Διασκέδαση

Τι Τρέχει με τον Παναθηναϊκό, Αντώνη Καρπετόπουλε;

Μιλήσαμε με τον γνωστό αθλητικογράφο για την «κατάρα των Ιταλών» και την «προπονητική γκίνια» του ΠΑΟ.
02 Δεκέμβριος 2016, 10:36am

Πριν από δέκα χρόνια, ο «τρελός» Ιταλός Αλμπέρτο Μαλεζάνι άφηνε τον Παναθηναϊκό έχοντας χαρίσει στους απανταχού φιλάθλους της οικουμένης την παρακάτω μαγική στιγμή από την επική συνέντευξη τύπου στο Ολυμπιακό Στάδιο μετά από το επεισοδιακό 3-3 του Παναθηναϊκού με τον Ηρακλή.

Δέκα χρόνια αργότερα, ένας άλλος Ιταλός επρόκειτο να φύγει αποτυχημένος από τους «πράσινους» - πιο αποτυχημένος, για να είμαστε ακριβείς. Πράγματι, ο Αντρέα Στραματσόνι κατάφερε να βγάλει τον Παναθηναϊκό εκτός στόχων από τα τέλη Νοεμβρίου: πρωτάθλημα στο -7 από την κορυφή, αποκλεισμός από το Γιουρόπα Λιγκ και σχεδόν βέβαιος αποκλεισμός από το κύπελλο. Όλα αυτά με 13 εκατομμύρια ευρώ μπάτζετ, το υψηλότερο της τελευταίας τετραετίας. Οι ευθύνες βαραίνουν τόσο τη διοίκηση, που άργησε να «σκουπίσει» τον Στραματσόνι, όσο και τους παίκτες, που έδειξαν «λίγοι» μετά το 3-0 στο Καραϊσκάκης. Στην ελληνική ποδοσφαιρική πραγματικότητα, όμως, το σκαλπ του προπονητή προσφέρεται πρώτο στο δίσκο κι ο Ιταλός δεν θα αποτελούσε εξαίρεση. Κάπως έτσι μπήκε στη μακρά λίστα των Ιταλών προπονητών που ήρθαν στην Ελλάδα, αλλά δεν άγγιξαν. Για την «κατάρα των Ιταλών» και την «προπονητική γκίνια» του Παναθηναϊκού μιλήσαμε με τον Αντώνη Καρπετόπουλο, έναν άνθρωπο που γνωρίζει τόσο την Ιταλία όσο και το ελληνικό ποδόσφαιρο.

VICE: Πώς τα πάνε οι ιταλοί προπονητές στην ελληνική ποδοσφαιρική πραγματικότητα;
Αντώ**νης Καρπετόπουλος**: Η ιστορία κάθε Ιταλού που έρχεται στην Ελλάδα -του Μαλεζάνι, του Γκατούζο, του Μπιγκόν, του Στραματσόνι- είναι διαφορετική και έχει τις ιδιαιτερότητές της. Tο κοινό σημείο όλων, όμως, είναι πως στέφονται από αποτυχία.

Ο ερχομός ενός Ιταλού προπονητή στο ελληνικό ποδόσφαιρο είναι ένα είδος «υποβιβασμού». Σημαίνει ότι απέτυχε να βρει δουλειά στις πρωτοκλασάτες ομάδες του Καμπιονάτο...

Πού οφείλεται αυτό;
Στη διαφορετική ποδοσφαιρική πραγματικότητα που επικρατεί σε Ελλάδα και Ιταλία. Στο Καμπιονάτο, οι προπονητές μαθαίνουν να δουλεύουν σε πολύ καλά οργανωμένες ομάδες. Οι ρόλοι είναι ξεκάθαροι. Ο πρόεδρος, ο προπονητής, ο scouter, όλοι έχουν συγκεκριμένα καθήκοντα. Όταν οι Ιταλοί έρχονται εδώ, μαθαίνουν ότι πρέπει να κάνουν κι άλλα πράγματα πέρα από τα κλασικά καθήκοντα ενός προπονητή. Αυτό αρχικά τους κολακεύει, διότι νιώθουν ότι έχουν ελευθερία κινήσεων και πρωτοβουλιών. Η παγίδα σε αυτή την ιστορία, όμως, είναι ότι παίρνουν πάνω τους τόσα πολλά και σύνθετα καθήκοντα που τις περισσότερες φορές τα κάνουν θάλασσα.

