ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Travel

Τι Έμαθα Μεγαλώνοντας στα Προάστια του Παρισιού

Δεν νιώθω νοσταλγία, όμως εκεί είναι που έμαθα τη ζωή και εκεί ανήκει ένα μέρος του «εγώ» μου.

Κείμενο Bertrand Taillé
09 Ιούνιος 2015, 1:00am

Αυτό το άρθρο αρχικά εμφανίστηκε στο VICE France

Την τελευταία φορά που ήμουν στη Nanterre ήταν πριν από τουλάχιστον έναν μήνα. Εκείνο το Σαββατοκύριακο εντόπισα τον Raymond Domenech να απολαμβάνει μια πίτσα, με τέσσερα τυριά, σε ένα ντόπιο εστιατόριο. Οι φήμες έλεγαν ότι ο πρώην προπονητής ποδοσφαίρου κρύβεται σε ένα μικρό, ωραίο σπίτι κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό της περιφέρειας της Nanterre. Κάτι που δεν είναι και τόσο περίεργο, διότι όπως σε κάθε άλλη πόλη-προάστιο, όλα στη Nanterre είναι ανακατεμένα. Οι πλούσιοι ζουν ακριβώς δίπλα στους φτωχούς, οι εργατικές κατοικίες είναι ακριβώς δίπλα στις ημι-μονοκατοικίες και οι καθολικές εκκλησίες είναι μεσοτοιχία με τα λαμπερά νέα τζαμιά.

Ωστόσο δεν ήταν πάντα έτσι. Οι άνθρωποι που ζουν εκεί έξω, πολύ καιρό, έχουν ένα σωρό ιστορίες από «τις παλιές καλές μέρες» - τότε που ήταν μια φτωχογειτονιά και φυσικά για τον Μάη του '68. Ίσως όταν είμαι πιο μεγάλος να έχω ένα σωρό ιστορίες για τη σφαγή του δημοτικού συμβουλίου το 2002 ή το γεγονός ότι τα μέσα ενημέρωσης χαρακτήρισαν τη Nanterre «κέντρο διακίνησης κάνναβης». Ποιος ξέρει; Όπως κι αν θέλεις να ονομάσεις το μέρος, η Nanterre είναι η πόλη όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα.

Το θυμάμαι καθαρά. Η έκρηξη έκανε τα παράθυρα να τρέμουν. Μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά από εκεί όπου ήμουν ξαπλωμένος, είχε καταρρεύσει εντελώς ένα κτήριο από διαρροή φυσικού αερίου. Αυτή είναι πιθανώς η πρώτη παιδική ανάμνηση που έχω από την Nanterre. Η δεύτερη φορά που ένας θόρυβος με σήκωσε από το κρεβάτι ήταν όταν ένας τύπος προσπάθησε να σκαρφαλώσει στο μπαλκόνι μου. Ήρθε από το κτήριο στην απέναντι πλευρά του δρόμου και είχε σκαρφαλώσει στο δέντρο μπροστά από το παράθυρό μου προσπαθώντας να ξεφύγει από κάποιον. Όταν άνοιξα το παράθυρό μου για να δω τι συνέβαινε, τρόμαξε τόσο που έπεσε στον κήπο και σκοτώθηκε να σηκωθεί για να πάει να βρει καινούριο μέρος να κρυφτεί. Ό,τι πρόβλημα κι αν αντιμετώπιζε ήταν σύμπτωμα του «Le Bateau'» - το γιγαντιαίο τσιμεντένιο τετράγωνο εργατικών κατοικιών που ήταν απέναντι από την ταπεινή κατοικία που αγόρασαν οι γονείς μου, στις αρχές της δεκαετίας του 1980.

Όροι όπως η βία και η ανασφάλεια δεν μου είναι γνωστοί. Πότε δεν είχα κάποιο πρόβλημα στη Nanterre, ή οπουδήποτε αλλού, με αυτά τα θέματα. Παρόλο που ήμουν ένας κοκαλιάρης έφηβος, που κυκλοφορούσε με φαρδιά παντελόνια και τα ακουστικά από τα Walkman αιώνια κολλημένα στα αυτιά μου, κανένας δεν με ενόχλησε ποτέ. Δεν σκέφτηκα ποτέ δυο φορές για τους τύπους που έτρεχαν στους δρόμους γύρω από το σπίτι μου. Ήταν απλώς οι γείτονές μου. Μερικοί από αυτούς ήταν και φίλοι μου στο δημοτικό σχολείο. Μου πήρε πολύ καιρό για να καταλάβω τις περίπλοκες ελλείψεις του γαλλικού εκπαιδευτικού συστήματος, τη διαδεδομένη ανεργία και την πλήξη του τους ωθούσε να ζουν αυτή τη ζωή. Υποθέτω ότι όταν το πρώτο άτομο που συναντάς βγαίνοντας από το σπίτι σου είναι ένας τύπος ο οποίος περνάει όλη τη μέρα του όντας ακριβώς εκεί, υπάρχουν πολλές πιθανότητες να καταλήξεις να κάνεις παρέα μαζί του. Σίγουρα κάποιοι από αυτούς έκαναν εμπόριο και είχαν γίνει πολλές έρευνες από την αστυνομία, αλλά τι να γίνει;

