Πρόσωπα

Η Καθημερινή Ζωή Ενός Λουστραδόρου στο Κέντρο της Αθήνας

«Αυτή η δουλειά έβγαλε καλλιτέχνες, γιατρούς, έβγαλε δικηγόρους, νομικούς. Ο Λευτέρης Πανταζής, από το κασελάκι ξεκίνησε».

Κείμενο Χριστίνα Μανιατάκου; φωτογραφίες Πάνος Κέφαλος
12 Απρίλιος 2018, 6:41am

Τον Χαμπίτ, θα τον πετύχεις μόλις βγεις από την έξοδο του Mετρό που οδηγεί στην Πανεπιστημίου: Αν περνάς από την Πλατεία Ομονοίας τις καθημερινές, πρωί ή μεσημέρι, δεν υπάρχει περίπτωση να μην τον έχεις συναντήσει. Κάθεται στο μικροσκοπικό καρεκλάκι του σχεδόν 20 χρόνια τώρα. Τον βλέπω συχνά και αναρωτιέμαι πώς είναι να ζεις μέσα στο 2018 λουστράροντας καθημερινά παπούτσια άλλων. Για την ακρίβεια, υπάρχει κανείς που λουστράρει πια παπούτσια;

VICE: Το λουστράρισμα πώς προέκυψε;
Χαμπίτ: Στην Αθήνα ήρθα στα 16 μου. Προηγουμένως, μέναμε με την οικογένειά μου και τη γυναίκα μου στην Κομοτηνή, ανήκαμε στη μουσουλμανική μειονότητα. Στέρεψαν οι δουλειές εκεί και έτσι φύγαμε για κάτι καλύτερο. Το πρώτο πράγμα που έκανα εδώ, ήταν να στήσω ένα σταντ με κουλούρια και να τα πουλάω στην Πειραιώς – παράνομα, βέβαια. Με κυνηγούσανε. Πέρασα και δικαστήριο για τα κουλούρια, αλλά ευτυχώς ξεμπέρδεψα νωρίς.

Έχουμε γεμίσει με αθλητικά, τα οποία προφανώς δεν χρειάζονται βάψιμο. Με δέκα ευρώ παίρνεις παπούτσι, γιατί να δώσεις τρία να συντηρήσεις το παλιό;

Μετά ανακατεύτηκα με τα ναυπηγεία και ύστερα βρήκα δουλειά στον ΟΤΕ. Δούλεψα από τις αρχές του ’80 για αρκετά χρόνια εκεί. Αρχικά, με έβαλαν να δουλέψω σε έναν εργολάβο για πέντε χρόνια. Έγινα και μόνιμος εργαζόμενος, μάλιστα. Έφυγα, όμως, για κάποιον λόγο. Αργότερα, το ’94, πήγα ξανά, με σκοπό να μείνω για τα καλά εκεί. Δυστυχώς, όμως, μετά από τέσσερα χρόνια, ο εργολάβος μάς είπε απλά μια μέρα, «Μέχρι εδώ ήταν παιδιά, το διαλάμε». Έτσι, έφυγε ο ΟΤΕ και ήρθε το κασελάκι. Παρά την απογοήτευση, έψαχνα δουλειά, ήμουν συνεχώς στον δρόμο, ρώταγα από ’δω κι από ’κει. Δεν σκάλωσα πουθενά. Έψαχνα παντού, ακόμη ψάχνω. Να βρεθεί κάτι, να σηκωθώ απευθείας να πάω.

Θα την άφηνες αυτήν τη δουλειά τώρα πια εύκολα;
E, βέβαια, δεν υπάρχει ζωή πλέον εδώ.

Η αλήθεια είναι ότι είσαι από τους ελάχιστους που εξασκούν ακόμη αυτό το επάγγελμα.
Εδώ κατέληξα, επειδή ήταν ο μόνος δρόμος για να καταφέρω να πάω μια φρατζόλα ψωμί στο σπίτι μου. Να διατηρήσω την αξιοπρέπειά μου. Πριν από δύο δεκαετίες, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Αυτή η δουλειά είχε ακόμη αξία, κάλυπτε κάποιες ανάγκες και κυρίως είχε ένα αξιοπρεπές μεροκάματο να πας στο σπίτι σου, ώστε να μην κλέψεις, να μην αλητέψεις. Τώρα έχει σπάσει πάρα πολύ. Ακόμη και οι μεγαλύτεροι άνθρωποι πάνε με αθλητικά στις δουλειές τους. Έχουμε γεμίσει με αθλητικά, τα οποία προφανώς δεν χρειάζονται βάψιμο. Με δέκα ευρώ παίρνεις παπούτσι, γιατί να δώσεις τρία να συντηρήσεις το παλιό; Η τεχνολογία και η κρίση έφεραν πολλές αλλαγές.

