντιληπτοί κατά τις αρχές. Σε ένα σόου, ο Tim απλώς διάβασε τους στίχους, οδηγώντας τους μελλοντικούς προωθητές τους να χαρακτηρίσουν την μπάντα «James (Όχι Ποιητής)». Αυτό το βίντεο από μια συναυλία το 1982 στη Hacienda δείχνει την επιρροή τους από τους Orange Juice καθώς και το πόσο μακριά ήταν από ‘συγκρότημα για τα στάδια μόνο’ όπως χαρακτηρίστηκε αργότερα. Όμως ο Jim ήταν ‘τρομοκρατημένος’ από τον Mark E. Smith. Οι The Fall ήταν «απίστευτα υποστηρικτικοί» προς τους James και τακτικά τους έδιναν χρόνο στο κλαμπ όπου έπαιζαν.  Όπως συνέβαινε με πολλές εναλλακτικές μπάντες του ’80, οι James είχαν ισχυρή ‘Κάντο μόνος σου’ φιλοσοφία.

«Τον πρώτο καιρό συνηθίζαμε να μεταφέρουμε τον εξοπλισμό μας. Και θυμάμαι να ταξιδεύω στην Οξφόρδη, στο πίσω μέρος ενός φορτηγού κρεοπωλείου, κάτω από μουσαμά, παράνομα, με τα ντραμς στημένα, κρυώνοντας και με αίμα να βρίσκεται παντού στο πάτωμα γιατί ήταν φορτηγό χασάπη, ένα όχημα που δεν πήγαινε πάνω από 40 μίλια την ώρα. Φθάσαμε τόσο αργά που σχεδόν δεν καταφέραμε να παίξουμε» λέει ο Jim.

Το συγκρότημα κοιμήθηκε σε υπνόσακους στο πίσω μέρος του βαν και ο Larry συνήθιζε να επιτρέπει στην τοπική κοινότητα να εμπλακεί άθελα της σε ένα πρόγραμμα χορηγιών για τις τέχνες, πηγαίνοντας γύρω-γύρω στα κτήματα και κλέβοντας πετρέλαιο για τα ταξίδια τους. Αξοσημείωτο είναι ότι ο χασάπης που δάνεισε το βαν ασχολήθηκε με την πώληση λίπους και τα πήγε πολύ καλά πουλώντας το λίπος σε εταιρείες καλλυντικών.

Οι James, παίζουν στην ταράτσα του ξενοδοχείου Piccadilly Hotel στο Μάντσεστερ, το 1991

«Οι James ήταν μια ακατέργαστη μπάντα του Μάντσεστερ» εξηγεί ο Tim. «Ζητιανεύαμε, κλέβαμε ή δανειζόμασταν. Ο αρχικός τραγουδιστής κατέληξε στη φυλακή Strangeways Prison για επικίνδυνες σωματικές βλάβες και ο αρχικός κιθαρίστας κατέληξε επίσης στη φυλακή Strangeways Prison για επικίνδυνες σωματικές βλάβες. Η Θάτσερ έδινε ένα επιχειρηματικό επίδομα, που πραγματικά μας βοήθησε γιατί μέχρι τότε, έπρεπε να κάνουμε αίτηση για το επίδομα ανεργίας και να γυρνάμε κάθε φορά στο Μάντσεστερ, οπότε δεν μπορούσες πραγματικά να κάνεις περιοδεία. Ήταν δύσκολο, αλλά αυτό ήταν που μας κρατούσε».

Αυτό το επιχειρηματικό επίδομα που είχε δοθεί για να κρατάει χαμηλά τα ποσοστά της ανεργίας, επέτρεψε στο συγκρότημα να γίνει και επισήμως επαγγελματικό. Ενώπιον του κράτους, από άνεργα παλικάρια του βιομηχανικού βορρά έγιναν νέοι επιχειρηματίες που προχωρούσαν μπροστά. Όταν ήταν στο ταμείο ανεργίας, φοβόντουσαν ότι με αφορμή τις καλά διαφημιζόμενες συναυλίες ή τα δημοσιεύματα, οι αρχές θα χτυπούσαν την πόρτα τους για να τους ρωτήσουν γιατί παίρνουν επιδόματα, όταν ήταν σαφές πως έβγαζαν λεφτά ως η πιο πρόσφατη, υπέροχη μπάντα εναλλακτικού ποπ. Την πρώτη φορά που ήταν στο εξώφυλλο του NME, έπαιρναν ακόμα το επίδομα ανεργίας.

