ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε πριν από πέντε (ή και περισσότερα) χρόνια
News

Επί 14 Χρόνια Ζουν στα Κοντέινερ των Σεισμόπληκτων

Τώρα τους έκοψαν και το ρεύμα.

Κείμενο Άννα Μαρινάκη
26 Φεβρουάριος 2014, 4:00am

Στους πρόποδες της Πάρνηθας, στον καταυλισμό Σεισμοπλήκτων Καποτά στο Μενίδι, 3.000 άτομα μένουν σε 870 κοντέινερ. Τα 270 είναι προκάτ. Μια μεγάλη γειτονιά. Με παιδιά να παίζουν μπάλα, δίπλα στα λυόμενα και τα μπαλωμένα οδοστρώματα από τις υδρορροές. Παιδιά Ρωσοποντίων, Αθιγγάνων, Αλβανών -μια γενιά που μεγαλώνει δίχως ρεύμα σε σπίτια διαστάσεων δύο επί δυο. Συντροφιά με τους παππούδες τους.

Ο κύριος Παναγιώτης Αβραμίδης πάτησε τα 63 του χρόνια. Ήρθε στον καταυλισμό το 2000 και μένει σε ένα διπλό κοντέινερ με τη γυναίκα και την οικογένεια του γιου του. Άνεργοι όλοι. Ρεύμα δεν πληρώνει κανείς – καιρό τώρα- και οι λογαριασμοί έφτασαν τις 6.662 και τις 7.398 αντίστοιχα. «Πώς να τους βοηθήσω;», μου λέει. «Εγώ ήρθα στην Ελλάδα από το Καζακστάν το 1996 και έχω μόλις 3.500 ένσημα, τι μπορώ να κάνω; Δεν έχω ούτε σύνταξη ούτε πρόνοια, ούτε τίποτα. Που να δουλέψω; Εδώ ο γιος μου είναι 29 χρονών και δεν μπορεί να βρει δουλειά». Στον καταυλισμό κατέληξε μήνες μετά τον σεισμό όταν νοίκιαζαν ακόμη σπίτι. Σήμερα ζει με την βοήθεια της εκκλησίας και της γειτονιάς του οικισμού. Μέρες πριν, νωρίς το πρωί, εργαζόμενοι της ΔΕΗ με συνοδεία ΜΑΤ ξήλωσαν τους μετρητές σε 45 οικογένειες και απάντησαν με προσαγωγές και χημικά στις αντιδράσεις τους. «Δεν έχω ούτε ρεύμα πια. Δύο χρόνια σχεδόν δεν πληρώνω λογαριασμούς. Δεν έχω δουλειά, δεν παίρνω από κανέναν μια δραχμή, πώς να πληρώσω; Ευτυχώς βέβαια που δεν κάνει κρύο φέτος γιατί δεν θα μπορούσαμε να πάρουμε ανάσα». Χαμογελάει όμως ακόμα δίπλα στις χρωματιστές γλάστρες και στους ζωγραφισμένους τοίχους του λυόμενου. Και πέρασε μονωτική ταινία στη πόρτα του για να διώξει το κρύο.

Δίπλα, η οικογένεια της Τατιάνας Ξανθοπούλου κρατάει και αυτή δύο κοντέινερ. Δεκατρία χρόνια τώρα. Οι λογαριασμοί και εδώ απλήρωτοι. Εκατό ευρώ στο λυόμενο που μένουν τα παιδιά, 1.200 ευρώ στο μεγαλύτερο που έχει την κουζίνα και το νοικοκυριό της. Τη βρίσκω να ετοιμάζει φαγητό στο γκάζι και να βάφει το κοντέινερ με τον γιο της. Μυρωδιά καμένου παντού. «Τι συνέβη;», ρωτώ. «Μας έκοψαν το ρεύμα, έβαλα το κερί τι να έκανα στο σκοτάδι; Έπεσε στο γραφείο το κερί και κάηκαν τα πράγματα. Ήταν πλαστικά όλα. Όλα μαύρα και αυτή η μυρωδιά παντού, πλένω, πλένω μα δεν κάνω τίποτα. Ήταν απλήρωτο καιρό βέβαια το ρεύμα, τι να κάνουμε; Ψάχνουμε δουλειά και μαγειρεύουμε στο γκάζι. Ας είναι», μου λέει με σπαστά ελληνικά.