Το ελληνικό ποδόσφαιρο απαιτεί από αυτούς να είναι κάτι παραπάνω από προπονητές;
Οι προπονητές στην Ελλάδα συχνά είναι υπεύθυνοι για τις ακαδημίες ή το scouting, τρώνε πολύ χρόνο και δυνάμεις στην επικοινωνία με τους δημοσιογράφους. Αυτά δεν γίνονται στο εξωτερικό. Εκεί η δουλειά τους είναι επιτελική και περιορίζεται στο τετράγωνο του αγωνιστικού χώρου. Ο Στραματσόνι προσπάθησε να το πάρει όλο πάνω του και τελικά δεν μπόρεσε να αντέξει το βάρος. Ωστόσο, η αποτυχία του Ιταλού όπως και πολλών άλλων ομοεθνών του συνδέεται με την «ψυχολογία» που κουβαλάνε όταν έρχονται στην Ελλάδα.

Ο Αλμπέρτο Μαλεζάνι δεν ήταν ο μόνος Ιταλός που μας χάρισε επικές δηλώσεις κατά το πέρασμά του από την Ελλάδα.

Δηλαδή;
Ο ερχομός ενός Ιταλού προπονητή στο ελληνικό ποδόσφαιρο είναι ένα είδος «υποβιβασμού». Σημαίνει ότι απέτυχε να βρει δουλειά στις πρωτοκλασάτες ομάδες του Καμπιονάτο ή άλλων μεγάλων πρωταθλημάτων και αναγκάστηκε να έρθει σε μία χώρα υποδεέστερη ποδοσφαιρικά. Υπό κανονικές συνθήκες θα απέρριπτε την Ελλάδα λέγοντας «πού στο διάολο θέλετε να με στείλετε;». Αυτός ο αυτοϋποβιβασμός επηρεάζει αρνητικά την ψυχολογία του προπονητή που βλέπει την Ελλάδα ως μία «αρπαχτή», η οποία θα του επιτρέψει αργά ή γρήγορα να επιστρέψει σε μία μεγάλη ομάδα χάρη σε μία γρήγορη επιτυχία. Το αποτέλεσμα είναι να μην υπάρχει μακρόπνοο πλάνο και το πράγμα να «στραβώνει» σχετικά γρήγορα. Δεν υπάρχει διάθεση να ξεπεραστούν με υπομονή οι πρώτες δυσκολίες.

Το ελληνικό ποδόσφαιρο μπορεί να μην είναι ο ελκυστικότερος προορισμός για έναν προπονητή. Στην περίπτωση του Αντρέα Στραματσόνι, όμως, υπάρχει κι ένας σοβαρός αντίλογος: το 2013 η Ίντερ τερμάτισε υπό την καθοδήγησή του στην 9η θέση του Καμπιονάτο, μένοντας μετά από 15 χρόνια εκτός ευρωπαϊκών κυπέλλων. To 2015 έφερε την Ουντινέζε στην 16η θέση. Μήπως τελικά ο Στραματσόνι ήταν «λίγος» για τον Παναθηναϊκό;
Είναι αλήθεια ότι ο Στραματσόνι δεν είχε και τα φοβερότερα αποτελέσματα στην Ιταλία. Ούτε το όνομά του είναι «τεράστιο». Πρέπει να θυμόμαστε, όμως, ότι ο Ιταλός έχει μία ιδιαιτερότητα: δεν διαθέτει το ποδοσφαιρικό παρελθόν άλλων Ιταλών προπονητών που υπήρξαν μεγάλοι ποδοσφαιριστές και διέθεταν «ποδοσφαιρικό κεφάλαιο» στην πιάτσα, όπως ισχύει για τον Ντοναντόνι και τον Γκατούζο. Ο Στραματσόνι αναδείχθηκε στην προπονητική αποκλειστικά μέσα από την δουλειά του ως προπονητής. Αυτό δείχνει ότι έχει ικανότητες. Εκτός αν πούμε ότι όλοι οι Ιταλοί που τον εμπιστεύτηκαν είναι τρελοί. Ας έχουμε υπόψη μας ότι κι ο Μαλεζάνι, που ήταν γνωστός μετά την κατάκτηση του UEFA και της δεύτερης θέσης στο πρωτάθλημα με την Πάρμα, δεν κατάφερε πολλά παραπάνω στον Παναθηναϊκό σε σχέση με τον Στραματσόνι.

