ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Διασκέδαση

Έγκλημα και Καλοκαίρι: «Τα Μυστικά της Θάλασσας»

Το διήγημα της Σοφίας Δημοπούλου για το αφιέρωμα βιβλίο του VICE Greece.

Κείμενο VICE Staff
12 Αύγουστος 2019, 7:41am

Το VICE Greece παρουσιάζει σε πρώτη δημοσίευση διηγήματα με θέμα «Καλοκαίρι και Έγκλημα». Το παρακάτω διήγημα που έγραψε η Σοφία Δημοπούλου για το αφιέρωμα βιβλίο, έχει τίτλο «Τα μυστικά της θάλασσας». Η Σοφία Δημοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, η καταγωγή της όμως είναι από τα Λουσικά, ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα έξω από την Πάτρα. Σπούδασε στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στον περιβαλλοντικό σχεδιασμό πόλεων και κτιρίων. Εργάστηκε ως μηχανικός στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα και ασκεί το επάγγελμά της ως σήμερα. Παράλληλα ασχολείται με τη συγγραφή και την ποίηση και παραδίδει μαθήματα δημιουργικής γραφής, έχοντας ολοκληρώσει το πρόγραμμα «Δημιουργική ανάγνωση και γραφή της πεζογραφίας» του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει γράψει άλλα τέσσερα μυθιστορήματα, ενώ διηγήματά της έχουν κατά καιρούς συμπεριληφθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, σε ηλεκτρονικά περιοδικά (themachine.gr, fractal.gr, diastixo.gr) και σε εφημερίδες. Διηγήματα και ποιήματά της υπάρχουν και στον ιστότοπό της www.sophiadimopoulou.gr. Το βιβλίο της «Πώς υφαίνεται ο χρόνος» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Eπιμέλεια αφιερώματος: Μελπομένη Μαραγκίδου


Καλοκαίρι 2005

Ανεβαίνουν νωχελικά το πλακόστρωτο που οδηγεί στο κάστρο. Πρώτος ο Νικόλας, δίνει το τέμπο της ανάβασης. Πίσω η Δήμητρα και η Γωγώ, σχηματίζουν μεθυσμένα ζικ ζακ, γελώντας με την ιδέα τους να μειώσουν την ανηφόρα με πλάγιο βηματισμό. Μέτρα πιο πίσω, ο Θέμης, ανηφορίζει ασθμαίνοντας, με τα χέρια πάνω στους ασθενικούς τετρακέφαλους.

«Στο ’χω πει τόσες φορές βρε αγάπη, κόψτο το τσιγάρο επιτέλους» τον μαλώνει η Γωγώ.

«Ο δικός μου όμως αθληταράς, δεν μπορείς να πεις! Νικόλα, μην τρέχεις, λαχανιάσαμε!» η Δήμητρα μαλώνει τρυφερά τον αγαπημένο της.

Το πλακόστρωτο είναι σχεδόν άδειο και οι φωνές τους αντανακλούν στους ασβεστωμένους τοίχους των χαμηλών σπιτιών. Οι τελευταίοι τουρίστες κατεβαίνουν και μόνο αυτοί ανηφορίζουν. Ο ήλιος κοντεύει να δύσει και ο ορίζοντας έχει πάρει ένα χρώμα από μέλι και κανέλα.

«Βιαστείτε! Το κάστρο κλείνει νομίζω στις εννιά και είναι ήδη οκτώ και δέκα». Εκείνη ξέρει· έχει ανέβει τόσες φορές από παιδί στο κάστρο. Κάθε του πέτρα τής είναι οικεία, κάθε καλοκαίρι από παιδί διακοπές στο νησί με τους γονείς της, το έχει γυρίσει από άκρη σε άκρη. Νιώθει τυχερή που αυτό το μικρό νησί είναι η ιδιαίτερη πατρίδα του πατέρα της. Άλλοι πληρώνουν αδρά για ένα δωμάτιο κατακαλόκαιρο, εκείνη το έχει τζάμπα, επενδυμένο με χιλιάδες αναμνήσεις. Είναι χαρούμενη που κατάφεραν επιτέλους αυτό το ταξίδι.

Περνούν την πύλη λαχανιασμένοι. Η Δήμητρα χαιρετά με ένα τυπικό νεύμα το φύλακα που σηκώνει τα δυο δάχτυλα λες και είναι φαντάρος και χαιρετά ανώτερό του. Η ζέστη ανεβαίνει από τις πλάκες και τους τυλίγει σαν τούλι. Η θάλασσα φλέγεται από τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου. Μερικά κοράκια κάνουν χαμηλές πτήσεις πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Η παρέα των τεσσάρων απολαμβάνει την ηρεμία του κάστρου.

