ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Travel

Σε Αυτήν την Πόλη της Αγγλίας Νομίζουν ότι Ζουν στον 19ο Αιώνα

Μια πόλη-μουσείο κοντά στο Birmingham όπου όλοι προσποιούνται ότι έρχονται από το παρελθόν.

Κείμενο Joe Bish
11 Αύγουστος 2015, 1:00am
To θέμα δημοσιεύτηκε αρχικά στο VICE UK.

Το παρελθόν, λένε, είναι μια ξένη χώρα. Αυτό ισχύει, ιδιαιτέρως, για τη Βρετανία. Για παράδειγμα, στις σχεδόν τέσσερις γενιές από τότε που τα εκθέματα του μουσείου Black Country Living Museum ήταν στην ακμή τους, πολλά έχουν αλλάξει. Η ομοφυλοφιλία δεν είναι πια παράνομη, η έννοια του Σαββατοκύριακου υπάρχει και η χώρα δεν είναι πλέον μοιρασμένη σε περιοχές που είναι είτε πνιγμένες στο κλάμα με εγκαταλελειμμένα παιδιά είτε καίγονται. Είναι μια υπέροχη εποχή να είσαι ζωντανός.

Υπήρχε, όμως, μια άλλη εποχή για να είσαι ζωντανός, από το 1890 έως το 1935. Είναι η εποχή που αναπαριστάται από το Black Country Living Museum. Το μουσείο, που βρίσκεται στο Tipton έξω από το Birmingham, είναι ένα είδος μικρής πόλης στην οποία αναβιώνουν πτυχές του παρελθόντος. Υπάρχουν παλιά λεωφορεία, παλιά ζαχαροπλαστεία, άνδρες παλαιάς εποχής ντυμένοι με ρούχα παλιάς εποχής που μιλούν για πράγματα άλλης εποχής και όλα είναι αρμονικά δεμένα μεταξύ τους σε εκπαιδευτικά εκθέματα, για το διάστημα μεταξύ των δυο Παγκοσμίων Πολέμων.

Το μουσείο εκτείνεται σε ένα μικρό χωριό με τους δικούς του μικρούς δρόμους, για να οδηγούν οι ηλικιωμένοι τις σακαράκες τους γύρω-γύρω. Το μόνο σημείο που αποδέχεται ότι είναι σύγχρονο είναι ένα λειτουργικό γκαράζ, όπου μια ομάδα «κολλημένων» με τα αυτοκίνητά τους, με γκρίζα μαλλιάμ γελάνε σαν μανιακοί καθώς επιδιορθώνουν παλιά αυτοκίνητα και τα οδηγούν τριγύρω στην πόλη για να διασκεδάζουν οι πελάτες. Είναι η εικόνα που θα έκανε ένα συγκεκριμένο είδος καρδιάς μπαμπά να σπαράξει εάν την έβλεπαν τα μάτια του, καθώς θα συνειδητοποιούσε ότι για αυτό ήταν προορισμένος στη ζωή και όχι για να τεκνοποιεί, ενώ παράλληλα θα σκούπιζε τα δάκρυά του πριν να αγοράσει στο παιδί του ακόμα ένα παγωτό.

Όλες οι φωτογραφίες είναι του Jake Lewis.

Όλως περιέργως, το μέρος δεν ήταν υπερβολικά ενθουσιώδες όπως θα υπέθετε κανείς. Εκ των προτέρων, σκέφτηκα ότι θα ήταν ένα από εκείνα τα μέρη που ζουν κάουμποϊ στην Αμερική. Αποτελούνταν, κυρίως, από μερικούς ηλικιωμένους άνδρες και γυναίκες από την περιοχή, ντυμένους με ρούχα εποχής που περιέγραφαν ότι βρισκόταν γύρω τους με ελαφρώς προβαρισμένες ομιλίες.