Η πραγματικότητα όπως είναι, μέσα από το Newsletter του VICE Greece

Ο Μαλεζάνι ανέλαβε τον Παναθηναϊκό στη φάση του περιβόητου «πενταετούς πλάνου» και προχώρησε σε ριζική αλλαγή του ρόστερ. Το ίδιο έκανε και ο Στραματσόνι. Πόσο κοινές είναι οι πορείες των δύο Ιταλών στον πάγκο του Παναθηναϊκού;
Έχουν ελάχιστες διαφορές. Συνέπεσαν ακόμη και στον τρόπο που απέτυχαν. Και οι δύο προσπάθησαν να «κάνουν και να αλλάξουν τα πάντα». Αυτό αποδείχθηκε καταστροφικό και για τους δύο.

Στην περίπτωση του Μαλεζάνι ο Παναθηναϊκός δεν είχε τόσα σερί άσχημα αποτελέσματα όσα με τον Στραματσόνι.
Αυτό έχει να κάνει με τη βασική τους διαφορά στο αγωνιστικό κομμάτι. Πράγματι, ο Μαλεζάνι κατάφερε να διορθώσει το βασικό μειονέκτημα της τότε ομάδας, που ήταν η άμυνα. Μία φορά που είχαμε βγει μαζί για φαγητό μού είχε πει: «Κανείς δεν εκτιμάει το γεγονός ότι έφτιαξα την άμυνα, ότι σε πολλά συνεχόμενα παιχνίδια ο Παναθηναϊκός δεν έχει δεχτεί γκολ. Το βασικό πρόβλημα ήταν η άμυνα και το έλυσα». Είχε δίκιο, όμως ήταν εξίσου αληθές αυτό που του απάντησα, ότι ο Παναθηναϊκός έχασε τότε το πρωτάθλημα από δύο λευκές ισοπαλίες. Η άμυνα δεν είναι τα πάντα.

Εξωαγωνιστικά, ο Στραματσόνι και ο Μαλεζάνι μοιάζουν;
Το εξωαγωνιστικό σκέλος το αντιμετώπισαν εντελώς διαφορετικά. Χάρη σε δύο-τρεις κολλητούς που είχε στην Ελλάδα, ο Στραματσόνι μπήκε γρήγορα στη λογική της εγχώριας πραγματικότητας. Έγινε φίλος με τους ρεπόρτερ και τους έστελνε sms με το τι γίνεται στην ομάδα και τι μεταγραφές θέλει να κάνει. Αντίθετα, ο Μαλεζάνι δεν είχε τόσο καλή σχέση με το εξωαγωνιστικό περιβάλλον και συγκεκριμένα τους δημοσιογράφους. Αρκεί να θυμηθείς τη συνέντευξη τύπου μετά το 3-3 με τον Ηρακλή στο Ολυμπιακό Στάδιο.

Είναι στο DNA του Παναθηναϊκού να απολύει προπονητές κάθε φορά που βγαίνει εκτός στόχων από τον Νοέμβριο;
Ο Παναθηναϊκός έχει κάνει συνήθεια αυτό που κάνουν όσες ομάδες έχουν ξεχάσει να κερδίζουν. Προσπαθούν να καλύψουν κάθε είδους αδυναμίες μέσω της θέσης του προπονητή. Απολύουν τον «αποτυχημένο» και φέρνουν τον επόμενο λέγοντας ότι ανακάλυψαν τον καλύτερο και φοβερότερο τεχνικό που θα κάνει θαύματα. Η ιστορία του Παναθηναϊκού δείχνει πόσο λανθασμένη είναι αυτή η αντίληψη.