Η Γωγώ με το Θέμη έχουν απομακρυνθεί αγκαλιασμένοι και χαζεύουν τα πυροφάνια που ανάβουν στις βάρκες των ψαράδων. Ανταλλάσσουν φιλιά παθιασμένα. Όλα φτιάχνουν το σκηνικό που χωράει τον έρωτά τους. Όλα, εκτός από τη φωνή του Νικόλα που ακούγεται θυμωμένη. « Δεν υποφέρεσαι πια! Φεύγω! Όταν αποφασίσεις να φερθείς σαν ενήλικη, τα ξαναλέμε!»

Τον βλέπουν να απομακρύνεται προς την έξοδο του κάστρου. Βλέπουν τη Δήμητρα να κλαίει.

Τους ζητά να μείνει λίγο μόνη. «Λίγο, να καθαρίσουν οι σκέψεις μου» τους παρακαλεί. «Εγώ φταίω. Πηγαίνετε να βρείτε το Νικόλα, καλμάρετέ τον και θα έρθω. Γαμώτο, είμαι εγωίστρια, πώς τα έκανα έτσι!»

Τα δυο παιδιά αρνούνται να την αφήσουν μόνη, όμως εκείνη επιμένει. Της λένε πως θα την περιμένουν στο ταβερνάκι στο πλακόστρωτο. Φαίνεται να έχει ήδη ηρεμήσει. «Πηγαίνετε κι έρχομαι» ξαναλέει.

***

Κοιτούν το ρολόι τους ανήσυχοι. Εννιάμιση και η Δήμητρα δεν έχει γυρίσει ακόμα. Οι τρεις έχουν παραγγείλει και τρώνε ανόρεχτα τη χωριάτικη που έχει ήδη φτάσει με μπόλικη φέτα. Το βλέμμα τους στρέφεται κάθε δεύτερο λεπτό στο ανηφορικό πλακόστρωτο. Ξαφνικά ο Θέμης πετάγεται πάνω.

«Θα πάω να τη βρω. Άργησε πολύ…». Ο Νικόλας τον εμποδίζει.

«Άσε! Θα πάω εγώ. Φταίω κι εγώ που το παρατράβηξα…»

Τον παρακολουθούν να ανηφορίζει. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα κατεβαίνει ανήσυχος. Δεν τη βρήκε, τους λέει, πουθενά. Έφτασε ως πάνω, εκεί που χωρίστηκαν, τη φώναξε πολλές φορές, αλλά εκείνη άφαντη. Κι όμως, η Γωγώ δεν έχει κουνήσει από την ταβέρνα. Αν είχε κατέβει θα την είχε δει.

Πληρώνουν το λογαριασμό και φεύγουν. Η Γωγώ τραντάζεται από σπασμούς ενός λυγμού που δεν λέει να ξεσπάσει. Προσπαθεί να κρατήσει την ψυχραιμία της, αλλά εντέλει ξεσπά σε ένα γοερό κλάμα στη μέση του δρόμου. Ο Νικόλας την τραβά προς το σπίτι. Ευτυχώς που έχουν τα δεύτερα κλειδιά. Είναι σίγουρος πως η Δήμητρα θα έχει γυρίσει και θα κοιμάται μακαρίως. Ίσως, φαντάζεται, να κατέβηκε και να μην την είδαν, να ήταν σκυμμένοι στον κατάλογο για να παραγγείλουν κι εκείνη θυμωμένη να τους προσπέρασε χωρίς να τη δουν. Ίσως…

«Ας πάω να την ψάξω εγώ, ίσως να έχω καλύτερη τύχη». Ο Θέμης φαινόταν ψύχραιμος.

«Να πάμε στην αστυνομία λέω εγώ. Η ώρα κοντεύει δέκα, τι περιμένουμε;» Η Γωγώ καταφέρνει να ψελλίσει ολόκληρη τη φράση απνευστί ανάμεσα στα αναφιλητά της.

«Αν δεν τη βρω και δεν είναι ούτε στο σπίτι, τότε θα δούμε». Αν υπήρχε εξωτερικός παρατηρητής της σκηνής θα καταλάβαινε πως ο Θέμης κάνει μεγάλη προσπάθεια να μην σπάσει η φωνή του.

