Συνέντευξη

Στο Αινιγματικό Μυαλό του Πάνου Κοκκινόπουλου: Έγκλημα, Πούρα και Hitchcock

Συναντήσαμε τον γνωστό Έλληνα σκηνοθέτη και μιλήσαμε μαζί του για την τηλεόραση, τη μουσική - όλα όσα τον απασχολούν.

Κείμενο Φροίξος Φυντανίδης; φωτογραφίες Πάνος Κέφαλος
24 Οκτώβριος 2018, 8:00am

Σάββατο απόγευμα, η Αθήνα ακροβατεί μεταξύ καλοκαιριού και φθινοπώρου, καθώς όσο ο ήλιος βρίσκεται ψηλά στον ουρανό έχει ζέστη και όσο περνάει η ώρα, ο καιρός μάς θυμίζει ότι βρισκόμαστε στα τέλη του Οκτωβρίου. Βλέπω κάποιους τουρίστες φορτωμένους με τσάντες να ψάχνουν για ταξί -από τους τελευταίους «καλοκαιρινούς» τουρίστες της πόλης-, ενώ η κίνηση στη Βασιλίσσης Σοφίας είναι χαλαρή: λογικό, αν σκεφτείς ότι η ώρα πλησιάζει πέντε το απόγευμα και όσοι είχαν πάρει τους δρόμους από το πρωί για καφέ και ψώνια, πλέον έχουν επιστρέψει στη βάση τους, για να γεμίσουν μπαταρίες, ενόψει της καθιερωμένης σαββατιάτικης εξόδου.

Προσπερνάω το Hilton και στρίβω δεξιά στην οδό Χατζηγιάννη Μέξη, εκεί που στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας στεγάζεται η Frenzy Productions - μια εταιρεία παραγωγής που έχει εμπνευστεί το όνομά της από την ομώνυμη ταινία του Alfred Hitchcock. Εκεί έχει οριστεί και το ραντεβού μου με τον Πάνο Κοκκινόπουλο. Μας υποδέχεται η Μπέση Βουδούρη -«mastermind της Frenzy», όπως θα μου πει λίγο αργότερα ο γνωστός σκηνοθέτης- και μας οδηγεί στα μέσα γραφεία. Ο Πάνος Κέφαλος σκανάρει το μέρος, για να βρει το καλύτερο σημείο για τη φωτογράφιση, όσο εγώ κοιτάω τις σημειώσεις μου και χαζεύω τον χώρο.

«Εμείς δεν κάνουμε σίριαλ με την κλασική έννοια, δηλαδή δεν κάνουμε γυρίσματα στους ίδιους χώρους, με τους ίδιους ηθοποιούς, λέγοντας την ίδια ιστορία».

Πέντε λεπτά αργότερα, έρχεται και ο Πάνος Κοκκινόπουλος. Ντυμένος απλά, με μαύρα ρούχα, ένα μαύρο baseball cap και το πούρο-σήμα κατατεθέν του στο στόμα. «Συγγνώμη για την καθυστέρηση, αλλά ήμουν μέχρι τις πέντε το πρωί στο μοντάζ και κοιμήθηκα στις επτά», μου λέει και προχωράμε προς το γραφείο του, περνώντας δίπλα από κούτες, μεγάλους καθρέφτες και κρεμάστρες με ρούχα. «Είχατε την αίσθηση ότι θα μπαίνατε σε τίποτα κυριλάτα γραφεία, αλλά εδώ είμαστε οικογένεια. Συν τοις άλλοις, ξεκίνησαν να επιστρέφουν τα πράγματα από τα γυρίσματα σήμερα», συμπληρώνει, ενώ καθόμαστε.

1540308838537-02

Κοιτάω τις σημειώσεις μου και τις βάζω στην άκρη. Όχι ότι δεν είχα ετοιμάσει πράγματα να τον ρωτήσω, αλλά γεννήθηκαν νέες ερωτήσεις. Κοιτάζοντας τον χώρο, το βλέμμα μου είχε πέσει στη φανέλα του Παναθηναϊκού που κρέμεται από τον καλόγερο. «Είναι η φανέλα του Djibril Cissé, υπογεγραμμένη από τον ίδιο», τονίζει και συμπληρώνει: «Εσύ είσαι ΑΕΚ, ε; Φαίνεται».

