Φωτογραφίες

Η Μάχη των Γονιών μου με τον Καρκίνο σε Τελικό Στάδιο

«Ήταν σαν να τους είχε παίξει ένα σκληρό παιχνίδι η μοίρα, όμως υπήρχε κάτι όμορφο στο γεγονός ότι είχαν ο ένας τον άλλον».

Κείμενο Rebecca Kamm
07 Μάιος 2018, 3:30am

Φωτογραφίες: Nancy Borowick

Ό,τι αφορά στα φωτογραφικά project, δεν υπάρχει κάτι πιο προσωπικό από το να καταγράφεις τους δυο γονείς σου που δίνουν μάχη με τον καρκίνο τέταρτου σταδίου - και δεν υπάρχει κάτι πιο δύσκολο, ψυχολογικά, να εκτελέσεις. Όμως η φωτογράφος με έδρα το Γκουάμ, Nancy Borowick, λέει ότι η καταγραφή του ταξιδιού των γονιών της τη βοήθησε να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη τους, καθώς και να συλλάβει με τον φακό της τη δύναμη και την αξιοπρέπεια που επέδειξαν προτού πεθάνουν.

Το VICE μίλησε με την Borowick για το τελικό αποτέλεσμα με τίτλο Family Imprint (Οικογενειακό Αποτύπωμα), καθώς και για το πώς ήταν να αποτυπώνει την αγάπη και τη ζωή υπό την απειλητική σκιά του θανάτου.

«Ο μπαμπάς μου ονόμασε αυτές τις καρέκλες “δική του" και "δική της”. Σχεδόν κάθε εβδομάδα, η μαμά και ο μπαμπάς μου πήγαιναν μαζί για χημειοθεραπείες. Ήταν σαν να τους είχε παίξει ένα σκληρό παιχνίδι η μοίρα, όμως υπήρχε κάτι όμορφο στο γεγονός ότι είχαν ο ένας τον άλλον».

VICE: Το Family Imprint είναι απίστευτα συγκινητικό. Τι ήθελες να αποτυπώσεις και να μεταδώσεις, όταν έβγαζες τις φωτογραφίες;
Nancy: Ο καρκίνος ήταν αυτό που ξεκίνησε το project, όμως όταν ξεκίνησα να τραβάω τις φωτογραφίες, η ιστορία που τελικά κατέληξα να διηγούμαι και που μου έδειχναν [οι γονείς μου] ήταν ξεκάθαρο ότι δεν είχε να κάνει με την ασθένεια, τον θάνατο ή τον φόβο. Είχε να κάνει με τη ζωή και την αγάπη. Ήταν μια αντανάκλαση της δύναμής τους και ένας τρόπος να απαθανατίσω τους γονείς μου, οι οποίοι με ενέπνεαν σε κάθε στιγμή. Ελπίζω να το μετέδωσα αυτό.

«Παρόλο που ο πατέρας μου ήταν πολύ άρρωστος, τον έκανε πολύ χαρούμενο να κάνει τη μητέρα μου να γελάει. Η συγκεκριμένη στιγμή είναι ένα βράδυ που τρώγαμε, λίγο αφότου σηκώθηκε ο πατέρας μου, για να βάλει τα πιάτα του στο νεροχύτη».

Πώς νιώθεις, όταν κοιτάς τώρα αυτές τις εικόνες;
Παραδόξως, μου είναι πολύ εύκολο να τις κοιτάω. Φυσικά, υπάρχουν στιγμές που ενεργοποιείται κάποια ανάμνηση και αναστατώνομαι, αλλά με παρηγορεί να ξέρω ότι όλο αυτό τιμά τη μνήμη τους. Επίσης, θέλω να τους κρατήσω ζωντανούς, με μια έννοια και να μοιραστώ τη σοφία και την οπτική τους με τον κόσμο.

Ένα πράγμα που πιστεύω ότι με βοηθάει συναισθηματικά είναι ότι οι εικόνες είναι ασπρόμαυρες. Οι φωτογραφίες ήταν έγχρωμες εικόνες αρχικά, αλλά πήρα την απόφαση να τις αλλάξω σε ασπρόμαυρο για συγκεκριμένους λόγους: Πρώτον, ο κόσμος γύρω μου ήταν σαν μια δίνη που στροβιλιζόταν και δεν έβλεπα χρώματα. Το σύμπαν μου ήταν άνω κάτω, διότι ποτέ δεν πίστευα ότι στην ηλικία των 28 θα έχανα και τους δυο γονείς μου.