Τραβούν σε αντίθετες κατευθύνσεις. Μια ώρα μετά, όταν το μεγάλο ρολόι στον ξεβαμμένο τοίχο δείχνει έντεκα και δέκα, οι τρείς νέοι περιμένουν να τους δεχτεί ο αξιωματικός υπηρεσίας στο αστυνομικό τμήμα του νησιού.

***

Ο Περικλής Κομνηνός για δυο πράγματα ήταν περήφανος· για το αξίωμά του- δεν ήταν μικρό πράγμα να είσαι υπαστυνόμος Β΄ σ’ ένα νησί με εκατό μόνιμους κατοίκους και τουρισμό που ανέβαζε τις ανθρώπινες ψυχές που πατούσαν τον τόπο του σε τρεις χιλιάδες και περισσότερο- και για το όνομά του, που ήταν σίγουρος πως δήλωνε κάποια αριστοκρατική καταγωγή που δεν έτυχε ακόμα να του αποκαλυφθεί, πράγμα που ήταν ζήτημα χρόνου. Καθισμένος στο κουτσό μεταλλικό γραφείο του, μπροστά σε μια άδεια κόλλα χαρτί προσπαθούσε να μαζέψει τη σκέψη του.

«Πτώμα κοπέλας, ετών περίπου είκοσι οκτώ, βρέθηκε σήμερα 11/7 και ώρα 8:45 π.μ. εις την βάση του βράχου κάτωθι του κάστρου της Χώρας. Φέρει εκδορές, εκχυμώσεις και θλαστικά τραύματα που παραπέμπουν σε πτώση. Αναμένεται η ιατροδικαστική έκθεση, η οποία ήδη διενεργείται. Κύριε Βολιώτη καλά τα έγραψα;»


Σκύλοι που Αλλάζουν Ζωές

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook


Ο αξιωματικός Δημήτρης Βολιώτης κούνησε το κεφάλι επιδοκιμάζοντας με ένα υπόκωφο μουγκρητό, βλαστημώντας την τύχη του που ένα τέτοιο γεγονός τον ανάγκαζε να συγκεντρώσει το μυαλό του στο καθήκον, όσο αυτό ξεστράτιζε στην καλλίγραμμη Σιμόνα από τη Ρουμανία που είχε γνωρίσει στο ρεπό της προηγούμενης νύχτας. Της είχε υποσχεθεί πως θα την συναντούσε μετά την αλλαγή βάρδιας και δεν έβλεπε την ώρα, ωστόσο έπρεπε να τελειώσει με την αναφορά και με τις καταθέσεις των τριών φίλων του θύματος. Τα κεντρικά του είχαν μηνύσει να μην απομακρυνθεί κανείς από το νησί, αν δεν ολοκληρωθεί ένας κύκλος έρευνας.

«Κύριε Δημήτρη, δεν μου λέτε, εκείνος ο Νικόλαος Ζαφειρίου, είπαμε ήταν ο εραστής του θύματος; Τα ’χανε πα να πει;» Ο Περικλής κοίταξε με αυθεντική αφέλεια τον αξιωματικό που έκανε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας. Σίγουρα μισούσε τις στιγμές που έπρεπε να εξηγεί τα πιο απλά πράγματα σ’ εκείνο τον αφελή νησιώτη που βρέθηκε θαρρείς κατά λάθος στο Σώμα της Αστυνομίας και μάλιστα ως δικός του υφιστάμενος.

«Και, δεν μου λέτε, μήπως, λέω εγώ τώρα, τη σκότωσε, την πέταξε αυτός από τα βράχια να πούμε;»

«Αφού τα γεγονότα είναι σαφή βρε Περικλή. Διάβασε τις καταθέσεις των τριών φίλων της άτυχης κοπέλας. Κατέβηκαν στις 8:45 και την περίμεναν στην ταβέρνα έξω ακριβώς από το κάστρο. Εκείνη δεν φάνηκε και τότε ο σύντροφός της, ο Νικόλαος Ζαφειρίου ανέβηκε εκ νέου στις 9:30 να την αναζητήσει. Κατά τα λεγόμενά του έφτασε ως την κορυφή του βράχου, αλλά δεν τη βρήκε. Γύρω στις 10, επιχείρησε να ανέβει στο κάστρο ο δεύτερος άνδρας της παρέας, ο Θεμιστοκλής Πιερίδης, όσο ο Ζαφειρίου και η Γεωργία Σταματοπούλου κατευθύνθηκαν προς το σπίτι του θύματος, όπου και φιλοξενούντο. Ούτε ο Πιερίδης κατόρθωσε να τη βρει, οπότε στη συνέχεια αποφάσισαν και οι τρεις να δηλώσουν την εξαφάνισή της. Ορθώς μέχρι εδώ;» Είχε μεγάλη επιθυμία να διορθώσει τη φράση του ως «ορθώς μέχρι εδώ χαϊβάνι;» αλλά κρατήθηκε. Δεν ήταν του επιπέδου του τέτοιες εκφράσεις.

