ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Υγεία

Όσα Έμαθα Δουλεύοντας Δύο Χρόνια σε Ένα από τα Μεγαλύτερα Νοσοκομεία της Αθήνας

Μια μέρα, ο διευθυντής μου είπε ξερά: «Σε λίγο θα πάρουμε λεφτά».

Κείμενο Άννα Νίνη
30 Οκτώβριος 2017, 6:00am

Οι φωτογραφίες είναι του Ορέστη Σεφέρογλου, από το άρθρο του VICE «Πέρασα Δύο Νύχτες Μέσα σε Ένα Ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ» και δεν έχουν σχέση με το νοσοκομείο, τα πρόσωπα και τις καταστάσεις που περιγράφονται στο παρόν άρθρο.

«Θα σε βάλω στις αιμοληψίες εσένα, γιατί μου φαίνεσαι έξυπνη», είπε η Διευθύντρια Προσωπικού, ενώ τηλεφώνησε στην άλλη υπάλληλο του τμήματος που θα με επέβλεπε και της είπε να έρθει να με παραλάβει. Μετά από λίγο, μια κοντοκουρεμένη κοκκινομάλλα με κοκάλινα ασπρόμαυρα γυαλιά και κόκκινο κραγιόν, ήρθε να με καλωσορίσει και να με πάει στο γραφείο όπου θα ξεκινούσα την πρακτική μου.

Πρέπει να ήμουν κάπου στα 21 όταν η σχολή μου με έστειλε στον Ερυθρό Σταυρό. Δεν ήμουν και τόσο ενθουσιασμένη με την επιλογή, αλλά πρώτον θα με πλήρωναν και δεύτερον, ήταν μια ευκαιρία να σταματήσω από την καφετέρια όπου εργαζόμουν. Κάπως έτσι, έναν βροχερό Οκτώβρη, γεμάτο ομπρέλες και κλισέ, πέρασα τις πύλες του νοσοκομείου, έσπρωξα τη βαριά ξύλινη πόρτα και πήρα μια πρώτη -όχι και τόσο καλά- αποστειρωμένη τζούρα από το σύστημα υγείας.

Μια μέρα, εντελώς κυνικά, ο διακοσμητικός διευθυντής μου είπε «Σε λίγο θα πάρουμε λεφτά».

Πολύ σύντομα κατάλαβα ότι τα νοσοκομεία είναι ξεκάθαρα το χειρότερο μέρος για να εργάζεται κάποιος. Είναι ένας τόπος απύθμενου πόνου που μυρίζει θάνατο, αχνιστό καφέ και αντισηπτικό, όπου είσαι αναγκασμένος να έρθεις αντιμέτωπος με τον άνθρωπο στα καλύτερα και στα χειρότερά του. Αν και έχουν περάσει σχεδόν εννέα χρόνια από τότε, δεν θα ξεχάσω ποτέ ένα πρωί που ανέβαινα τις πρώτες σκάλες της στρογγυλής μικρής πλατείας που βρίσκεται στη μέση του προαυλίου. Μια γυναίκα καθόταν στα σκαλιά κοιτώντας αποσβολωμένη, με ένα χαρτομάντηλο στο χέρι. Την ίδια στιγμή με εμένα, έφταναν εκεί τα παιδιά της, κρατώντας μια σακούλα με μπισκότα και χυμό. Πρόλαβα φευγαλέα να την ακούσω να τους ανακοινώνει ωμά και αυστηρά «Ακούστε να δείτε, ο μπαμπάς πέθανε» λες και ήθελε να τους επιβάλει τη σκέψη του θανάτου. Να τους κάνει να συνειδητοποιήσουν γρήγορα πως δεν θα δουν ξανά έναν άνθρωπο που μέχρι πριν από λίγες ώρες ανέπνεε. Θυμάμαι ακόμη πως σοκαρίστηκα τόσο, που άρχισα να περπατάω γρηγορότερα και δεν κοίταξα καν πίσω μου.

Κάπως έτσι ήταν κάθε μέρα στο νοσοκομείο. Γεμάτη θανάτους, φόβο, απόγνωση και θλίψη, που είσαι ανίκανος να τη διαχειριστείς. Άνθρωποι να φωνάζουν ότι πονούν, άνθρωποι να περιμένουν κλαίγοντας τον γιατρό, να τους ανακοινώσει αν πέτυχε κάποια επέμβαση, άνθρωποι να περιμένουν με τσάντες γεμάτες εξετάσεις, άνθρωποι να κρατάνε σφιχτά το κινητό τους για να ενημερώνουν συγγενείς. Και καφέδες. Άπειροι καφέδες. Για άλλους πρωινοί και για άλλους το δεκανίκι για να μείνουν λίγο ακόμα ξύπνιοι. Άνθρωποι ευάλωτοι και ανήμποροι που σε γεμίζουν με ένα ανεξήγητο αίσθημα ενοχής που δεν μπορείς να τους βοηθήσεις.

