Συνέντευξη

O Γιώργος Μαργαρίτης Είναι Ένας Μάγκας που Κάνει Γλέντια στις Φυλακές Επειδή «Κανείς Άνθρωπος δεν Περισσεύει»

Ένας από τους τελευταίους «άρχοντες» του λαϊκού τραγουδιού μιλάει στο VICE για την ελευθερία, τη ζωή και τους νόμους της νύχτας.

Κείμενο Μαρία Λούκα; φωτογραφίες Αλέξανδρος Κατσής
08 Ιούνιος 2017, 8:55am

Τον Γιώργο Μαργαρίτη τον ήξερα από τα τραγούδια του. Όλη η Ελλάδα αναγνωρίζει αυτήν τη φωνή από την πρώτη κιόλας νότα. Είναι βγαλμένη από εκείνη τη μαγική εποχή των μεγάλων, αυθεντικών λαρυγγιών. Είναι ταυτισμένη με τους μεγάλους αναστεναγμούς, τις αξημέρωτες νύχτες, τα αργόσυρτα ζεϊμπέκικα και τις παρατεταμένες σιωπές. Βγάζει πόνο. Όχι επιτηδευμένο. Ακατέργαστο και γνήσιο πόνο. Πόνο που τον έχεις ζήσει, έχει σημαδέψει την ύπαρξη σου για να μπορέσεις να τον τραγουδήσεις με μιαν ανάσα χωρίς να φαλτσάρει. Κι ο Γιώργος Μαργαρίτης κουβαλάει πολύ πόνο σε κάθε γραμμή του προσώπου του.

Τον εκτίμησα πολύ ως προσωπικότητα τα τελευταία χρόνια, που η ζωή μας ήρθε τούμπα και όλοι περιμέναμε από τους ανθρώπους της τέχνης και του πνεύματος, να αρθρώσουν έναν λόγο παρηγορητικό και χειραφετητικό για όλους αυτούς που δεν είχαν φωνή. Και σίγουρα κάποιοι το έπραξαν. Κάποιοι άλλοι, όμως, θωρακίστηκαν για τα καλά στο γυάλινο κλουβί της αποστασιοποίησης ή ακόμα χειρότερα έγιναν ντουντούκες μίσους και απαξίωσης. Ο Μαργαρίτης ήταν και παραμένει εκεί. Δίπλα στους απλούς ανθρώπους που υποφέρουν, δίπλα στους απόκληρους, τους ξεχασμένους και τους διωγμένους της ζωής. Και μάλλον είναι εκεί, γιατί ανήκει εκεί. Από εκεί ξεκίνησε και δεν χάθηκε ποτέ στο λαβύρινθο της δόξας και της καταξίωσης. Έτσι και τη Δευτέρα 22 Μαΐου, βρέθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού να τραγουδήσει αφιλοκερδώς με την ορχήστρα του για τους κρατούμενους, να διοργανώσει μια γιορτή που έμοιαζε περισσότερο με μια ιδιότυπη κινηματογραφική ιεροτελεστία συλλογικής εκτόνωσης του καημού. Ο «δικός μας» Johnny Cash.

Συναντηθήκαμε σ' ένα καφενείο στην Καλλιθέα λίγες μέρες αργότερα. Πήγαμε βόλτα στην τοπική αγορά. Ο κόσμος τον σταματούσε σε κάθε μέτρο που έκανε, όχι διακριτικά ούτε με συστολή, αλλά όπως χαιρετάμε έναν πολύ οικείο μας άνθρωπο. Τον αγκάλιαζε, τον φιλούσε, φωτογραφιζόταν μαζί του. Κι αυτός δεν τσιγκουνευόταν κανένα άγγιγμα, κανένα γέλιο, καμιά κουβέντα. Όχι δήθεν. Έτσι είναι. Διακατέχεται από έναν άδολο αυθορμητισμό που σου φτιάχνει τη μέρα. Μιλήσαμε μπόλικη ώρα, σε αυστηρά πρώτο ενικό, για τα πάντα και χωρίς φίλτρα υποκριτικού καθωσπρεπισμού. Ο ίδιος, εξάλλου, ποτέ δεν φοβήθηκε να γρατζουνίσει την εικόνα του. Μιλάει όπως νιώθει. Τα λόγια του ενίοτε είναι θραύσματα φιλοσοφίας ή ποίησης του δρόμου και αποδεικνύουν ότι στην τόσο λοιδωρημένη λαικότητα, κρύβεται συχνά μια υψηλή αίσθησης ελευθερίας και μια αυθεντική αγάπη για τον άλλον. Αυτή είναι η ιστορία του.