Ο Περικλής έμεινε κάμποση ώρα να ξύνει αφηρημένα το κεφάλι του. Ο ανεμιστήρας στην οροφή έκανε ένα μονότονο δαιμονισμένο θόρυβο λες και κάποιο γρανάζι του νου του δυσκολευόταν στη στροφή.

«Κύριε Δημήτρη, λέω εγώ τώρα, πώς μπήκαν κι οι δυο στο κάστρο αφού ο φύλακας κλείνει την πόρτα στις εννιά, ε;»

Ο Βολιώτης έμεινε αμίλητος, μην μπορώντας να πιστέψει πως ζούσε τη στιγμή που ο Περικλής Κομνηνός, εκείνος ο χαζοβιόλης υφιστάμενός του είχε παρατηρήσει κάτι τόσο απλό που του ίδιου του είχε διαφύγει. Έριξε το φταίξιμο στη καλλίπυγη Σιμόνα που του είχε πάρει το μυαλό και δεν του είχε αφήσει στάλα χρήσιμη φαιά ουσία. Δίχως να βγάλει λέξη έσπευσε να διατάξει την προσαγωγή του φύλακα. Γιατί δεν είχε κλείσει την πύλη στην ώρα του; Ήταν ένα ερώτημα που έπρεπε επειγόντως να απαντηθεί. Όσο σκεφτόταν τις πιθανές απαντήσεις, τόσο σιγουρευόταν πως είχε την επιτυχία στο τσεπάκι του, μια επιτυχία που ίσως τον βοηθούσε να ξεκολλήσει από εκείνο το μίζερο τόπο. Ίσως να τα κατάφερνε να πάρει μια μετάθεση για την Αθήνα, ίσως, αλλά ας περίμενε τον ιατροδικαστή να βγάλει το πόρισμά του· είχε μάθει πως δεν πρέπει να βιάζεται.

***

Η ιατροδικαστική έκθεση έριξε φως σε κάποια ερωτήματα, δημιούργησε όμως και αρκετά άλλα. Η ώρα θανάτου τοποθετήθηκε γύρω στις εννέα με δέκα το βράδυ. Ο Δημήτρης Βολιώτης βημάτιζε νευρικά στο γραφείο του. Αν κάπνιζε, σίγουρα θα είχε τελειώσει ήδη τρία πακέτα.

«Σύμφωνα με την έκθεση, το θύμα έπεσε ζωντανό στα βράχια. Έπεσε όμως μόνη της ή την έριξαν; Οι καταθέσεις των φίλων της περιπλέκουν τα πράγματα. Ο Ζαφειρίου ανέβηκε στο κάστρο στις 9:30 και ο Πιερίδης γύρω στις 10. Επομένως και οι δυο θα μπορούσαν να την έχουν ρίξει. Ο Ζαφειρίου είχε διαπληκτιστεί μαζί της, το θύμα του είχε ζητήσει να χωρίσουν γιατί του αποκάλυψε πως ήταν ερωτευμένη εδώ και καιρό με κάποιον άλλον».

«Και ο άλλος, ο Πιερίδης, γιατί να θέλει να τη σκοτώσει κύριε Δημήτρη;» Ο Περικλής ένιωθε να χάνεται μέσα στη ζέστη του Ιούλη. Ευτυχώς που ο αξιωματικός είχε αναλάβει να πάρει όλες τις καταθέσεις. Ήταν στιγμές που νόμιζε πως δεν άντεχε πολλές πληροφορίες συσσωρευμένες.

«Μα, ο Πιερίδης ήταν αυτός με τον οποίο ήταν η θανούσα ερωτευμένη. Το ομολόγησε. Είχαν συνάψει σχέση, πράγμα που ακόμα και τώρα ο Ζαφειρίου αγνοεί. Ίσως να την πίεσε να ξεκαθαρίσει την κατάσταση, να τσακώθηκαν, να την έσπρωξε και…»

«Πήραν υλικό από τα νύχια της, ξέρω κι εγώ, υπάρχουν σημάδια πάλης;»

«Τι πάλη βρε χαϊβάνι» του ξέφυγε του Βολιώτη, «αγνώριστη έφτασε κάτω η κοπέλα. Γρατζουνιές και νυχιές θα έψαχναν; Πήραν υλικό. Το αποτέλεσμα θέλει λίγες μέρες να σταλεί».