Αυτό, όμως, που πραγματικά μου έκανε εντύπωση ήταν τα τρία μεγάλα κολάζ που διακοσμούσαν το έξω γραφείο, με φωτογραφίες των γνωστότερων ηθοποιών της τελευταίας 20ετίας. Αλήθεια, υπάρχει κάποιος ηθοποιός που του άρεσε, αλλά δεν κατάφερε να δουλέψει ποτέ μαζί του, αναρωτιέμαι και μπαίνουμε σε ρυθμούς συνέντευξης: «Όχι, με όσους ηθοποιούς ήθελα να δουλέψω μαζί, έχω δουλέψει. Τουλάχιστον από τους παλιούς», μου λέει με αφοπλιστική ειλικρίνεια και συμπληρώνει: «Φυσικά υπάρχουν και νέοι ηθοποιοί, που θα ήθελα να συνεργαστώ μαζί τους, απλώς ακόμα δεν έχει εμφανιστεί η κατάλληλη ευκαιρία. Τυχαία να σου πω ένα όνομα που μου ήρθε τώρα - ο Γιώργος Χρυσοστόμου, ένας ηθοποιός που θα ήθελα να δουλέψω μαζί του και πιστεύω ότι στο μέλλον θα συνεργαστούμε».

«Κινηματογράφο κάνω. Απλώς το κάνω με διαφορετικό τρόπο. Η αλήθεια είναι ότι είχα στα σκαριά να δημιουργήσω μια ταινία μετά από χρόνια - και θα γινόταν, αν δεν προέκυπτε η σειρά (σ.σ. το Ου Φονεύσεις

Άλλωστε, για τον Πάνο Κοκκινόπουλο οι ηθοποιοί δεν είναι απλά ένα ακόμη απρόσωπο κομμάτι στη δουλειά του. «Είναι αγαπημένοι συνεργάτες, δεν είναι απλώς ηθοποιοί και αυτό είναι βασικό. Το θέμα δεν είναι να είσαι καλός ηθοποιός και σκατά ως άνθρωπος. Η ουσία είναι να είσαι και καλός ηθοποιός και καλός συνεργάτης. Αυτή είναι η βασική αρχή, γι' αυτό και εμείς εδώ είμαστε οικογένεια». Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν έχει έρθει κάποια στιγμή σε αντιπαράθεση με κάποιον ηθοποιό, «αλλά σε αυτά τα 40 χρόνια είναι ελάχιστες οι φορές που έχει συμβεί κάτι τέτοιο».

Ήρεμος, με σταθερή φωνή και σίγουρος στις απαντήσεις του, όσο περνούσε η ώρα, μας έβαζε στον κόσμο του - έναν κόσμο γεμάτο με τηλεόραση. «Εμείς δεν κάνουμε σίριαλ με την κλασική έννοια, δηλαδή δεν κάνουμε γυρίσματα στους ίδιους χώρους, με τους ίδιους ηθοποιούς, λέγοντας την ίδια ιστορία. Σε κάθε επεισόδιο αλλάζουν όλα - η ιστορία, οι ηθοποιοί, ο χώρος, η αφήγηση και αυτό κάνει τη σειρά πιο κινηματογραφική. Ουσιαστικά, είναι περισσότερο μια ταινία μεσαίου μήκους, παρά μια σειρά», τονίζει, προτού μου αποκαλύψει και τη μεγάλη του πρόκληση: «Η τηλεόραση είναι ένας εισβολέας που μπαίνει στο σπίτι σου. Οι άνθρωποι ανοίγουν την τηλεόραση, για να ξεφύγουν από τον θάνατο. Είναι μια παρέα, που πολλές φορές λειτουργεί σαν το ραδιόφωνο – δηλαδή, ανάβουν την τηλεόραση, αλλά δεν παρακολουθούν, απλώς θέλουν να τη νιώθουν μέσα στον χώρο, ενώ κάνουν τις δουλειές τους. Η πρόκληση για μένα είναι να καταφέρω να κρατήσω τους θεατές μπροστά στην τηλεόραση».