VICE: Γεννήθηκες σε μια δύσκολη περίοδο για τη χώρα. Ττα παιδικά σου βιώματα σημαδεύτηκαν από τις στερήσεις της εποχής;
Γιώργος Μαργαρίτης: Ναι, γεννήθηκα στα Τρίκαλα. Εμένα η οικογένειά μου ήταν πάμφτωχη, όπως οι περισσότερες στο χωριό. Ήταν πολύ δύσκολα χρόνια. Οι άνθρωποι έστελναν τα παιδιά τους στον στρατό για να χορτάσουν ψωμί και κάποιοι δεν ήθελαν να πάρουν απολυτήριο. Και θα σου πω και κάτι που το λέω πρώτη φορά: εγώ ήμουν κάλφας από μικρός, βοηθός δηλαδή. Πήγαινα κάθε καλοκαίρι και βοηθούσα έναν θείο μου στις δουλειές για να 'χω φαγητό. Αυτό το έκανα επτά χρόνια μέχρι να τελειώσω το δημοτικό.

Ισχύει ότι η οικογένειά σου είχε προσφυγικές καταβολές;
Από έρευνες και συζητήσεις που έκανα για να ανακαλύψω τις ρίζες της οικογένειάς μου, βρήκα ότι ο ένας παππούς μου καταγόταν από την ευρύτερη καταγωγή της Σμύρνης. Όλοι από κάπου ερχόμαστε.

«Βρέθηκα τυχαία εκεί και μου ζήτησαν να πω δυο τραγούδια του Μίκη. Με το που ξεκίνησα, με πιάνει ένας χωροφύλακας και μου λέει ότι απαγορεύονται αυτά τα τραγούδια και να μην τα ξαναπώ»

Σε έλκυε το τραγούδι από μικρός;
Αυτός ήταν ο καημός μου και ο νταλκάς μου. Άκουγα από τις ορχήστρες της εποχής και τα γραμμόφωνα του καφενείου τα τραγούδια του Μάρκου, του Τσιτσάνη και άλλων.

Τον Τσιτσάνη τον γνώρισες κι από κοντά.
Είχα την τύχη να γνωρίσω τον μεγάλο Τρικαλινό, από πολύ μικρή ηλικία. Ο άνθρωπος που ήταν η γέφυρά μου με τον Βασίλη ήταν ο Νίκος Μουσιώνης, ο γαμπρός του Απόστολου Καλδάρα. Αυτό το έμαθα πολύ αργότερα. Είχαν μαζευτεί, λοιπόν, παρέα στο καφενείο των αδερφών Τσιτσάνη και τραγουδούσαν. Κάποια στιγμή στο ρεφρέν μπήκα κι εγώ. Με κοίταξε, με ρώτησε αν ξέρω γράμματα και μου έδωσε τη σύστασή του: όταν μεγαλώσω να πάω και τελειώσω το φανταριλίκι να τον βρω.

«Ξέρεις, όσοι αγαπούν πραγματικά τη μουσική, δεν βγάζουν κακία»

Πότε κατέβηκες στην Αθήνα;
Μόλις τελείωσα το δημοτικό. Μόνος μου. Δεν καθόμουν ήσυχα με τίποτα. Ήθελα να φύγω. Είχα μέσα μου τον καημό του τραγουδιού. Στην Αθήνα, βέβαια, δεν γνώριζα κανέναν. Το πρώτο βράδυ κοιμήθηκα έξω στην Πλατεία Ψαρών. Την επόμενη μέρα πήγα στο Κορωπί να βρω ένα χωριανάκι. Τριγύρω από την εκκλησία της Ανάληψης ήταν συγκεντρωμένοι πολλοί άνθρωποι από όλα τα μέρη της Ελλάδας που έψαχναν μεροκάματο. Έστρωσα κι εγώ εκεί. Μετά από τρεις μέρες πέρασε ένα γεροντάκι και με πήρε να δουλέψω σ' ένα κτήμα με ζώα και ζαρζαβατικά. Μου φέρθηκαν καλά, σαν δικό τους άνθρωπο. Από τους γέροντες και της γερόντισσες που γνώρισα εκεί, κρατάω τρία πράγματα: ότι ήταν δουλευταράδες, ήταν μερακλήδες και έτρωγαν καλά. Μετά δούλεψα οικοδομή. Άρχισα όμως να ψάχνω να γνωρίσω ανθρώπους γύρω από το τραγούδι που ήταν το μεράκι μου. Κατέβαινα με τα πόδια από τον Άγιο Αρτέμιο στην Ομόνοια, στο μπαράκι των μουσικών.