Επίσης, κάθε φωτογραφία που τράβηξα έμοιαζε με ανάμνηση και ήθελα απεγνωσμένα να θυμάμαι τα πάντα - και η μνήμη, για εμένα, είναι κάτι ασπρόμαυρο. Τέλος, δεν υπήρχε λόγος να έχουν χρώμα. Δεν είχε κανέναν ρόλο στην ιστορία και όταν κοιτάω τις εικόνες μου δεν θυμάμαι καν πώς έμοιαζαν με χρώμα.

«Από εδώ ο Μωυσής, ένα εξάχρονο σκυλί που είναι διασταύρωση παγκ και Μπόστον τεριέ το οποίο μας είχε δανείσει μια φίλη. Τον μοιράστηκε μαζί μας, επειδή ήταν σκύλος θεραπείας και σκέφτηκε ότι θα μας έφτιαχνε τη διάθεση. Είχε δίκιο. Μας χάρισε το γέλιο που όλοι χρειαζόμασταν, όσο η μητέρα μου διένυε τις τελευταίες δύο εβδομάδες της ζωής της. Σε αυτό το στάδιο δεν άντεχε να την αγγίζουμε, όμως δεν την πείραζε, όταν ο Μωυσής πηδούσε πάνω της και την αγκάλιαζε».

Όπως αποδείχθηκε, αυτή η απόφαση ήταν ζωτικής σημασίας για εμένα. Τον χειμώνα του 2016, κέρδισα ένα βραβείο στον διαγωνισμό World Press Photo. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να τους στείλω τα RAW αρχεία μου και καθώς κοιτούσα τις εικόνες μου, ξέσπασα ξαφνικά σε κλάματα, όταν είδα τον πατέρα μου στο φέρετρο. Είχα δει αυτές τις εικόνες εκατοντάδες φορές και ήμουν εντάξει. Αναρωτήθηκα, λοιπόν, γιατί τώρα;

Συνειδητοποίησα ότι η τελευταία φορά που είχα δει την εικόνα με χρώμα ήταν η στιγμή που την τράβηξα, η στιγμή που την έζησα. Η ζωή και η πραγματικότητα έχουν χρώμα και έτσι μεταφέρθηκα κατευθείαν στην κηδεία του πατέρα μου. Κατά κάποιον τρόπο, η απόφασή μου να κάνω ασπρόμαυρες τις φωτογραφίες με προστάτευσε από την αβάσταχτη πραγματικότητα. Μου επέτρεψε να κρατήσω κάποια απόσταση.

«Αυτή η εικόνα αντιπροσωπεύει σε μεγάλο βαθμό όλα αυτά που έκαναν τη μαμά μου την εκπληκτική γυναίκα που ήταν. Ήταν ισχυρή και ατρόμητη και όταν τα πράγματα γίνονταν πολύ δύσκολα, στρεφόταν στο χιούμορ, για να βοηθήσει τον εαυτό της και εμάς να το αντέξουμε όλο αυτό».

Αντιμετώπισες συγκεκριμένες προκλήσεις σε αυτό το project; Πώς ένιωσαν οι γονείς που βρέθηκαν στη θέση του θέματος;
Ειλικρινά, δεν αντιμετώπισα πολλές προκλήσεις. Οι γονείς μου ήταν πολύ ανοιχτοί μαζί μου και μου επέτρεψαν να καταγράψω τις ζωές μας σε μια τόσο ευαίσθητη στιγμή. Πιστεύω ότι το έκαναν, επειδή αισθάνονταν ότι από τη στιγμή που με βοηθούσε να επεξεργαστώ αυτό που συνέβαινε, ήθελαν να έχω αυτήν τη διέξοδο. Έζησαν για εμάς τα παιδιά τους και ήμασταν πολύ τυχερά που τους είχαμε. Μόλις δημοσιεύτηκε η αρχή της ιστορίας μας και άνθρωποι από όλον τον κόσμο ξεκίνησαν να επικοινωνούν με τους γονείς μου, για να τους ευχαριστήσουν για την ειλικρίνεια και την ευαισθησία τους, έγιναν ακόμη πιο πρόθυμοι να μοιραστούν με άλλους αυτές τις στιγμές – τι είχαν να χάσουν άλλωστε, από τη στιγμή που βοηθούσαν και άλλους ανθρώπους έτσι;

«Αυτή ήταν η τρίτη φορά που ο πατέρας μου χρειάστηκε να ξυρίσει το κεφάλι της μαμάς μου, μιας και ήταν η τρίτη φορά που είχε καρκίνο. Ήταν τόσο γελοίο, σχεδόν αστείο, με μια παράδοξη έννοια. Η μητέρα μου, όπως ήταν αναμενόμενο, έφτιαξε την ατμόσφαιρα και μας έκανε να κατουρηθούμε από τα γέλια. Είναι το κλισέ των κλισέ, όμως είναι αλήθεια: το γέλιο είναι το καλύτερο φάρμακο».