Στα νοσοκομεία η ανθρώπινη φύση δεν σε υπακούει, αλλά σε διατάζει δείχνοντάς σου πόσο εύθραυστος είσαι.

Τα νοσοκομεία, σου θυμίζουν πως δεν έχεις πολύ χρόνο. Είναι το σημείο εκείνο που η ανθρώπινη φύση δεν σε υπακούει, αλλά σε διατάζει δείχνοντάς σου πόσο εύθραυστος είσαι. Η άλλη όψη αυτής της εικόνας είναι οι άνθρωποι που ξεπερνούν τις ασθένειες. Εκείνοι που βγαίνουν από τα δύσκολα χειρουργεία και χαμογελούν, εκείνοι που ξεπερνούν τον πόνο και παίρνουν περιχαρείς εξιτήριο. Είναι τότε που από σκουπιδάκι νιώθεις ένας μικρός θεός και γεμίζεις απ' αυτό το συναίσθημα που σε κάνει να πιστεύεις ότι «Ναι, μπορώ να αντέξω τα πάντα και να τα ξεπεράσω».

Αυτές οι ακραίες καταστάσεις δεν σε αφήνουν ανεπηρέαστο όταν τις ζεις για 40 ώρες την εβδομάδα. Τον πρώτο καιρό που εργαζόμουν εκεί, επηρεάστηκα από τις ιστορίες, τα συμπτώματα και τις ασθένειες των ανθρώπων που συναναστρεφόμουν, σε σημείο να πιστεύω καθημερινά πως κάτι έχω. Κάθε 15 μέρες έβαζα τη νοσοκόμα του τμήματος αιμοληψιών -έναν εξαιρετικό άνθρωπο που δούλευε ακούραστα- να μου κάνει γενικές εξετάσεις για να είμαι συνεχώς βέβαιη πως είμαι υγιής. Στους τρεις μήνες που εργάστηκα στο συγκεκριμένο τμήμα, δεν ξέρω από πόσους γιατρούς πέρασα για να βεβαιωθώ πως δεν πάσχω από καμιά ανίατη ασθένεια που θα με καταδικάσει σε θάνατο. Ενδοκρινολόγοι, καρδιολόγοι, παθολόγοι και χειρουργοί, με ήξεραν με το μικρό μου όνομα επειδή τους είχα πρήξει με τις επανειλημμένες επισκέψεις μου.

Ο γιατρός είναι αναγκασμένος να κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί, διότι ποτέ δεν θα ρισκάρει να χάσει έναν ασθενή κατά τη διάρκεια της επέμβασης.

Αργότερα, με μετέφεραν σε άλλο τμήμα επειδή προκαλούσα προβλήματα στην υπεύθυνή μου. Το βασικό της πρόβλημα και ο λόγος που άλλαξα θέση, ήταν ότι δεν τηρούσα το ωράριο που είχε ορίσει στους ασθενείς. Για παράδειγμα, μετά από δική της πρωτοβουλία, είχε κολλήσει ένα χαρτί που έγραφε πως τα αποτελέσματα των εξετάσεων θα δίνονταν μετά τις 12 το μεσημέρι, κάτι που θεωρούσα αστείο αφού είχαμε άπλετο χρόνο και πριν. Σε αντίθεση με την ακούραστη και πάντα χαμογελαστή νοσοκόμα, συνήθως 11 με 12 έκανε το πρωινό της διάλειμμα και έλειπε από το γραφείο «για ένα καφεδάκι και για να φάω το σαντουιτσάκι μου», όπως έλεγε. Δεν είχα τι να κάνω, οπότε εάν κάποιος ερχόταν για να ζητήσει τις εξετάσεις του, απλώς τις έδινα εκτός του ωραρίου που είχε ορίσει, με αποτέλεσμα να εκνευριστεί τις δυο-τρεις φορές που με έπιασε επ' αυτοφώρω και να ζητήσει να της φέρουν κάποια άλλη πρακτικάρια.