Ως λούστρος στην Αθήνα ξεκίνησες από εδώ, από την Ομόνοια. Πόσο διαφορετική τη βλέπεις δύο δεκαετίες μετά;
Παλιότερα, βρισκόμουν στην απέναντι πλευρά της πλατείας. Αργότερα που άδειασε το μέρος, μεταφέρθηκα εδώ. Τότε, υπήρχαν πολλοί σαν και εμένα. Αυτή η δουλειά έβγαλε καλλιτέχνες, γιατρούς, έβγαλε δικηγόρους, νομικούς. Ο Λευτέρης Πανταζής, από το κασελάκι ξεκίνησε. Έκανε τη δουλειά του στους πελάτες και όταν δεν είχε κόσμο, άρπαζε την κιθάρα που ’χε δίπλα, έπαιζε και σιγοτραγουδούσε. Αυτό, μέχρι που πέρασε ένας περαστικός και τον έφτιαξε. Τον πήρε και τον έκανε τραγουδιστή. Ήταν πιο τυχερός από πολλούς. Του έκατσε η καλή, που λέμε.

Το κάνω επειδή ναι μεν δεν έχω άλλη επιλογή, αλλά έχω μάθει να το κάνω με φροντίδα, με πειθαρχία, με αγάπη, με όλη μου την καρδιά - και αυτό από κάποιους εκτιμάται.

Έχεις νιώσει ποτέ υποτιμητικά, κάνοντας αυτήν τη δουλειά;
Όχι. Κοίταξε, αυτό που κάνω εμένα με ευχαριστεί. Δουλεύω και πραγματικά το ευχαριστιέμαι. Βλέπω και τον πελάτη μου που το ευχαριστιέται. Το κάνω, επειδή ναι μεν δεν έχω άλλη επιλογή, αλλά έχω μάθει να το κάνω με φροντίδα, με πειθαρχία, με αγάπη, με όλη μου την καρδιά - και αυτό από κάποιους εκτιμάται.

Οι πελάτες που έρχονται, είναι σταθεροί;
Οι περισσότεροι, ναι. Καμιά φορά, μπορεί να τύχει να έρθει κάποιος που δεν έχει έρθει ξανά και να πούμε δύο πράγματα. Αυτοί που έρχονται για να τους βάψω συνήθως είναι ηλικιωμένοι. Οι περισσότεροι είναι συνταξιούχοι, που έχουν βγει την καθιερωμένη βόλτα τους. Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που τους έχω στην καρδιά μου. Τους έχω μιλήσει για την κατάστασή μου, έρχονται, βάφουν τα παπούτσια τους και στην ουσία με βοηθάνε. Εκτιμάνε τη δουλειά αυτή που κάνω ακόμη με μεράκι. Μου δίνουν ένα μεροκάματο να πάω στο σπίτι ή λέμε καμιά κουβέντα. Καλή ώρα, ο κύριος Μιχάλης, έρχεται, μου λέει μια καλημέρα, με βοηθάει. Έλειπε δύο μέρες, πέρασε τώρα από εδώ να μου πει την καλημέρα του. Τέτοιοι άνθρωποι, ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη.

Φαντάζομαι πως έχεις πολύ χρόνο για παρατήρηση εδώ, τι αίσθηση σου δίνει η εικόνα των ανθρώπων που περνούν μπροστά από τα μάτια σου καθημερινά;
Γενικότερα το πεζοδρόμιο με έχει κάνει να έρθω σε επαφή με πάρα πολλούς ανθρώπους. Ανθρώπους κάθε τάξης και πεδίου. Συζητάω μαζί τους για θέματα οικονομικά, πολιτικά, καθημερινά. Πολλοί μιλούν για τις συντάξεις τους που δεν τους φτάνουν και είναι συνέχεια με ένα παράπονο, για το πολιτικό σύστημα που δεν στέκεται καλά. Γενικά, ο κόσμος είναι τρελαμένος.