Η πραγματικότητα, βέβαια, ήταν ότι οι James έχασαν πολλά χρόνια χασομερώντας και περνώντας από μια σειρά μη-αρκετά-επιτυχημένων σχέσεων με τους Factory Records, Sire και Rough Trade. «Περίπου για τα πρώτα πέντε χρόνια, κερδίζαμε 30 λίρες την εβδομάδα, που ήταν περίπου ανάλογο με το επίδομα ανεργίας» λέει ο Tim. «Και μετά την πενταετία απογειώθηκε, ωστόσο για περίπου επτά χρόνια πραγματικά δεν βγάζαμε λεφτά. Το κάναμε απλώς επειδή αγαπούσαμε αυτό που κάναμε». Το ενδεχόμενο μιας μεγάλης ευκαιρίας εμφανίστηκε όταν οι The Smiths πολέμησαν την δισκογραφική εταιρεία τους για να πάρουν τους James μαζί στην περιοδεία “Meat is Murder”, το 1985. Όταν οι Marr και Morrissey συναντήθηκαν, ένα από τα πράγματα που μοιράστηκαν ήταν ότι και οι δύο είχαν το πρώτο σινγκλ των James. Η δική τους στιγμή ήταν η συνάντηση των Jagger και Richards στην αποβάθρα του σιδηροδρομικού σταθμού, όπου οι James έπαιξαν τμήμα του Muddy Waters. Οι The Smiths ήταν «πολύ ευγενικοί και γενναιόδωροι» προς τους James και κάλυψαν ένα από τα πρώτα τραγούδια των James, το “What’s the World”

Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’80, υπήρχε η εντύπωση ότι οι Jamesήταν, όπως το έθεσε το NME, «αριστεροί χορτοφάγοι που τρελάθηκαν». Κατά κάποιο τρόπο, αυτή η εντύπωση δεν διαλύθηκε ποτέ, και εξακολουθεί να υπάρχει ιδιαιτέρως για τον Tim.

Μια φορά κι έναν καιρό, λέει ο Jim, αυτό δεν απείχε πολύ από την αλήθεια και στην περιοδεία “Meat is Murder” ο Jim κατέληξε να κάνει μασάζ στον Morrissey, γιατί ο μεγάλος τυρολέζος είχε πονοκέφαλο. «Εκείνο τον καιρό είμασταν μια ομάδα χίπις, οπότε η ιδέα του να κάνουμε μασάζ σε κάποιον ήταν Νόμος του Μέρφι. Εάν κάποιος είχε πονοκέφαλο, δεν θα του έδινες παρακεταμόλη, θα άναβες ένα κερί και θα έβγαζες λίγο λάδι έξω. Έκανα μασάζ στον Morrissey και είπε ‘Πολύ καλύτερα, ευχαριστώ πάρα πολύ’. Πιθανώς έλεγε ψέματα». Μερικά χρόνια αργότερα, όταν έπαιζαν στο Top of the Pops με τους Nirvana, ο Kurt Cobain ήταν τόσο αγχωμένος που αισθανόταν ότι δεν μπορούσε να τραγουδήσει. Ο Tim προσφέρθηκε να του κάνει μασάζ στο λαιμό για να ανακουφιστεί. Ο Kurt αρνήθηκε.

Η ζωή των James, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, ήταν ανάλογης περίεργης ιδιοσυγκρασίας. Για αρχή, το συγκρότημα ποτέ δεν μιλούσε για ότι είχε να κάνει με τη μουσική τους. Απλώς έμπαιναν σε ένα δωμάτιο μαζί και άρχιζαν να παίζουν. «Είχαμε σιωπηλές πρόβες» θυμάται ο Tim. «Τέσσερις ή πέντε ώρες πρόβες, τέσσερις ή πέντε μέρες την εβδομάδα. Όταν ο Larry μπήκε στο συγκρότημα το 1984 και επειδή στην πραγματικότητα ήξερε να παίζει, άρχισε να παρέχει την ομοιότητα στη δομή». «Δεν ήξερα σε ποιο κλειδί ήταν γραμμένο» λέει ο Larry. «Δεν ήξερα τίποτα. Ας πούμε ότι το 10-20% των φορών, η μουσική που έπαιζαν τα άτομα, ενωνόταν σε κάτι που ήταν αναγνωρίσιμο και μπορούσες να πεις ότι στην πραγματικότητα άκουγαν ο ένας τον άλλον. Τις υπόλοιπες φορές, ακουγόταν σαν μουσικό κατάστημα, το απόγευμα του Σαββάτου. Ο ένας έπαιζε Μάικλ Τζάκσον, άλλο το “Smoke On The Water” και κανένας δεν άκουγε τον άλλον».