Ο Άρης Πουρσανίδης είναι ο πρόεδρος των κατοίκων του καταυλισμού. Μιλά με θυμό και ας μη δίνει ο θυμός λύσεις. «Αυτό το αμάξι, το βλέπεις;», με ρωτά. «Εδώ τη μέρα που ξήλωσαν τα ρολόγια είχαμε κηδεία. Πέθανε μια γιαγιά. Δεν σεβάστηκαν ούτε αυτό. Την κασέλα δείτε ρε παιδιά τους φωνάζαμε. Μα το συνέχισαν, ήρθαν τα ΜΑΤ, έγινε φασαρία απ' έξω. Δεν μας σεβάστηκαν. Δείτε, είναι συνθήκες να ζει ο κόσμος στον 21ο αιώνα; Εμείς θέλουμε να ζούμε σαν άνθρωποι. Το νοικοκυριό μας, μια τηλεόραση και ένα ψυγείο για να ζήσουμε. Θέλουμε πολλά πράγματα; Από την άλλη πλευρά αν δεν έχεις τίποτα πως να πληρώνεις και ρεύμα; Πολύτεκνοι και άρρωστοι άνθρωποι που δεν έχουν ένα πιάτο φαγητό. Για όνομα του Θεού. Εγώ είμαι σήμερα νέος άντε πες κάνω μεροκάματα όμως οι γέροι άνθρωποι τι πρέπει να κάνουν; Ας μας πουν ότι είμαστε ένα ναυάγιο. Ένα σάπιο καράβι που βάζουμε τον κόσμο μέσα και έγινε ατύχημα και θα πνίγουμε».

Μιλά με αγανάκτηση. Του υπενθυμίζω κάποιους από τους λόγους που τους κατηγορούν. Ότι ζουν σε ένα καταυλισμό σεισμοπαθών -ειδικού σκοπού- δεκατέσσερα χρόνια μετά. Και η αυξημένη εγκληματικότητα που φέρεται να έχει ο καταυλισμός, οι βολεμένοι -κατά πολλούς- κάτοικοι; Ο πρόεδρος μου λέει. «Αν ήμασταν πλούσιοι εδώ θα μέναμε; Η υγρασία ξέρεις στα κοντέινερ δεν αντέχεται εύκολα. Ναι, πολλοί βέβαια από τους πρώτους κατοίκους επισκεύασαν τα σπίτια τους, επέστρεψαν, μα όχι όλοι. Ξέρεις εδώ, μαζεύτηκαν πολλοί κάτοικοι και από άλλους οικισμούς. Δεν γινόταν αλλιώς. Πρόσφατα ήρθαν και τσιγγάνοι σε περίπου δεκαπέντε λυόμενα και αυτοί όμως άνθρωποι είναι στο κάτω, κάτω. Δεν είμαστε ρατσιστές να ξεχωρίζουμε τον εαυτό μας από αυτούς».

Επόμενη στάση το αλουμινένιο κοντέινερ που μένει η γιαγιά Νάντια Νικολαΐδου με την εικοσάχρονη εγγονή της Χριστίνα και τον εξηντάχρονο γιο της Βίκτωρα. Στην είσοδο δίπλα στα σκαλιά εισόδου ένας μεγάλος λάκκος που δημιουργήθηκε από προβλήματα υδρορροής. Πιο μέσα ένα μεγάλο τραπέζι οριοθετεί το χώρο της. Μια γιαγιά που όσο είμαι εκεί κλαίει. Επαναλαμβάνοντας μηχανικά τις ίδιες λέξεις. «Μας παράτησαν εδώ σαν τα σκυλιά». Ελληνικά ξέρει η εγγονή. Μας εξηγεί ότι οκτώ χρόνια μένουν εδώ έχοντας περάσει από τρεις καταυλισμούς. Παλαιότερα νοίκιαζαν και «Από τη Δευτέρα δεν έχουμε και ρεύμα. Το ποσό είναι 2.300 ευρώ για απλήρωτο διάστημα μεγαλύτερο από δυο χρόνια και η γιαγιά δεν παίρνει καν σύνταξη. Έπαιρνε δηλαδή 300 ευρώ, μας ζήτησαν όμως επανέλεγχο και χαρτιά από την πρόνοια μα δεν τα κάναμε έγκαιρα και τώρα τα ξαναμαζεύουμε. Ζητάνε όμως πολλά χαρτιά, διαβατήρια. Δύσκολο να βγάλουμε άκρη. Όσο για το ρεύμα; Ζητάμε διακανονισμό μα απαιτούν χρήματα για επανασύνδεση. Εμείς απλά θα θέλαμε ρύθμιση με χαμηλή δόση. Γι αυτό την βλέπετε να κλαίει. Δεν ξέρει τι να φάει σήμερα και δεν κάνει ρεκλάμα για να σας συγκινήσει».