Μεταφέρθηκα λοιπόν στην Ουρολογική Κλινική του Νοσοκομείου. Εκεί εργάζονταν τέσσερις ειδικευόμενοι, δύο επικουρικοί επιμελητές και τρεις διευθυντές, εκ των οποίων ο ένας λειτουργούσε σαν διακοσμητικός, αφού περίμενε απλώς τη σύνταξή του. Το γραφείο των γιατρών ήταν ένα πολύ μικρό δωμάτιο ελάχιστων τετραγωνικών στον δεύτερο όροφο, στο οποίο υπήρχαν μόλις τέσσερα μικρά γραφεία και μερικές καρέκλες για τις πρωινές συσκέψεις και για να κάθονται οι ειδικευόμενοι.


[VICE Video] Η Υγεία σε Κρίση

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Η δουλειά μου ήταν να γράφω τις εισαγωγές και τις εξαγωγές των ασθενών, να κλείνω φακέλους εξετάσεων ή να ανασύρω φακέλους από το αρχείο του νοσοκομείου, κάθε φορά που χρειαζόταν. Επίσης, να φτιάχνω τα ωράρια των χειρουργείων, να παρέχω γραμματειακή υποστήριξη και να φροντίζω για τις υλικοτεχνικές ανάγκες του γραφείου. Σε γενικές γραμμές, ήταν μια άψογη δουλειά που μου έδινε χρόνο να πίνω άπειρους καφέδες και να χαζεύω στο Διαδίκτυο όταν όλοι έλειπαν.

Αν και στην αρχή δυσανασχετούσα κάπως, επειδή έπρεπε να βρίσκομαι σε ένα δωμάτιο δέκα τετραγωνικών με δέκα γιατρούς, πολύ γρήγορα με συνήθισαν και τους συνήθισα. Ίσως έφταιγε η ηλικία μου, όμως όλοι μου φέρονταν εξαιρετικά καλά. Οι γιατροί είναι πολύ περίεργο είδος. Μπορούν να γίνουν άγιοι και διάολοι, παρανοϊκοί και λογικοί, ψύχραιμοι και πανικοβλημένοι παράλληλα.

Στον αντίποδα όλων αυτών των πραγμάτων, υπήρχαν γιατροί με ανθρωπιά σε περίσσευμα.

Μια μέρα, εντελώς κυνικά, ο διακοσμητικός διευθυντής μου είπε «Σε λίγο θα πάρουμε λεφτά» και μου εξήγησε πως πριν από τρία χρόνια είχε χειρουργήσει έναν ασθενή με καρκίνο στον προστάτη. Από τότε, αν και ο ασθενής ήταν μια χαρά, του έλεγε πως πρέπει κάθε δυο μήνες να κάνει μια συγκεκριμένη εξέταση -αν θυμάμαι καλά, κυστεοσκόπηση- έναντι της ταρίφας των 200 ευρώ. Εννοείται πως αυτά τα περιστατικά γίνονται απροκάλυπτα μέσα στα ιατρεία. Δεν ήταν ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία φορά που έβλεπα γιατρό να χρηματίζεται ή να λέει τέτοιου είδους ψέματα σε ασθενείς.

Για την ακρίβεια, ο χρόνος που πέρασα εκεί ήταν μάθημα ζωής, αφού τα ελληνικά νοσοκομεία κλείνουν μέσα τους περισσότερη ίντριγκα από το House of Cards και το Grey's Anatomy μαζί. Εκεί έμαθα, για παράδειγμα, πως το να χρηματίζεται ένας γιατρός πριν το χειρουργείο είναι δωροδοκία, ενώ το να παίρνει τα χρήματα μετά το χειρουργείο, θεωρείται «ευχαριστώ» εκ μέρους του ασθενή. Εκεί έμαθα πως στην ουσία τα χρήματα που δίνονται, δεν δίνονται τόσο για τη διαδικασία του χειρουργείου. Ο γιατρός είναι αναγκασμένος να κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί, διότι ποτέ δεν θα ρισκάρει να χάσει έναν ασθενή κατά τη διάρκεια της επέμβασης και να κινηθούν οι συγγενείς του δικαστικά με το ενδεχόμενο να ανακαλύψουν κάποιο ιατρικό λάθος. Τα χρήματα που ζητούν είναι για την υποτιθέμενη μετεγχειρητική αντιμετώπιση του ασθενή, την οποία όμως θα λάβει έτσι κι αλλιώς. Εκεί βούταγα στην παράνοια όταν άκουγα τους ίδιους γιατρούς που έπαιρναν «φακελάκι» να λένε πως «Τα χρήματα δεν παίζουν κανένα ρόλο. Όλοι έχουν χρήματα και είναι σίγουρο ότι θα βρουν να δώσουν χρήματα. Σημασία στα νοσοκομεία έχει να έχεις γνωστούς». Παρόλα αυτά, δημιουργούσαν οι ίδιοι την ψευδαίσθηση στους ασθενείς πως ο επιπλέον χρηματισμός είναι απαραίτητος.