VICE Video: Ο Σκηνοθέτης Πίσω από τη Χειρότερη Ταινία που Γυρίστηκε Ποτέ

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Αν κρίνουμε από τα νούμερα της 10ης Εντολής, τα έχει καταφέρει μια χαρά. Κάτι που θέλει να επαναλάβει και με το Ου Φονεύσεις. Όμως, τι διαφορές θα δούμε στη νέα του σειρά, σε σχέση με τα παλιότερα project του; «Δύο είναι οι διαφορές: η μία είναι αφηγηματικού τύπου και η άλλη στο αισθητικό κομμάτι», λέει ο Πάνος Κοκκινόπουλος και μου εξηγεί: «Δραματουργικά, προσπαθούμε να μην έχει τόσο διάλογο, τα πράγματα να μην εξηγούνται και να μη λέγονται, αλλά να εννοούνται ή να φαίνονται. Να δημιουργείται μια αίσθηση ασφυξίας στον θεατή. Όσο για το αισθητικό κομμάτι, αυτό πλέον είναι πιο κινηματογραφικό - δουλεύουμε με κινηματογραφική κάμερα, σταθερούς φακούς, θολά πλάνα ή με εμπόδια, σαν να προσπαθούμε να δυσκολέψουμε τον θεατή να δει αυτό που πρέπει».

1540308872040-05

Αυτό πάντως που με προβληματίζει είναι γιατί έχει τόσα χρόνια να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο: «Μα, κινηματογράφο κάνω. Απλώς το κάνω με διαφορετικό τρόπο. Η αλήθεια είναι ότι είχα στα σκαριά να δημιουργήσω μια ταινία μετά από χρόνια - και θα γινόταν, αν δεν προέκυπτε η σειρά». Όσο για το θέατρο; «Έχω κάνει και θέατρο, αλλά με εκνευρίζει. Δεν ορίζεις εσύ ως σκηνοθέτης πώς θα γίνει, οι ηθοποιοί το ορίζουν. Θα σου πω τη βασική διαφορά ανάμεσα στο θέατρο και τον κινηματογράφο: στο θέατρο κάνεις casting, πρόβες, πρόβες, πρόβες, γίνεται η πρεμιέρα, ο σκηνοθέτης πάει σπίτι του και οι ηθοποιοί παίζουν για δύο, τρεις, έξι μήνες. Στον κινηματογράφο κάνεις casting, πρόβες, πρόβες, πρόβες, γύρισμα, γύρισμα, γύρισμα, μετά οι ηθοποιοί πάνε σπίτι τους και ο σκηνοθέτης δουλεύει άλλους τρεις μήνες, για να πετύχει το αποτέλεσμα που θέλει». Άρα, όλα είναι θέμα ελέγχου; «Μα μια ζωή, ως σκηνοθέτες, τον έλεγχο έχουμε».

Αλήθεια, βρέθηκε ποτέ στη δίλημμα ηθοποιός ή σκηνοθέτης; «Ποτέ. Δεν μου αρέσει να είμαι ηθοποιός: Τα μπλέκω, χάνω τα λόγια μου, μπερδεύομαι, φοβάμαι. Δεν μπορώ καθόλου μπροστά από την κάμερα. Όσες φορές βρέθηκα μπροστά από την κάμερα, από ανάγκη το έκανα και όχι με χαρά». Aν δεν είχει γίνει σκηνοθέτης, όμως, θα είχε γίνει μουσικός. Λατρεύει τη μουσική - κάτι άλλωστε που έχουμε καταλάβει όλοι από τα soundtrack των σειρών του. «Είμαι σίγουρος, το ξέρω πλέον. Άλλωστε, μόνος μου έμαθα να παίζω κιθάρα, επειδή δεν ήθελαν οι γονείς μου».

«Μετά το πρώτο μου ταξίδι στην Κούβα το ’98, ξεκίνησε η σχέση μου με το πούρο. Καπνίζω 20 χρόνια και πρέπει να είμαι ο μεγαλύτερος συλλέκτης πούρων στην Ελλάδα».

Η ώρα περνάει, ενώ η Μπέση Βουδούρη τού θυμίζει ότι έχει έρθει το ραντεβού του. Ζητάω πέντε λεπτά ακόμη, καθώς υπάρχει κάτι που θέλω να τον ρωτήσω: Μετά από τόσα χρόνια που ασχολείται με αυτό το τηλεοπτικό είδος, πόσο δύσκολο είναι να συνεχίσει να εμπνέεται; «Η έμπνευση έρχεται από όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας - και γύρω μας συμβαίνουν πολλά πράγματα, κάθε μέρα υπάρχουν και δύο-τρεις νέες υποθέσεις. Όχι ότι παλιότερα ήταν διαφορετικά, αλλά όλες αυτές οι υποθέσεις δεν γίνονταν γνωστές. Σήμερα, με το Ίντερνετ και τα social media, έχει αλλάξει αυτή η κατάσταση», τονίζει. Αλήθεια, όταν ξεκίνησε να μεταφέρει αληθινά εγκλήματα στον κόσμο της μικρής οθόνης, περίμενε τέτοια ανταπόκριση - μια ανταπόκριση που έχει δημιουργήσει ένα φανατικό κοινό γύρω από τις σειρές του Πάνου Κοκκινόπουλου; «Όχι, δεν περίμενα να ενδιαφέρει τόσο πολύ τον κόσμο. Ακόμη δεν μπορώ να το φανταστώ αυτό που συμβαίνει - και όμως, αυτό αποδείχθηκε το μεγάλο ατού στις σειρές που κάνουμε».