Πού είναι η βάση σου; Ήθελες πάντα να γίνεις φωτογράφος;
Μεγάλωσα σε ένα προάστιο της Νέας Υόρκης και έζησα στη Νέα Υόρκη για μια δεκαετία. Ωστόσο, το φθινόπωρο του 2016, ο σύζυγός μου και εγώ αποφασίσαμε ότι έπρεπε να κάνουμε μια αλλαγή, επειδή δουλεύαμε πάρα πολύ και ζούσαμε ελάχιστα. Αν υπάρχει ένα μάθημα που πήραμε από την εμπειρία της απώλειας των γονιών μου, ήταν ότι η ζωή είναι σύντομη, γι’ αυτό αποφασίσαμε να ζήσουμε μια περιπέτεια. Αυτή η περιπέτεια μάς οδήγησε 13.000 χιλιόμετρα μακριά, στον τροπικό παράδεισο του Γκουάμ, στον βόρειο Ειρηνικό Ωκεανό, όπου ζούμε τον τελευταίο ενάμιση χρόνο.

Δεν ήμουν πάντα φωτογράφος, όμως πάντα υπήρξα αφηγήτρια. Όταν ήμουν παιδί, ένας δάσκαλος είπε στη μητέρα μου ότι ήμουν η «μαρτυριάρα» της τάξης και πιστεύω ότι από εκεί πήρα την επιθυμία και την ανάγκη μου να μαθαίνω και να κατανοώ τις ιστορίες άλλων ανθρώπων. Πήρα μια φωτογραφική μηχανή στο Γυμνάσιο και έφτασα εδώ που είμαι σήμερα, 18 χρόνια αργότερα, όπου εργάζομαι ως επαγγελματίας φωτογράφος τα τελευταία οκτώ χρόνια. Τώρα είναι σπάνιο να με βρει κανείς χωρίς φωτογραφική μηχανή, επειδή, όπως λέμε συχνά εμείς οι φωτογράφοι, η φωτογραφική είναι μια προέκταση του ποιοι είμαστε.

«Είχα διαλέξει ημερομηνία γάμου σε τέσσερις μήνες και ήμουν πεπεισμένη ότι οι γονείς μου θα κατάφερναν να έρθουν – πράγματι, τα κατάφεραν. Έβαλα μια κάμερα πάνω σε ένα δέντρο στο σημείο που γινόταν η τελετή και έδωσα το τηλεχειριστήριο σε έναν φίλο μου».

«Αυτή η φωτογραφία τραβήχτηκεσε μια πισίνα στη Νάπολη της Φλόριντα, αμέσως μετά τη διάγνωση του πατέρα μου με καρκίνο τέταρτου σταδίου στο πάγκρεας. Ήταν παντρεμένοι για 34 χρόνια. Αυτό που λατρεύω σε αυτήν την εικόνα είναι ότι ακόμη και μετά από αυτό το διάστημα και παρ’ όλο που δεν αισθάνονταν και τόσο καλά, ήταν ακόμη πολύ τρυφεροί ο ένας με τον άλλο».

«Αυτή η φωτογραφία είναι η αγαπημένη μου. Μου θυμίζει πόσο ευάλωτοι ήταν, πόσο δυνατοί ήταν, πόσο υποστήριζαν ο έναςτον άλλο και πόση αγάπη υπήρχε μεταξύ τους».

«Στην εβραϊκή παράδοση, συνηθίζεται να τιμούν οι οικείοι ένα αγαπημένο πρόσωπο που πέθανε με μια επίσκεψη στο μνήμα του έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, για να “ξεσκεπάσουν” την ταφόπλακά του και να το θυμηθούν... Οι δυο τους ήταν και πάλι μαζί και αυτό μας βοήθησε να κατανοήσουμε λίγο περισσότερο τα πράγματα και να προχωρήσουμε».

To άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο VICE Australia.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

To «El Sombrero» Γράφει Ποδοσφαιρικές Ιστορίες για Όσους δεν Έχουν Ιδέα από Ποδόσφαιρο

Η Πραγματικά Άβολη Κουβέντα που Πρέπει να Κάνουμε για την 22χρονη που Παράτησε το Παιδί της

87 Μέρες, 23 Ώρες, 2 Λεπτά και 39 Δευτερόλεπτά στον Ευαγγελισμό Μεταξύ Ζωής και Θανάτου

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.