Διαβάστε ακόμη: Πλέον Δίνουμε Φακελάκι και για να Περάσουμε τα Μαθήματα στο Πανεπιστήμιο

Η συνταγή ήταν κλασική και ήθελε τον γιατρό να καλεί τους συγγενείς για να τους ενημερώσει για την επέμβαση και τους κινδύνους της. Την ίδια τακτική ακολουθούσαν και κάποιοι αναισθησιολόγοι, κάνοντας ψυχολογικό πόλεμο και παίζοντας το χαρτί της επικινδυνότητας την ώρα που κάποιος είναι ευάλωτος. Άλλοι ορίζουν τα χρήματα και άλλοι είναι πιο διακριτικοί, παίρνοντας ό,τι έχει ευχαρίστηση ο συγγενής του αρρώστου.

Καμιά φορά, νόμιζα πως η παραπάνω εικόνα, που -ας είμαστε ειλικρινείς- έχει παγιωθεί στο σύστημα υγείας, έχει κάνει τους ασθενείς να υποφέρουν από κάτι που μοιάζει με το Σύνδρομο της Στοκχόλμης. Το πιο κραυγαλέο παράδειγμα γι' αυτήν τη νοοτροπία που μπορώ να ανακαλέσω από τις μνήμες μου, είναι ένα περιστατικό στο οποίο ένας καρκινοπαθής θέλησε να μου δώσει 20 ευρώ «για να πιω ένα καφεδάκι», προκειμένου να του βγάλω το πιστοποιητικό αναπηρίας του. Τα πιστοποιητικά δίνονταν κάθε Τετάρτη, επειδή τότε είχαν χρόνο οι γιατροί. Ο ασθενής ήρθε Τρίτη και μου είπε πως την επόμενη μέρα περνούσε από την επιτροπή που θα εξέταζε τις γνωματεύσεις του. Η δική μου δουλειά ήταν απλώς να ανασύρω τον φάκελό του, να φωτοτυπήσω το παλιό του πιστοποιητικό και να τα προωθήσω στον αρμόδιο γιατρό που θα του έγραφε τη γνωμάτευση βάσει των εξετάσεών του. Του είπα λοιπόν πως, από την πλευρά μου, θα κάνω ό,τι μπορώ και πως θα πρέπει να περιμένει μέχρι να βγει ο γιατρός από το χειρουργείο. Αρνήθηκα τα χρήματα και του είπα αμήχανα πως δεν πίνω καφέ.

Το ίδιο παιχνίδι παίζουν και οι φαρμακευτικές.

Κάθε πρωί έξω από τα γραφεία των γιατρών, μαζί με τους ασθενείς, περίμεναν τρεις-τέσσερις κουστουμαρισμένοι τύποι, εκπρόσωποι φαρμακευτικών εταιριών. Μπορούσες εύκολα να τους διακρίνεις από το dress code και τον χαρτοφύλακα που κουβαλάνε πάντα. Δεν γνωρίζω αν η διαφθορά και οι σχέσεις μεταξύ γιατρών και φαρμακοβιομηχανιών έχουν σταματήσει, όμως την περίοδο που εργαζόμουν, τα προνόμια που υπόσχονταν οι εκπρόσωποί τους ήταν σκανδαλώδη. Δείπνα στο Χίλτον, φαγοπότια σε ταβέρνες, χρηματοδότηση για να λάβουν μέρος σε συνέδρια και δώρα. Από βιβλία έως ταξίδια, οι γιατροί, ανάλογα με τη θέση τους, είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν οτιδήποτε προκειμένου να δώσουν σε ασθενείς συγκεκριμένα φάρμακα. Έκαναν δώρα όπως βιβλία και αρώματα, ακόμη και σ' εμένα που δεν είχα καν τη δυνατότητα να συνταγογραφώ, επειδή ήμουν μια απλή γραμματέας.

Ναι, υπάρχουν στα νοσοκομεία κάποιοι μικροί ήρωες που μεγάλωσαν και κράτησαν το παιδικό τους όνειρο, που τους ήθελε να σώζουν ζωές.