Η γυναίκα της από πάνω φωτογραφίας, για παράδειγμα, μας είπε πώς αυτή η τουαλέτα σε ένα από αυτά τα σπίτια χρησίμευε και ως κουζίνα. Ήταν, κατά κάποιον τρόπο, ενδιαφέρον. Αλλά, την ίδια στιγμή, δεν ήταν καθόλου. Συμπάσχω μαζί της. Πιθανώς να είμαι και ο μόνος από τους 20 επισκέπτες στη μικρή της φωλιά που εμπλέκεται αρκετά με όσα λέει, κάνοντας να αξίζει τον κόπο επειδή ακριβώς να μιλάει.

Φαινόταν ότι η βασική βιομηχανία στη μικρή πόλη του χθες ήταν η μεταλλοτεχνία, δηλαδή η κατασκευή αλυσίδας. Υπήρχαν αλυσίδες όλων των τύπων και των μεγεθών εδώ, από εκείνες τις γιγαντιαίες τρομακτικές αλυσίδες που βλέπουμε να κρατάνε αγκυροβολημένα τα πλοία έως τις χαριτωμένες λεπτές αλυσίδες που θα χρησιμοποιούνταν για να κρατήσει σταθερό κάτι που κρεμιέται στον τοίχο.

Παρ' όλα αυτά, καθώς χαλάρωνα με ένα πιτάκι από την καντίνα, άρχισα να υποψιάζομαι ότι το παρελθόν δεν ήταν τόσο συναρπαστικό όσο νόμιζα πως θα ήταν.

Ήθελα να αναχωρήσω από το Black Country Living Museum, απορρίπτοντας το παρόν. Να τρέξω στο σπίτι, να ανταλλάξω το MacBook Pro μου για μια φτηνοσφυρίχτρα ή κάτι τέτοιο. Όμως, το σκηνικό στο οποίο βρισκόμουν έμοιαζε απλά με ένα αδιάφορο μνημείο πολέμου, σε μια ψόφια πόλη.

Έστριψα μια γωνία πιο κάτω από το Ινστιτούτο Εργαζομένου και ξαφνικά όλα άρχισαν να έχουν νόημα. Σε αυτό το μικρό τμήμα δρόμου υπήρχε ένα καπνοπωλείο, ένα κατάστημα με μοτοσικλέτες, ένα κατάστημα επιδιόρθωσης ραδιοφώνων - αυτό ήταν το παρελθόν που ήθελα. Εκεί είναι το μέρος όπου θα ήθελα να είμαι.

Στην πίσω πλευρά υπήρχε ένα γραφικό σπίτι στυλ δεκαετίας 1930. Ένα ραδιόφωνο έπαιζε σιγά τη δημοφιλή μουσική της ημέρας. Ένα καπέλο, ένα παλτό και μια ομπρέλα ήταν απαλά ακουμπισμένα στον καναπέ. Μαυρόασπρες φωτογραφίες μελών της οικογενείας βρίσκονταν κοντά σε ένα εμπριμέ σερβίτσιο, στα ντουλάπια με τα γυαλικά.

Η καρδιά μου λαχταρούσε την απλότητα. Ποθούσε να μην έχει την προσμονή του ελέγχου του τηλεφώνου μου, όπου βλέπω 20 άτομα να λένε για το ότι η νέα ταινία της Marvel είναι προβληματική ή μακρινούς συγγενείς να λένε ψέματα στους εαυτούς τους για τα κακά της μετανάστευσης. Νιώθω ότι σε αυτό το χρονικό διάστημα, αυτή τη μέρα και ηλικία, γνωρίζω πάρα πολλά για πάρα πολλά πράγματα.