1540308793167-03

Πέντε (ακόμη) πράγματα που μάθαμε για τον Πάνο Κοκκινόπουλο

Για τη Γαλλία

«Πήγα για να σπουδάσω βιοχημεία. Βλέπετε, ήμουν από οικογένεια μηχανικών και όλοι πίστευαν ότι έπρεπε να γίνω και εγώ. Έτσι, όταν πέρασα στο Μαθηματικό εδώ, δεν τους άρεσε και πήγα στην Γκρενόμπλ. Εκεί, στην πανεπιστημιούπολη είχαμε δύο cine club και εκεί παρουσίαζαν τις ταινίες τους μεγάλα ονόματα του γαλλικού κινηματογράφου. Οι φοιτητές αναλάμβαναν κάποια πόστα για να βοηθoύν, μια φορά μπήκα κι εγώ στην ταινιοθήκη και κόλλησα. Είχα έναν φίλο που σπούδαζε κινηματογράφο στο Παρίσι, πήγα να δω πώς είναι, τα παράτησα όλα και ακολούθησα αυτόν τον δρόμο - κάτι που δεν άρεσε καθόλου στους δικούς μου στην Αθήνα. Μου έκοψαν το επίδομα και μου είπαν, “Κάνε αυτό που θέλεις, αλλά βρες κι έναν τρόπο να τα βγάλεις πέρα”. Θυμάμαι, τότε έκανα ό,τι δουλειά υπήρχε: έπλυνα πιάτα, δούλεψα ως σερβιτόρος σε πιτσαρία, αλλά ήταν η πιο ωραία περίοδος της ζωής μου. Κοιμόμουν τρεις ώρες την ημέρα και ήταν υπέροχο».

Για τον Hitchcock

«Είναι ο αγαπημένος μου σκηνοθέτης. Τον έχω σπουδάσει, τον έχω διδάξει, τον έχω μάθει. Μάλιστα, τον έχω γνωρίσει στις Κάννες το 1972, όταν είχε παρουσιάσει το Frenzy (σ.σ. Φρενίτις). Όταν λέω ότι τον έχω γνωρίσει, εννοώ ότι έχουμε ανταλλάξει μια χειραψία, όχι ότι κάναμε παρέα».

Για την αγαπημένη του σειρά αυτήν την περίοδο

«Είναι το The Duece, που σου δείχνει πώς ξεκίνησε και πώς εξελίχθηκε η πορνεία και η τσόντα στη δεκαετία του ’70 στη Νέα Υόρκη. Μια σειρά εκπληκτική, που θα σε κάνει να σιχαθείς το σεξ, καθώς έχει πολύ γυμνό, αλλά το αντίθετο του προκλητικού».

Για την Κούβα και τα πούρα

«Μετά το πρώτο μου ταξίδι στην Κούβα το ’98, ξεκίνησε η σχέση μου με το πούρο. Καπνίζω 20 χρόνια και πρέπει να είμαι ο μεγαλύτερος συλλέκτης πούρων στην Ελλάδα. Αλλά δεν εννοώ ότι τα μαζεύω σαν γραμματόσημα - τα καπνίζω, ανταλλάσσω πούρα και μιλάω για αυτά με φίλους, ενώ δύο φορές τον χρόνο ταξιδεύω στην Κούβα».

Για την τηλεόραση σήμερα

«Η τηλεόραση πλέον είναι πιο προχωρημένη και τολμηρή από το σινεμά».

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Σειρές που Έχουν Τελειώσει και Ακόμα δεν το Έχουμε Πάρει Χαμπάρι

Πέρασα ένα Βράδυ Ακούγοντας Ραδιοφωνικούς Σταθμούς στα AM

Αποκεφάλισε τη Γυναίκα του και Κυκλοφορούσε με το Κεφάλι της στη Σαντορίνη

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.