Δηλαδή;
Τα τελευταία χρόνια ο Παναθηναϊκός έχει πάρει δύο πρωταθλήματα, το ένα με τον σεμνό και ταπεινό Νίκο Νιόπλια και άλλο με τον ανύπαρκτο Γιτζάκ Σουμ. Αυτό μας λέει ότι η σημασία του προπονητή στην κατάκτηση ενός τίτλου είναι μικρότερη από αυτή που νομίζουμε. Όταν όμως δεν μπορείς να κάνεις σημαντικότερες αλλαγές -όπως να κάνεις καλές μεταγραφές και να στήσεις την ομάδα δοικητικά- σου είναι πιο εύκολο να δώσεις την προσοχή στο πρόσωπο του τεχνικού και να πεις ότι «εμένα το μυστικό της επιτυχίας είναι ο τάδε προπονητής». Η λεπτομέρεια, όμως, είναι ότι μπορείς να μιλάς για μυστικό της επιτυχίας μόνο μετά την επιτυχία.

Τι χρειάζεται τώρα ο Παναθηναϊκός;
Ένα σχέδιο που θα απαντάει στο ερώτημα «τι ομάδα θέλουμε να φτιάξουμε;». Μπορεί να είναι μία θεαματική ομάδα που θα παίζει ωραίο ποδόσφαιρο ή ένα σκληροτράχηλο και πειθαρχημένο σύνολο που θα παίζει για το αποτέλεσμα. Πρέπει, όμως, να είναι κάτι συγκεκριμένο. Ο Παναθηναϊκός πρέπει να βρει τον άνθρωπο που θα τον βάλει σε ένα μοντέλο. Έτσι, θα έχει περισσότερες πιθανότητες να κερδίσει σε σχέση με την ομάδα του Στραματσόνι, που στον πρώτο τόνο παίζει 4-3-3 και στον δεύτερο τόνο κατεβαίνει με 3-5-2. Όταν ο Παναθηναϊκός κατάφερε να αποκτήσει οργάνωση και αγωνιστικό σχέδιο, την περίοδο Νταμπίζα-Αναστασίου, πήρε το Κύπελλο με μία ομάδα πολύ πιο φθηνή από τη σημερινή. Ακόμη κι ο Μουρίνιο, λίγα πράγματα θα πετύχαινε χωρίς σχέδιο.

Διαβάστε: Street Μπάχαλα Μεταξύ Ελλήνων Χούλιγκαν στα 90's

Αυτό ακούγεται δύσκολο, η υλοποίησή του θα πρέπει να είναι ακόμα πιο σύνθετη.
Όπως κάθε ομάδα, έτσι κι ο Παναθηναϊκός χρειάζεται μία ταυτότητα: θέλει να είναι μία ομάδα που θα παίζει ποδόσφαιρο ή απλώς θα είναι καταγγελτική του Βαγγέλη Μαρινάκη; Αν ρωτούσες τον Αλαφούζο τι θέλει περισσότερο, να πάρει ο Παναθηναϊκός το ντέρμπι με τον ΠΑΟΚ ή να βγει το δικαστικό βούλευμα, θα σου έλεγε ότι προτιμάει το βούλευμα.

Και τώρα Ουζουνίδης...
Με την επιλογή Ουζουνίδη, ο Παναθηναϊκός απέφυγε το λάθος που έκανε πέρυσι με τον Στραματσόνι. Όταν αλλάζεις προπονητή στη μέση της χρονιάς φέρνεις Έλληνα, διότι αφενός ξέρει την ελληνική πραγματικότητα και έχει μία εικόνα για την ομάδα, αφετέρου δεν έχει την απαίτηση να του φέρεις 15 παίκτες όπως έγινε με τον Ιταλό. Από 'κει και πέρα, θα πρέπει να περιμένουμε αν η οργάνωση της ομάδας θα βοηθήσει τον Ουζουνίδη να προσφέρει το μερίδιο του προπονητή στην εξέλιξη μιας ομάδας.

Περισσότερα από το VICE

O Σκηνοθέτης που Γύρισε το «Αληθινό Trainspotting» με Βάση τα Νιάτα του

Τι Διάολο Μυρίζει Τόσο Άσχημα στη Δυτική Θεσσαλονίκη

Το Joint που Κοστίζει όσο ένα Ακριβό Γεύμα με Σούσι

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.