Δεν πρόκειται για χρήσιμες πληροφορίες και γνώσεις που αποκομίζω καθημερινά από τις διαδικτυακές αλληλεπιδράσεις, αλλά ενοχλητικές μικρολεπτομέρειες για ανθρώπους και πράγματα για τα οποία δεν ενδιαφέρομαι. Ήθελα να βρίσκομαι πίσω στο παρελθόν, στο 1930, να ακούω ραδιόφωνο και να κοιτάω έξω από το παράθυρο και να μην ανησυχώ για τίποτα εκτός από τη ραχίτιδα και τα «θαυματουργά όπλα» (wunderwaffe) του Γ΄ Ράιχ.

Μέσα σε κάποιο είδος καταστήματος, ένα ηλικιωμένος άνδρας στεκόταν πίσω από μια γιγαντιαία ταμειακή μηχανή. Είχε μια μικρή πλαστική τσάντα γεμάτη με παλιά νομίσματα, τα οποία άδειασε πάνω στο τραπέζι. Προσπάθησε να με κάνει να καταλάβω πώς να προσθέτω μισές πέννες και κορώνες, καθώς επίσης και τα πράγματα μεταξύ τους, καταλήγοντας με κάποιο τρόπο σε μια τιμή που είχε τρία δεκαδικά ψηφία. Ένιωσα τον εγκέφαλό μου να γίνεται ένα βουνό από σκυλίσια σκατά μέσα στο κρανίο μου, ενώ η φωνή του κυρίου πίσω μου που βροντοφώναζε πόσο εύκολο ήταν δεν τον βοηθούσε.

Έξω, υπήρχε ένας σωσίας του Charlie Chaplin ο οποίος ήταν πολύ καλός. Σε ένα άλλο σκηνικό, χτύπησε στο κεφάλι και έπεσε κάτω. Αλλά, άρεσε σε όλους γύρω μου. Ήταν εκείνη η στιγμή που συνειδητοποίησα ότι είχα δει τον μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων με μπαστούνια στη διάρκεια της μέρας. Σκέφτηκα πώς το Black Country Living Museum λειτουργεί ως ένα σημείο νοσταλγίας για την παλαιότερη γενιά και είναι απίστευτα γλυκό να το βλέπει κανείς. Ηλικιωμένοι άνδρες και γυναίκες περπατούν τριγύρω, χαμογελούν και θυμούνται τι συνήθιζαν να πωλούν τα καταστήματα, πώς ήταν οι άνθρωποι, πώς ήταν τα πράγματα. Είναι ένας ασφαλής χώρος για τα μωρά που γεννήθηκαν στον πόλεμο, ένας χώρος στον οποίο η τρομακτική εκθετική ταχύτητα του σύγχρονου κόσμου μπορεί να σταματήσει, να ξεφύγει κανείς από αυτή, έστω κι αν είναι μόνο για μια μέρα.

Αν και ίσως δεν είναι η ζωντανή διαδραστική θεατρική εμπειρία που είχα αρχικά οραματιστεί, το Black Country Living Museum με έπιασε από πολλές πλευρές σε συναισθηματικό επίπεδο. Η αγαλλίαση που προκαλεί σε εκείνους που έχουν προχωρημένη ηλικία, σε μια περίοδο όπου όλο και περισσότερο τους βάζουν στο περιθώριο και τους ξεχνούν, είναι υπέροχο συναίσθημα. Είναι κρίμα, σκέφτομαι, ότι το ισοδύναμό μου στο μέλλον δεν θα είναι τα κατάμεστα φιλικά ζαχαροπλαστεία, αλλά πιθανότερα ένας οικολογικός θάλαμος στον οποίον οι αρθρογράφοι παίρνουν εντολή να αυτοκτονήσουν, από έφηβους otherkin για αμνημόνευτους χρόνους. Εφιάλτης.

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Tagged:
Culture
Birmingham,
Nostalgia
Vice Blog
Black Country Living Museum
Αγγλία
πόλη
μουσείο
παρελθόν
Μπέρμινχαμ
εκθέματα
ζαχαροπλαστεία
Παγκόσμιος Πόλεμος