Τα μέτρα των ευπαθών, βέβαια, κοινωνικών ομάδων είναι σε εφαρμογή από τον Δεκέμβριο. Σύμφωνα με αυτά, η αδιάλειπτη ηλεκτροδότηση νοικοκυριών που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα πιστοποιείται από επιτροπές με τη συμμετοχή εκπροσώπων της ΔΕΗ, του ΔΕΔΔΗΕ και των Κοινωνικών Δομών των Περιφερειών και των Δήμων. Οι επιτροπές αυτές ελέγχουν, στέλνουν τα στοιχεία των αποδεδειγμένα αδύναμων οικονομικά οικογενειών στη ΔΕΗ και δρομολογούν την επανασύνδεση του ρεύματος. Ο δήμος Αχαρνών όμως δεν έχει κάνει αίτημα απαλλαγής των κατοίκων αυτών από την πληρωμή του ρεύματος. Αντιθέτως -κατόπιν εισαγγελικού ερωτήματος για το συνολικό ποσό των λογαριασμών- παρενέβησαν τα ΜΑΤ και κατέβασαν τους μετρητές στις οικογένειες.

Απευθύνομαι στον δήμο. Ο δήμαρχος Σωτήρης Ντούρος μου λέει: « Έχουμε πάει στον καταυλισμό και οι κάτοικοι δεν μας δίνουν στοιχεία. Πήγαμε με την κοινωνική υπηρεσία να τα καταγράψουμε όλα αυτά μα οι κάτοικοι δεν θέλουν να καταγραφούν. Τους εκλιπαρούμε να καταγραφούν να μπουν στο κοινωνικό τιμολόγιο, να τους δώσουμε τρόφιμα μα αυτοί πουθενά. Εγώ πιστεύω ότι δεν μπορούν να μπουν στο κοινωνικό τιμολόγιο. Αν έχεις δήλωση 30.000 και 35.000 δεν μπορείς να μπεις στο κοινωνικό τιμολόγιο. Πρέπει να κάνουμε όλοι έκκληση στην πολιτεία να καταλάβει τι πρόβλημα υπάρχει εκεί, να βρει τα σπίτια που έχουν πραγματικά πρόβλημα και να γίνει μια επιδότηση ενοικίου. Σαφώς υπάρχουν περιπτώσεις που έχουν ανάγκη αλλά δεν πιστεύω ότι είναι πάνω από 100 οικογένειες. Οι συνθήκες που ζούνε αυτοί οι άνθρωποι εκεί μέσα είναι πραγματικά τριτοκοσμικές. Δεν είναι δημότες Μενιδίου. Είναι Ρουμάνοι, Βούλγαροι, Τσετσένοι –ασφαλώς πρέπει να υπάρξει μέριμνα και για αυτούς, πάντως δεν είναι σεισμόπληκτοι. Οι σεισμόπληκτοι έφυγαν, το 90% αποπεράτωσε την κατοικία του και έφυγε. Κάπως έτσι το χρέος στη ΔΕΗ έφτασε τα 2.800.000 ευρώ».

Φεύγοντας από τον καταυλισμό στέκομαι στο λυόμενο της Φωτεινής Σαξανίδου. Με τον 29χρονο σύζυγο της έχουν ήδη τέσσερα παιδιά. Το 1999 στο μεγάλο σεισμό ήταν παιδιά εκείνοι. Μου ανοίγει την πόρτα. «Ο άντρας μου είναι άνεργος και κάνει μεροκάματα του ποδαριού, μαζεύει σίδερα, να τα βγάλουμε πέρα. Το ρεύμα μας ήρθε 4.700 και είναι απλήρωτο από το 2010. Προσπαθήσαμε να κάνουμε διακανονισμό και μας ζητούν 2.600 για να γίνει επανασύνδεση. Τι κάνουμε τώρα; Μας δίνει ρεύμα ο γείτονας για να μην φοβούνται τα παιδιά στο σκοτάδι. Να δεις που δεν θα κάνουν σε κανέναν διακανονισμό. Θέλουν να μας διώξουν από εδώ». Σε μια γωνιά τα πιτσιρίκια παίζουν. Εγκλωβισμένα στον παραλογισμό των μεγάλων στους πρόποδες ενός βουνού.