Πρόλαβες τα «πέτρινα χρόνια» της χούντας. Είχες καθόλου προβλήματα;
Είχα τρία περιστατικά. Μια φορά μπήκαν δύο εσατζήδες στο μαγαζί που τραγούδαγα και πλάκωσαν τις πιστολιές, χωρίς ποτέ να μάθω τον λόγο. Εμένα οι φίλοι μου με κλείδωσαν στην τουαλέτα για να μη με βρουν. Μ' έβγαλαν αφότου έφυγαν. Το άλλο περιστατικό ήταν σε μια γιορτή προς τιμήν του Θεοδωράκη, στο χωριό Νέο Μοναστήρι προς την Καρδίτσα. Βρέθηκα τυχαία εκεί και μου ζήτησαν να πω δυο τραγούδια του Μίκη. Με το που ξεκίνησα, με πιάνει ένας χωροφύλακας και μου λέει ότι απαγορεύονται αυτά τα τραγούδια και να μην τα ξαναπώ. Η τρίτη ήταν και η πιο δυνατή. Τότε, όπως γνωρίζετε, τα γράμματα ανοίγονταν. Υπήρχε λογοκρισία. Μου είχε στείλει ένα γράμμα ένας τύπος με τον οποίο εγώ δεν είχα παρτίδες. Δεν θα πω πολλές λεπτομέρειες, αλλά το γράμμα ανοίχτηκε κι εγώ το πλήρωσα με ξύλο για επτά μέρες στο αστυνομικό τμήμα Τρικάλων. Περνούσε φάλαγγα σ' ένα υπόγειο που με είχαν με δύο άλλους και μας χτυπούσαν. Ούτε την οικογένειά μου ενημέρωσαν για το πού βρισκόμουν. Αυτά γίνονταν τότε. Ακούω καμιά φορά κάποιους που λένε μισόλογα για τη χούντα. Εγώ πιστεύω ότι η μεγαλύτερη αξία του ανθρώπου είναι η ελευθερία, να μπορείς να μιλάς. Ξέρεις τι είναι να φοβάσαι να μιλήσεις στο διπλανό σου; Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα.

«Αυτό που μετράει στη μουσική είναι το βίωμα. Εγώ κοιμήθηκα στον δρόμο, σε παγκάκια, δεν είχα να φάω. Πρέπει να το έχεις ζήσει το τραγούδι για να το αποδώσεις 100%»

Ο πρώτος σου δίσκος «Εσύ μιλάς στην καρδιά μου», γνώρισε τεράστια επιτυχία.
Ήταν το 1981 με 12 υπέροχα τραγούδια του Τάκη Σούκα και αγκαλιάστηκε αμέσως από τον κόσμο. Ήμουν μπροστά όταν έφτιαχνε μερικά και δε θα το ξεχάσω.

Ποιους τραγουδιστές θαύμαζες εσύ τότε;
Κοίταξε, τότε υπήρχαν θηρία, ο Καζαντζίδης, ο Αγγελόπουλος, ο Μπιθικώτσης, ο Διονυσίου. Είχαν μεγάλη δύναμη και πόνο. Καλωσόριζαν όμως τους καινούργιους, αν είχαν να πουν κάτι. Εμένα όχι μόνο μ' αγάπησαν αλλά αργότερα, με έκαναν δικό τους άνθρωπο

Έχουν φύγει όλοι αυτοί που ανέφερες. Λείπουν τέτοιες προσωπικότητας από τη σημερινή παραγωγή;
Εμένα, μου λείπουν πολύ. Ακόμα και τώρα, όταν είμαι στο αυτοκίνητο και ακούω τα τραγούδια τους, ραγίζει η καρδιά μου και δακρύζω.