Το να μεγαλώνεις στα προάστια είναι σαν να κάνεις μελέτη στην τέχνη της υπομονής. Ακόμα και κάτι απλό, όπως το να βγεις έξω, γινόταν πρόκληση. Έπρεπε να πάρουμε το λεωφορείο, έπειτα άλλο λεωφορείο και μετά να περπατήσουμε για τουλάχιστον 30 λεπτά, προσπαθώντας να βρούμε ο,τιδήποτε διασκεδαστικό συνέβαινε. Υπήρχε ένα κλαμπ που μας άρεσε να πηγαίνουμε και λεγόταν Enfer. Αλλά για να φθάσουμε εκεί έπρεπε να πάρουμε το τρένο και να ταξιδέψουμε μια ώρα. Ακόμα και τότε όμως, όταν πραγματικά καταφέρναμε να φθάσουμε, δεν υπήρχε εγγύηση ότι θα μας αφήσουν να μπούμε. Όταν καταφέραμε να μπούμε, έπρεπε να μείνουμε μέχρι τις 06:30 το πρωί, έτσι ώστε να προλάβουμε το πρώτο δρομολόγιο του μετρό για το σπίτι. Μια νύχτα, έχασα το τελευταίο λεωφορείο και κατέληξα να περπατήσω προς το σπίτι, για περίπου 3 ώρες.

Τότε το Παρίσι δεν ήταν η πόλη μου αλλά πραγματικά ήθελα να είναι, περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο στον κόσμο. Ίσως επειδή δεν ήταν εφικτό για μένα, ήταν περισσότερο μια ιδέα. Ένας τόπος όπου κάτι ήταν πάντα πιθανό, ανεξαρτήτως του ποιός ήσουν ή τι έκανες. Εκείνες τις νύχτες, που πήγαινα στο Παρίσι με τους φίλους μου, πάθαινα κατάθλιψη. Κοιτούσα τους ανθρώπους να κάθονται τριγύρω στα τοπικά μπαρ και να απολαμβάνουν τα μεγάλα βράδια και να είμαι εγώ που έπρεπε να επιστρέψω πίσω στο στατικό, στενό προάστιό μου.

Για πολλούς, τα προάστια είναι κάτι που τους κάνει περήφανους. Θέλω να πω, πόσοι είναι οι άνθρωποι που έχουν γράψει κείμενο ή έχουν ραπάρει για ένα μέρος σαν κι αυτό; Είναι άραγε το μέρος από το οποίο προερχόμαστε, κατά κάποιον τρόπο, συνώνυμο για το ποιοί είμαστε; Πιθανώς.

Απλώς, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί εκείνοι που προέρχονται από τα προάστια ήταν οι ίδιοι που έκαιγαν το μέρος. Υποθέτω ότι έχουμε όλοι θυμώσει επειδή οικοδομήσαμε ένα σύμπαν και ένα lifestyle που κατέληξε μισητό, λόγω της μοναξιάς και της απογοήτευσης από τις οποίες συνοδεύεται.


Δες την Τουρκία από τα 1.000 πόδια.


Το είδος της απογοήτευσης που σε κάνει να μισείς τον γείτονά σου, τους ανθρώπους που συχνάζουν στα σκαλιά σου, τα παιδιά που ζουν στο απέναντι κτήριο ή τους ανθρώπους στην προαστική πόλη δίπλα στη δική σου. Μερικοί άνθρωποι κατέληξαν παγιδευμένοι σε αυτό το μίσος. Αλλά εάν γνωρίζεις μόνο έναν τρόπο ζωής, τότε είναι δύσκολο να πιστέψεις ότι υπάρχει και κάποιος άλλος.

Το Le Bateau έχει κατεδαφιστεί από τότε. Το σχολείο μου έχει γίνει μεικτό. Κάποιοι φίλοι μου εξαφανίστηκαν, μαζί με το τσιμεντένιο συγκρότημα. Δεν αισθάνομαι νοσταλγία ή κάτι ανάλογο, αλλά τα περισσότερα από τα πράγματα που έμαθα για τη ζωή έχουν προέλθει από την παιδική ηλικία μου, στα προάστια. Οπότε, υποθέτω ότι ένα μικρό κομμάτι του εαυτού μου θα είναι εκεί για πάντα.

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.