Από τι ώρα δουλεύεις εδώ και για πόσο διάστημα;
Από τις οκτώ το πρωί έρχομαι, είναι η ώρα μου. Μένω μέχρι τις τέσσερις. Μπορεί και μέχρι τις πέντε, αν δεν έχω κάνει τίποτα μέσα στην ημέρα. Να βγάλουμε το καρβέλι. Άμα βγει το καρβέλι, είμαστε εντάξει.

Τα παιδιά σου τα έστειλες σχολείο;
Η μία μου κόρη πήγε, όμως το σταμάτησε μετά επειδή παντρεύτηκε. Γέννησε την εγγονούλα μου και τώρα περιμένω και το δεύτερο εγγόνι.

Την τέχνη αυτήν, τελικά, πώς την έμαθες; Μόνος σου;
Την έμαθα από τον συγχωρεμένο τον θείο μου, στην Κομοτηνή. Πήγαινε από καφενείο σε καφενείο με ένα ξύλινο κασελάκι στο χέρι -που το μάζευε κάπως, για να μπορεί να το μεταφέρει- και έβαφε τα παπούτσια του κόσμου. Θυμάμαι μια φορά που τον είδα να τρέχει σαν τρελός, για να ξεφύγει, επειδή τότε τους κυνηγούσαν τους πλανόδιους λούστρους, ήταν παράνομοι. Τον παρατηρούσα πάντως να δω πώς βάφει, τις κινήσεις του, ήμουν δέκα χρονών τότε, ήθελα να τα μάθω όλα. Με εντυπωσίαζαν τα βουρτσάκια του και οι θήκες για τα εργαλεία του. Τον είδα μια, τον είδα δυο, ε, μια μέρα βούτηξα το κασελάκι του και του «έκλεψα» τη δουλειά. Ούτως η άλλως, το είχε παρατήσει πια το επάγγελμα, επειδή είχε ξεκινήσει να δουλεύει σε μια οικοδομή και στις μεταφορές, οπότε βρήκα ευκαιρία να βγάλω μεροκάματο. Το κασελάκι ήταν πιο βαρύ από μένα.

Αυτό το κασελάκι που έχεις τώρα, πώς το απέκτησες;
Ήρθε στα χέρια μου κάπου στον Πειραιά. Φτιάχτηκε στην Κωνσταντινούπολη, όμως. Είναι από την Πόλη.

Με τη δραχμή, θυμάμαι, είχα βγάλει και έξι και επτά χιλιάδες. Το αισθανόσουνα το χρήμα, τότε. Τώρα, δέκα ευρώ άμα βγάλω, είμαι πραγματικά μια χαρά. Θα φτιαχτεί η μακαρονάδα στο σπίτι.

Σου δόθηκαν ευκαιρίες μέχρι τώρα στη ζωή σου, που όμως έχασες;
Μου δόθηκαν, ναι. Θα μπορούσα τώρα να είμαι υπάλληλος στο δημόσιο, μόνιμος υπάλληλος του ΟΤΕ. Έχασα εκείνην την ευκαιρία. Είδα φίλους από τα παλιά που μπήκανε σε τράπεζες, με κουστούμια και τους ζήλεψα. Εγώ ήμουν με φόρμα αγγαρείας. Ασχολούμουν με τα φτυάρια, τον κασμά και τα καλώδια. Πολύ σκάψιμο, κόψιμο. Θυμάμαι να ρίχνω 300 μέτρα καλώδιο, τραβώντας το μέχρι την Ακτή Μιαούλη. Τρόμαξα, είπα «Θα πεθάνω εδώ πέρα» και τα παράτησα. Λίγο ζόρι παραπάνω ήθελε. Τώρα, θα είχα βγει στον αφρό, θα ήμουν μόνιμος και σίγουρα σε μια πιο ελαφριά δουλειά.

Το αγαπημένο σου παπούτσι πιο είναι;
Κοίτα, εμένα ως επαγγελματία μου αρέσουνε όλα τα παπούτσια. Το δύσκολο παπούτσι το γουστάρω να το φτιάχνω. Να φτιάχνω το χρώμα του, να αναδεικνύεται το δέρμα του. Ό,τι είδος δέρμα και να είναι, παίρνει τα πάνω του. Στον άνδρα είναι όμορφο αυτό και κάποτε ήταν το παν.