Έχεις συνεργαστεί με πολλους δημιουργους, από τον Άκη Πάνου μέχρι τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα. Υπήρξαν σ' αυτήν τη διαδρομή άνθρωποι που σε σνόμπαραν και δεν σου 'διναν τα τραγούδια τους;
Δεν είχα τέτοια προβλήματα. Είμαι ο τελευταίος τραγουδιστής που τραγούδησε Άκη Πάνου, εν ζωή και με την άδειά του. Και αναφέρω τον Πάνου που έδινε δύσκολα τραγούδια γενικά, αλλά εμένα μου τα έδωσε απλόχερα. Κι άλλοι σπουδαίοι δημιουργοί, ο Χρίστος ο Νοκολόπουλος, ο Αντώνης ο Ρεπάνης. Όλοι με αγάπησαν και μου έδωσαν τραγούδια. Ήταν όλοι τους πολύ ευαίσθητοι άνθρωποι. Ξέρεις, όσοι αγαπούν πραγματικά τη μουσική, δεν βγάζουν κακία.

«Έκανα κι εγώ ένα μικρό πέρασμα από τον Κορυδαλλό. Ήταν μικρό αλλά να ξέρετε, στις φυλακές τα δειλινά πονάνε πολύ»

Πέρα από ταλέντο, παίζει ρόλο και το πάθος στο τραγούδι;
Αυτό που μετράει στη μουσική είναι το βίωμα. Εγώ κοιμήθηκα στον δρόμο, σε παγκάκια, δεν είχα να φάω. Αυτά τα θυμάμαι και πονάω. Ακόμα πονάω. Όταν βρίσκω τέτοια τραγούδια, του δίνω και καταλαβαίνει. Είναι δύσκολη δουλειά. Δεν παίρνεις έτσι το μικρόφωνο. Πρέπει να το έχεις ζήσει το τραγούδι για να το αποδώσεις 100%.

«Το κελί 33», μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες σου, απηχεί και μια δική σου προσωπική εμπειρία;
Δεν το κρύβω, έκανα κι εγώ ένα μικρό πέρασμα από τον Κορυδαλλό. Ήταν μικρό αλλά να ξέρετε, στις φυλακές τα δειλινά πονάνε πολύ. Είχα και έχω γνωστούς από 'κει. Και θα σου μια ιστορία γι' αυτό τραγούδι: Όταν έφτασε στα χέρια μου, ο δίσκος που ετοίμαζα είχε τελειώσει. Με το που το είδα, σκέφτηκα ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο. Έβγαλα ένα άλλο τραγούδι από το δίσκο για να βάλω αυτό και τελικά επισκίασε ολόκληρη τη δισκογραφία μου.

Νιώθεις μια εγγύτητα ή μια κατανόηση για τους κρατούμενους;
Κανείς δεν περισσεύει στη ζωή. Όλοι χρειαζόμαστε. Ο καθένας μπορεί να βρεθεί στη φυλακή, από μια αρρώστια, μια ατυχία. Όλοι οι άνθρωποι έχουν δικαιώματα.

«Αυτό που μου έκανε μεγάλη εντύπωση είναι ότι είδα πολλά παιδιά 25-30 χρονών. Πρέπει να αναρωτηθούμε όλοι γιατί τόσο νέοι άνθρωποι βρίσκονται στη φυλακή»

Και κάπως έτσι αποφάσισες να πας πριν λίγες μέρες να παίξεις με την ορχήστρα σου στο προαύλιο των φυλακών Κορυδαλλού;
Δεν την πήρα τώρα αυτήν την απόφαση. Το έχω μέσα μου 30 χρόνια. Ήθελα να το κάνω. Έκανα λοιπόν το καθήκον μου και τίποτα παραπάνω. Θέλω να ευχαριστήσω τα παιδιά που είναι μέσα, για την αγάπη και τη δύναμη που μου έδωσαν. Θέλω να ευχαριστήσω τη Διεύθυνση των φυλακών και το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Θέλω, τέλος, να ευχαριστήσω τη σπουδαία ορχήστρα μου, που με το που το άκουσαν, δέχτηκαν να παίξουν αφιλοκερδώς χωρίς δεύτερη κουβέντα - τον Μανώλη Καραντίνη, το αρχηγόπουλό μας, τον μαέστρο Γιώργο Μπαγιάτη και όλα τα παιδιά. Στην αρχή, πολύ κόσμος είχε επιφυλάξεις για το πώς θα πάει. Εγώ, μόνο, το πίστευα. Ήταν μια μεγάλη γιορτή, τέτοιο γλέντι δεν ξανάδα. Αυτό που μου έκανε μεγάλη εντύπωση είναι ότι είδα πολλά παιδιά 25-30 χρονών. Πρέπει να αναρωτηθούμε όλοι γιατί τόσο νέοι άνθρωποι βρίσκονται στη φυλακή. Όσο μπορούμε να δίνουμε χαρά στους συνανθρώπους μας μέσα από τα επαγγέλματα μας, πρέπει να το κάνουμε. Εγώ, όπως σου είπα, έκανα το καθήκον μου. Τώρα ας το κάνουν και οι άλλοι. Από τον απλό άνθρωπο βγαίνουμε και πρέπει να στεκόμαστε δίπλα του.