«Να πάρουν και από το φύλακα. Τον έχω δει εγώ ένα βράδυ να έχει στριμώξει μια ξένη πίσω από το φάρο. Μόλις με είδε την άφησε. Μπορεί, λέω τώρα εγώ, να προσπάθησε να της βάλει χέρι της κοπέλας έτσι που την είδε μόνη, εκείνη να αντιστάθηκε και να έπεσε στην προσπάθεια να αποφύγει το συμβάν. Λέω εγώ τώρα…».

Ο Δημήτρης Βολιώτης στάθηκε και τον κοίταξε λες και τον έβλεπε πρώτη φορά στη ζωή του. Μυριάδες μικρές αμφιβολίες χόρευαν ανεξέλεγκτα σαν πυγολαμπίδες που άναβε η φαντασία του κι έσβηνε η λογική του. Παρ’ όλα αυτά ζήτησε εξέταση DNA του φύλακα.

Λίγες μέρες αργότερα, ο Βολιώτης διάβαζε το πόρισμα και δεν πίστευε στα μάτια του. Το «χαϊβάνι» είχε πέσει διάνα. Είχε βρεθεί DNA του φύλακα στα νύχια του θύματος. Ο ένοχος είχε βρεθεί, απέμενε η σύλληψή του, πράγμα εύκολο.

***

Δέκα Χρόνια Μετά

Ο Νικόλας και η γυναίκα του ανεβαίνουν στο κάστρο τόσα χρόνια μετά από εκείνο το τραγικό συμβάν. Όχι μόνοι, κρατούν απ’ το χέρι τα δίδυμα αγόρια τους. Ο Νικόλας στέκεται να κοιτάξει τη θάλασσα και ο νους του τρέχει σ’ εκείνο το βράδυ. Βλέπει και πάλι τον εαυτό του να ανεβαίνει στο βράχο να βρει τη Δήμητρα. Βρίσκει ανοιχτή την πύλη και απορεί. Φτάνει ως επάνω απ’ όπου ακούγονται πνιχτές κραυγές. Βλέπει τον φύλακα να προσπαθεί να βάλει το ένα του χέρι κάτω απ΄ τη φούστα της Δήμητρας, όσο με το άλλο της κλείνει το στόμα. Εκείνη παλεύει να ελευθερωθεί. Τρέχει προς το μέρος τους φωνάζοντας, μια σκιά αθέατη στη νύχτα. Ο φύλακας δεν τον βλέπει, ακούει μονάχα την αγριεμένη ανδρική φωνή και πανικοβάλλεται. Την αφήνει κι εκείνη παραπατά. Πέφτει πίσω από τη χαμηλή μάντρα στα πρώτα βράχια. Ο φύλακας φεύγει αλαφιασμένος κυνηγημένος απ’ τις τύψεις. Μόλις διέπραξε ένα φόνο, έτσι πιστεύει. Εκείνη όμως δεν έχει χτυπήσει σοβαρά. Συνέρχεται σύντομα. Ο Νικόλας της απλώνει το χέρι, αλλά εκείνη αποφεύγει το άγγιγμά του. «Φύγε! Παράτα με!» του φωνάζει. Εκείνος θυμώνει. Η φράση γυρίζει στο κεφάλι του. Ορμά πάνω της και τη σπρώχνει με δύναμη πίσω στα βράχια. Ακούει το γδούπο. Φεύγει. Η πύλη είναι ακόμα ανοιχτή, μα ο φύλακας άφαντος.

Δείχνει στα αγόρια τη θάλασσα που λαμπυρίζει στα πόδια τους.

«Ακούτε το ήχο της; Λέει τα μυστικά στα βράχια η θάλασσα». Τα παιδιά τον κοιτούν απορημένα.

«Έχει πολλά μυστικά η θάλασσα;» ρωτούν.

« Αν έχει λέει… Χιλιάδες!»

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Η Fahima, η Rabiya και η Farzana Δολοφονήθηκαν στα Ελληνοτουρκικά Σύνορα

Μέσα στα Ασιατικά Μπαρμπέρικα της Θεσσαλονίκης

Φωτογραφίες Από τη Lowriding Σκηνή του Λος Άντζελες

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Tagged:
Βιβλίο
αφιέρωμα
Καλοκαίρι και Έγκλημα