Έχεις άδεια;
Δεν υπάρχουν άδειες. Υπήρχαν, όταν υπήρχε και το σωματείο των λούστρων, αντίστοιχα. Τότε έβγαιναν και στη σύνταξη. Τώρα πλέον, έχει καταργηθεί, φυσικά. Πρέπει να κάνω ατομική ασφάλιση και να την πληρώνω, για να έχω τη σύνταξή μου. Πρέπει να κάνω έναρξη επαγγέλματος, για να κάνω αυτασφάλιση.

Το μεγαλύτερο μεροκάματο που έχεις βγάλει ποιο είναι;
Το μεγαλύτερο που θυμάμαι είναι 50 ευρώ. Στις αρχές που πρωτοκυκλοφόρησε το ευρώ, ήταν θησαυρός. Με τη δραχμή, θυμάμαι, είχα βγάλει και έξι και επτά χιλιάδες. Το αισθανόσουνα το χρήμα, τότε. Τώρα, δέκα ευρώ άμα βγάλω, είμαι πραγματικά μια χαρά. Θα φτιαχτεί η μακαρονάδα στο σπίτι.

Η Ομόνοια πόσο έχει αλλάξει από τότε που πρωτοήρθες εδώ;
Πάρα πολύ, αν και εγώ δεν πέτυχα στη δουλειά την πλατεία της Ομόνοιας με τη λίμνη και το σιντριβάνι. Θυμάμαι, πάντως, ότι δεν πολυπερπατούσε ο κόσμος πάνω στην πλατεία. Γύρω-γύρω όμως, που καθόμασταν εμείς, υπήρχε το παπουτσίδικο, το λουλουδάδικο. Υπήρχε ένα καφενείο όπου μπορούσες να βρεις πετμέζι, καϊμάκι, αλλά και γάλα ζεστό. Ήταν εκεί, στο ισόγειο του ξενοδοχείου Μέγας Αλέξανδρος. Θυμάμαι, ακόμη σέρβιρε κρέμα και γιαούρτι. Πηγαίναμε καθημερινά εμείς που δουλεύαμε εδώ γύρω. Εκεί που είναι τώρα το Hondos Center, υπήρχε καφενείο.


VICE Video: Ανακαλύψαμε τους Ανθρώπους που Βγάζουν Χρήματα από το Gaming στην Ελλάδα

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Έχει περάσει ποτέ κάποιος πολιτικός να λουστράρει τα παπούτσια του;
Ναι, από εμένα πέρασε ο Δημήτρης Τσοβόλας και ο Παναγιώτης Λαφαζάνης - και άλλοι πολιτικοί και βουλευτές, που δεν θυμάμαι τώρα να σου πω ονομαστικά.

Ψηφίζεις;
Φυσικά. Από 16 χρονών ψηφίζω.

Γιατί πιστεύεις ότι είναι χρήσιμο αυτό που κάνεις;
Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που αγαπάνε το παπούτσι πάρα πολύ. Έχουν ένα πάθος με αυτό. Ο άλλος φοράει 15 με 20 χρόνια το ίδιο παπούτσι και το θέλει πάντα στην πένα, βαμμένο, ωραίο. Υπάρχουν ακόμη αυτοί οι άνδρες που τους είναι το παν το παπούτσι, η γραβάτα και το ξύρισμα. Είναι, βέβαια, ελάχιστοι, αλλά τους έχει μείνει από παλιά. Αυτό εκτιμάνε, αλλά και εμένα. Για αυτό, αυτός που θα έρθει, θα βάλει το πόδι του επάνω και -πολλές φορές- θα πληρώσει με το παραπάνω, για να νιώσει ότι ζωντανεύει ξανά το παπούτσι του, αλλά και ότι με τίμησε.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Τα Προσωπικά Δεδομένα 59.480 Ελλήνων Χρηστών του Facebook Είναι «στον Αέρα»

Ο Παναγιώτης Κάνει τα Πάντα στα Άκρα - Αυτήν την Εποχή Σώζει Κακοποιημένους Σκύλους

Φόνοι, Ναρκωτικά, Γυναίκες: Οι Έλληνες Ρεμπέτες Ήταν Πολύ Σκληροί για να Πεθάνουν

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.