Παρότι είσαι ένας αυθεντικά λαϊκός καλλιτέχνης, δεν φοβήθηκες τους πειραματισμούς και με πιο σύγχρονα ακούσματα.
Κάθε γενιά που έρχεται ο τραγουδιστής πρέπει να ψάχνεται να δει αν μπορεί να της δώσει κάτι. Αν μπορεί, ας το κάνει. Εγώ σε μια 15ετία έκανα δύο μεγάλες επιτυχίες. Το «Δρόμοι του πουθενά» και το «Πεθαίνω για σένα». Δεν έκατσα σπίτι μου πάνω στις παλιές μου επιτυχίες. Τροφή υπάρχει. Προσπαθώ να βρίσκομαι ανάμεσα στους νέους. Από κει παίρνω δύναμη.

«Η νύχτα έχει τους δικούς της νόμους και όποιος δεν τους ξέρει, καλά θα κάνει να κάτσει στη μέρα. Κι η μέρα καλή είναι»

Σου αρέσουν τα ξένα τραγούδια ή μόνο τα ελληνικά;
Άμα τύχει, θα τα ακούσω. Δεν θα κάτσω να βάλω μόνος μου ξένη μουσική. Και τα ξένα τι λένε; Καψούρικα είναι κι αυτά. Κι αυτός χωρίζει και μετακομίζει.

Πόσα χρόνια έχεις δουλέψει στη νύχτα;
Ε, δεν θα 'ναι 45;

Είναι ζόρικη η νύχτα;
Η νύχτα έχει τους δικούς της νόμους και όποιος δεν τους ξέρει καλά θα κάνει να κάτσει στη μέρα. Κι η μέρα καλή είναι. Υπάρχουν μηχανισμοί, κυκλώματα, εμπόδια. Υπάρχουν τραγουδιστές του μηχανισμού και τραγουδιστές με αξία. Εγώ είμαι από αυτούς που δεν είχαν και δεν έχουν καμία σχέση με τους μηχανισμούς και τα κυκλώματα. Όσο κι αν προσπάθησαν να μου κάνουν κακό, δεν τα κατάφεραν.

«Εμένα, επί δέκα χρόνια, ο τζόγος με έκανε ό,τι ήθελε. Το θέμα είναι να μη χάσεις εντελώς τον έλεγχο. Κράτα και μια καβάτζα για να 'χεις το πρωί να πάρεις γάλα για το παιδί σου»

Έχουν πέσει οι δουλειές στα μαγαζιά εξαιτίας της κρίσης;
Όχι απλώς έχουν πέσει, τελείωσαν. Εγώ είμαι τραγουδιστής του μεροκαματιάρη, των απλών ανθρώπων, των εργατών. Και ξέρω πιο καλά από τον καθένα πώς είναι η κατάσταση. Τα εργαζόμενα παιδιά με στηρίζουν. Τώρα αυτά τα παιδιά δεν έχουν μεροκάματο κι αν έχουν, δεν τους φτάνει. Άρα, είμαι κι εγώ στην άκρη.

Έχεις μιλήσει ανοιχτά για την εξάρτησή σου από τον τζόγο και το αλκοόλ.
Γιατί να μη μιλήσω; Η μισή Ελλάδα πέρασε από τον τζόγο. Η ίδια η ζωή είναι τζόγος. Το θέμα είναι να μη χάσεις εντελώς τον έλεγχο. Κράτα και μια καβάτζα για να 'χεις το πρωί να πάρεις γάλα για το παιδί σου. Εμένα, επί δέκα χρόνια, ο τζόγος με έκανε ό,τι ήθελε. Κατάντησα να βάζω πέτρες σε όλη τη λεωφόρο Βουλιαγμένης, καβάτζες. Όταν έφερνα καλή ζαριά, έβαζα ένα 20άρικο κάτω από την πέτρα. Τα 'κοψα όλα αυτά όμως. Μέχρι και το τσιγάρο έκοψα.