Αυτοί ήταν οι περίφημοι αυτοσχεδιασμοί των James και από το 20% που είχε νόημα, έβγαιναν τα τραγούδια. Οι πρόβες ήταν ηχογραφημένες, έτσι ώστε η μπάντα να μπορεί να ξανακούει τις κασέτες και όταν άκουγαν κάτι που τους άρεσε, να προσπαθούσαν να το ξαναδημιουργήσουν. Θα πετύχαιναν την αναδημιουργία σωστά σε ποσοστό περίπου 40% και από εκεί θα έβγαινε κάτι κατάλληλο για το δίσκο. Μέχρι σήμερα, κανένας από το συγκρότημα δεν φέρνει ιδέες στις πρόβες των James. Δεν υπάρχει κανένα ενθουσιώδες σχόλιο τύπου «Γεια παιδιά, χθες βράδυ σκέφτηκα μια υπέροχη συγχορδία». «Συνεχίσαμε να το κάνουμε αυτό για πολύ, πολύ, πολύ, πολύ καιρό και εξακολουθεί να είναι περίπου η βάση του πως φτιάχνουμε μουσική σήμερα» λέει ο Jim.

Έτσι έγραψαν και τα μεγαλύτερα hits τους. Το “Sit Down”, για παράδειγμα, προέκυψε από έναν αυτοσχεδιασμό. «Είναι πολύ απλό, εάν το ακούς ξανά, όπως πολλές από τις καλύτερες ιδέες. Είναι μόνο τρεις χορδές, που εξακολουθούν να ανακυκλώνονται» λέει ο Larry. Ο Tim άρχισε να τραγουδάει μια μελωδία πάνω από αυτό και μετά από 20 λεπτά παιξίματος το συγκρότημα ξέσπασε σε ξεκαρδιστικά γέλια. «Απλώς γελάσαμε και έγινε ‘τόσο γελοίο’, επειδή μόλις είχαμε γράψει ένα τραγούδι για το διαγωνισμό της Eurovision ή κάτι τέτοιο» θυμάται ο Jim. Εκείνη την περίοδο, το συγκρότημα ήρθε σε ρήξη με την Sire Recordsκαι χρειάζονταν ένα τραγούδι για να τους κάνει να αισθανθούν ότι είχαν μέλλον. Κράτησαν το “Sit Down” για πάρτι τους και έφθασε στο Νο2 στη Βρετανία.

Αυτό το καλοκαίρι οι James κυκλοφορούν το τελευταίο τους άλμπουμ, το La Petite Mort, μέρος του οποίου γράφτηκε στην Ελλάδα, όπου το συγκρότημα είναι απίστευτα δημοφιλές.  Ακούστε οποιοδήποτε τραγούδι των James στο YouTube και θα βρείτε ότι οι Έλληνες κυριαρχούν στα σχόλια. Υπάρχει μια ολόκληρη σειρά από εξώφυλλά των James γραμμένα στα ελληνικά, συμπεριλαμβανομένης της βερσιόν του “Say Something” από τον θρύλο του ‘90 Φίλιππο Πλιάτσικα. Οι James έπαιξαν σε μια συναυλία στην Αθήνα το 2001, πριν διασπαστούν και από τότε μέχρι και την ανασύσταση τους το 2007, απέκτησαν μυστηριωδώς μεγάλη δύναμη στον ελληνικό χώρο. Είναι μια δημοτικότητα με την οποία είναι χαρούμενοι. Οι κριτικοί μπορεί να μην γνωρίζουν τι να κάνουν με τους James, αλλά οι άνθρωποι πάντα θα τους αγαπούν.