Στον αντίποδα όλων αυτών των πραγμάτων, υπήρχαν γιατροί με ανθρωπιά σε περίσσευμα. Εκείνοι που με δυσκολία ανακοίνωναν στους συγγενείς και σε ασθενείς πως ο άνθρωπός τους κατέληξε ή πάσχει από κάποια ασθένεια. Εκείνοι που με προσωπικό κόστος έκοβαν ώρες από τη ζωή τους επειδή το σύστημα υγείας από τότε υπολειτουργούσε. Άνθρωποι που έχαναν τα γενέθλια των παιδιών τους για να αντιμετωπίσουν ένα έκτακτο περιστατικό και εξηγούσαν στους συντρόφους τους πως πάλι πρέπει να δουλέψουν.

Κυκλοφορούσαν χλωμοί και με μαύρους κύκλους από την κουραστική εφημερία ή τα πολύωρα χειρουργεία και όταν τους έφερναν δώρα οι ασθενείς, τα μοίραζαν σε άλλους αρρώστους και νοσοκόμες. Άνθρωποι με λευκές ρόμπες και σαμπό, που όταν κάποιος τους ρωτούσε «Γιατρέ τι σας χρωστάω;», έλεγαν «Να προσέχετε την υγεία σας» και απομακρύνονταν ταπεινά χωρίς δεύτερη σκέψη ή έδιναν δωρεάν φάρμακα σε ανθρώπους που ήξεραν πως δεν έχουν ούτε ταμείο, ούτε τσέπη να ξεπεράσουν την ασθένειά τους. Ναι, υπάρχουν στα νοσοκομεία κάποιοι μικροί ήρωες που μεγάλωσαν και κράτησαν το παιδικό τους όνειρο, που τους ήθελε να σώζουν ζωές.

Το ότι υπάρχουν αυτές οι εκ διαμέτρου αντίθετες φιγούρες, εκείνη του γιατρού που θέλει να ιδιωτεύει μέσα σε δημόσια νοσοκομεία και εκείνη του γιατρού που αναγκάζεται να τρώει το απαίσιο φαγητό των εστιατορίων επειδή είναι δωρεάν, κάνει το φαινόμενο του χρηματισμού τόσο εξοργιστικό. Επειδή κάποιοι φροντίζουν να εκμεταλλευτούν τον πόνο και την ευαλωτότητα της αρρώστιας, ενώ κάποιοι άλλοι κάνουν τα πάντα για να τον καθησυχάσουν.

Ναι, ο γιατρός πρέπει να πληρώνεται για τις υπηρεσίες του και μάλιστα αδρά. Οι γιατροί και οι δάσκαλοι θα πρέπει να πληρώνονται παραπάνω, ακριβώς επειδή ασκούν ένα τρομερά ψυχοφθόρο επάγγελμα το οποίο έχει άμεσες επιπτώσεις στις ζωές των άλλων. Είναι οι άνθρωποι που προσφέρουν ίσως τα περισσότερα αγαθά στην κοινωνία. Η αλλαγή θα πρέπει να γίνει πρώτα από τους ίδιους τους ασθενείς. Να αποτινάξουμε την ψευδαίσθηση πως «δεν γίνεται διαφορετικά». Ακριβώς την ίδια ψευδαίσθηση που έχει καλλιεργηθεί με τα διπλώματα οδήγησης, τις άδειες στα μαγαζιά, στα τελωνεία και με τόσα άλλα πράγματα. Να αναγκάσουμε όλους εκείνους που μαυρίζουν ένα τέτοιο επάγγελμα να κάνουν τη δουλειά τους με κάποια καταγγελία και να είμαστε ευγενικοί, γεμάτοι κατανόηση με όσους σώζουν ζωές χωρίς να ζητούν κανένα απολύτως αντάλλαγμα.

Περισσότερα από το VICE

Είμαι Ένας από τους Ελάχιστους Ανθρώπους στον Κόσμο που Δεν Μπορεί να Κόψει το Κάπνισμα Επειδή θα Αρρωστήσει

Eργαζόμενοι σε Vegan Εστιατόρια μας Λένε την Άποψή τους για τους Vegan

Να τι Κάνει στο Σώμα σου η «Μια Γραμμούλα Πού και Πού»

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Tagged:
Features
Πόνος
θάνατος
νοσοκομείο
γιατροί
επάγγελμα
ασθενείς
δωροδοκία
σύστημα υγείας
Ερυθρός Σταυρός
νοσηλευτική
Φαρμακοβιομηχανίες
φακελάκια