Δείτε ακόμη: To VICE Συναντά τον Γιάνη


Πέρασαν πολλά λεφτά από τα χέρια σου;
Όχι πολλά, μη φανταστείς. Η αγάπη που παίρνω από τον κόσμο, όμως, μου φτάνει και μου περισσεύει.

Έχει συζητηθεί πολύ το ζεϊμπέκικο που χόρεψε η Όλγα Γεροβασίλη στο μαγαζί που τραγουδούσες.
Γιατί; Δεν ήταν κανένα κακό. Μια χαρά χόρεψε η Όλγα.

«Ο Τσίπρας –θέλω να πιστεύω- επειδή είναι νέος, δεν τα 'ξερε καλά τα πράγματα, δεν περίμενε να βρει τέτοια κατάσταση. Τώρα, όμως, ξέρει»

Σκέφτηκες ποτέ να ασχοληθείς με την πολιτική;
Όχι. Έχω δεχτεί προτάσεις αλλά εγώ είμαι γεννημένος για να κάνω καλά τραγούδια και τίποτα άλλο. Βλέπω τα πράγματα από μια δικιά μου σκοπιά. Δεν θυμάμαι κανέναν πρωθυπουργό να βγήκε με τη λεβεντιά του, όλοι με τρικλοποδιές βγήκαν. Τουλάχιστον να αλλάζουν οι άνθρωποι που κάθονται στις καρέκλες. Να μην είναι συνέχεια οι ίδιοι. Δεν σου κρύβω ότι με στεναχωρεί πολύ η σημερινή κατάσταση. Δεν πρέπει να χάσουμε την αισιοδοξία μας, πρέπει να συνεχίσουμε να κάνουμε όνειρα. Εσάς τους νέους δεν σας φοβάμαι. Θα τη βρείτε την άκρη σας, όπως τη βρήκαμε κι εμείς. Για τους γέρους φοβάμαι, που τους κόβουν τις συντάξεις. Άτιμο πράγμα, όμως, και η ανεργία. Την έχω ζήσει στο πετσί μου. Πρέπει να φτιαχτούν δουλειές να δουλέψει ο κόσμος, αλλιώς θα ζήσουμε νέο κύμα μετανάστευσης προς το εξωτερικό.

Από τον Τσίπρα, που ήταν νέος και άφθαρτος, περίμενες περισσότερα πράγματα;
Ο Τσίπρας –θέλω να πιστεύω- επειδή είναι νέος, δεν τα 'ξερε καλά τα πράγματα, δεν περίμενε να βρει τέτοια κατάσταση. Τώρα, όμως, ξέρει. Να έχουμε δημοκρατία, να πιστεύει ο καθένας όπου θέλει, να μην πειράζει ο ένας τον άλλον. Εμένα αυτό με νοιάζει.

Η οικογένειά σου, είπαμε και πριν, έχει προσφυγικές καταβολές. Πώς βλέπεις την προσφυγική τραγωδία που εξελίσσεται τα τελευταία δύο χρόνια και στη χώρα μας;
Μακάρι η πατρίδα μας να μπορούσε να κάνει δικούς της αυτούς τους ανθρώπους. Δεν θα είχαμε χασούρα, κέρδος θα είχαμε. Να τους φτιάξουμε σπίτια και σχολεία, να εξασφαλίσουμε τα παιδιά τους και τη ζωή τους. Οι Έλληνες έχουμε φιλότιμο και φιλοξενία. Δεν έχουμε, όμως, υποδομές να το κάνουμε μόνοι μας αυτό. Πρέπει κι η Ευρώπη να βοηθήσει. Ελπίζω να μη δείξει απανθρωπιά η Ευρώπη. Οι λαοί ξεσηκώνονται, κάτι ζητάνε. Πρέπει να κοιτάξουμε, λοιπόν, να μην καεί το σπίτι του διπλανού. Άμα καίγεται το σπίτι του γείτονα, νομίζεις ότι το δικό σου δεν θα καεί; Ας προσέξουν οι αρχηγοί των κρατών πιο πολύ τον απλό άνθρωπο.

Έχεις υποστηρίξει και παλιότερα τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας.
Κι αυτά δικά μας παιδιά είναι. Στο είπα και πριν, δεν περισσεύει κανείς στη ζωή. Μην κοιτάς που μερικοί το παίζουν άνδρες και τους βρίζουν. Δηλαδήν αν ήταν δικά τους παιδιά, τι θα έκαναν; Θα τα έκαναν πέρα; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα.

Αυτήν την εποχή περνάς τον χρόνο σου στο στούντιο. Τι ετοιμάζεις;
Πριν λίγο καιρό βγήκε ο καινούργιος μου δίσκος με γενικό τίτλο «Γιώργος Μαργαρίτης: Τα δικά μου τραγούδια». Έχει οκτώ καινούργια και έξι παλιά τραγούδια. Κυκλοφόρησε με την εφημερίδα «Πρώτο Θέμα». Τώρα ετοιμάζω τέσσερις καινούργιες παραγωγές. Σ' αυτά υπάρχει κι ένα τραγούδι που ήταν να το πω πριν 30 χρόνια και θα το πω τώρα. Πιστεύω ότι αυτό το τραγούδι έχει κότσια και θα το αγαπήσει ο κόσμος. Έχω κι ένα όνειρο που το δουλεύω 40 χρόνια κι ελπίζω τη νέα χρονιά να ολοκληρωθεί. Ετοιμάζω επίσης και το βιβλίο μου.

Τη βιογραφία σου;
Την ταλαιπωρία μου, να το πούμε καλύτερα.

Δικές σου συνθέσεις φτιάχνεις;
Έχω γράψει 30 τραγούδια ως συνθέσεις και τώρα ετοιμάζω μια καινούργια παρτίδα. Κοίτα, μην κρυβόμαστε, δεν είμαι πια 30 χρονών. Αλλά η φωνή μου είναι μια χαρά. Ευτυχώς μ' έχει ο Θεός καλά και κάνω πράγματα που δεν τα έκανα ούτε τα πρώτα χρόνια της καριέρας μου.

«Τον θάνατο; Ε ναι, τον φοβάμαι»

Πιστεύεις στον Θεό;
Πιστεύω σε μια ανώτερη δύναμη. Άλλοι τον λένε Θεό, άλλοι Βούδα, άλλοι Αλλάχ. Όλοι στον ίδιο πιστεύουμε.

Αν έπρεπε να χαρακτηρίσεις τη ζωή σου με κάποιο από τα τραγούδια που έχεις πει, ποιο θα διάλεγες; Με ποιο νιώθεις ότι ταυτίζεσαι περισσότερο;
Είναι πολλά τα τραγούδια. Εγώ δεν υπήρξα καψούρης, ήμουν και είμαι πονεμένος τραγουδιστής. Σαν ένα ωραίο τραγούδι θα διάλεγα τον «τελευταίο πυρετό» του Άκη Πάνου.

Σ' έχουν αδικήσει στην καριέρα σου;
Πολλές φορές, αλλά και τι έγινε; Μες στο πρόγραμμα είναι κι αυτό. Όταν γεννιόμαστε είμαστε όλοι αθώοι. Στην πορεία -θες η μοίρα, θες η τύχη;-, κάποιοι βγάζουν κακία. Πρέπει να μπορείς να συγχωρείς.

Όσο περνούν τα χρόνια, φοβάσαι;
Τι εννοείς; Τον θάνατο; Ε ναι, τον φοβάμαι.

Κι αν έκανες έναν απολογισμό ζωής μέχρι τώρα, τι θα έλεγες; Καλά σου πήγε;
Αυτό μπορούσα, αυτό έκανα. Αφού έχω τα μάτια μου ανοιχτά, είμαι ευχαριστημένος. Ξυπνάω και βλέπω τη μέρα. Είναι μεγάλη υπόθεση αυτό.

Σ' ευχαριστούμε πολύ.
Κι εγώ σας ευχαριστώ και εύχομαι τα τέσσερα χρόνια του ελληνικού VICE, να γίνουν 1.004.

Περισσότερα από το VICE

Τι Έκανα τη Βραδιά Πριν Από τις Πανελλαδικές

Γονείς Εξηγούν πώς να Παραμείνεις Kinky Αφότου Κάνεις Παιδιά

H Συγκλονιστική Ιστορία του Γκάνγκστερ που Ξόδεψε Πάνω από ένα Εκατομμύριο Ευρώ σε Ναρκωτικά

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.