Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε πριν από πέντε (ή και περισσότερα) χρόνια
News

Ο Παλιατζής Που Έσωσε την Πατησίων

Πώς ένα μεταλλαγμένο βενζινάδικο μπορεί να φέρει ομορφιά ακόμη και στην πιο άχαρη πλευρά της πόλης.

Κείμενο Ειρήνη Σαγιά, Photo: Νίκος Τσίρος
04 Φεβρουάριος 2014, 6:00am



Η οδός Πατησίων, ο αλλοτινός πολυσύχναστος δρόμος με τα δεκάδες καταστήματα, δεν φημίζεται πλέον για τα αξιοθέατά της. Σε ώρες αιχμής θα τη βρεις μονίμως πηγμένη, οι οδηγοί και επιβάτες Ι.Χ και λεωφορείων έχουν βλέμμα που θυμίζει ζώα φυλακισμένα σε κλουβιά που ο κακός φύλακας έχει πολύ καιρό να καθαρίσει.

Εκεί όμως, εξακολουθεί να φαίνεται το πραγματικό πρόσωπο της Αθήνας: αμακιγιάριστο, με ένα σωρό ψεγάδια, χωρίς trendy μπαράκια να καμουφλάρουν τη φτώχεια, τη μοναξιά, αλλά και τους κινδύνους που γεννούν αυτά τα δύο. Και ξαφνικά, ένα χειμωνιάτικο βράδυ, εκεί που κοιτάς ανόρεχτα έξω από το παράθυρο του ταξί και σκέφτεσαι «τι θέλαμε και στρίψαμε εδώ…», βλέπεις μια μαγεμένη πολιτεία στη μέση της Πατησίων, που τον τελευταίο καιρό ισοδυναμεί με τη μέση του πουθενά.

Στο νούμερο 181, στον χώρο ενός τεράστιου γκαράζ αυτοκινήτων, λίγο πιο πέρα από την πλατεία Κολιάτσου και απέναντι από ένα αυτονομημένο πάρκο που προσφέρει υπαίθρια στέγη σε αστέγους, ο Βασίλης Σπανόπουλος, παλιά καραβάνα στο εμπόριο αντίκας, έχει στήσει το βασίλειό του. Και κάπως έτσι, η Πατησίων μοιάζει να γεννιέται από τις στάχτες της, προσφέροντας σε ντόπιους και επισκέπτες μια αλλιώτικη περιπλάνηση σε χιλιάδες παλιά αντικείμενα.

Ο κύριος Βασίλης με περιμένει ένα απόγευμα Πέμπτης στην αγαπημένη του θέση. Καθισμένος έξω από το μαγαζί, δίπλα σε ένα τραπεζάκι με το τηλέφωνο να χτυπά διαρκώς για παραγγελίες και το ραδιόφωνο να παίζει σε ενισχυμένη ένταση ελληνικά τραγούδια. Φοράει ένα κοτλέ καπέλο τζόκεϊ, δερμάτινο μπουφάν κι ένα κασκόλ που θυμίζει κομμάτι από γούνα. Στα δεξιά του, ένας τεράστιος μπρούτζινος Ατλας, να κουβαλάει στις πλάτες του την Υδρόγειο. Το βλέμμα μου πέφτει μηχανικά στα χέρια του. Δυνατά και δουλεμένα, έχουν κουβαλήσει τόσα πράγματα μέσα στα χρόνια, που αν τα έβαζες το ένα πλάι στο άλλο, θα έφταναν για να περικυκλώσουν την Υδρόγειο.

«Καθίστε, θα σας πω ό,τι θέλετε να μάθετε», μου λέει ενώ περαστικοί του δίνουν συγχαρητήρια γιατί «συνέβη κάτι  καλό στην περιοχή τους». Έχει παράλληλα το νου του και στους εργάτες, νευραλγικούς μετανάστες που κουβαλούν διαρκώς πράγματα, πακετάρουν, δίνοντάς σου την εντύπωση ότι ξέρουν ακριβώς πού βρίσκεται το καθετί, όσο συναρπαστικά χαοτικό κι αν φαίνεται αυτό το παλαιοπωλείο.

«Ξεκίνησα να ασχολούμαι με τις αντίκες το 1964. Ανοιξα το πρώτο κατάστημα στην Ερμού και έφτιαξα άλλα πέντε μαγαζιά στην Ερμού και στην Πειραιώς. Τότε είχα πάρα πολλή δουλειά. Το γκαράζ που βλέπεις το έχω 42 χρόνια. Επειδή είχε πέσει πολύ η ζήτηση για βενζίνη, έφερα εδώ τις αντίκες μου πριν από ενάμιση χρόνο. Εδώ μέσα μπορείς να βρεις τα πάντα. Πωλούνται αναμνήσεις σε πολύ καλές τιμές. Φτιάξαμε ένα άλλο Μοναστηράκι σε 3.000 τετραγωνικά μέτρα, η αποθήκη μας έχει πάνω από 50.000 αντικείμενα», λέει και χαμηλώνει τη μουσική καθώς η συζήτηση ζωηρεύει.

Μου δείχνει τη σχετική ταμπέλα: «Ανοιχτό καθημερινά 9 π.μ-8 μ.μ. Σάββατο και Κυριακή κλειστά λόγω ψαρέματος». Αλλά κι όταν ακόμη το βενζινάδικο-παλαιοπωλείο έχει κατεβασμένα ρολά, δίνει το στίγμα του στην περιοχή: μπροστά από την κεντρική είσοδο, κρεμασμένα τόσο ψηλά ώστε να μπορείς να τα θαυμάσεις χωρίς να μπορείς να τα κατεβάσεις, μουσικά όργανα, φιγούρες του Καραγκιόζη, βινύλια και πολυέλαιοι που δίνουν τα φώτα τους στο λιγότερο φωτογενές κομμάτι της Αθήνας. Ο χώρος φυλάσσεται 24 ώρες το 24ωρο επτά ημέρες την εβδομάδα.

Μπάρμπεκιου για αστέγους

Και αυτό κατά έναν παράξενο τρόπο, δίνει στους κατοίκους της περιοχής μια αίσθηση ασφάλειας «Όλο αυτό που συμβαίνει βοηθάει την περιοχή που ήταν υποβαθμισμένη. Εχουμε πολλά φώτα, οι κάτοικοι χαίρονται. Μέχρι και ο διοικητής του Αστυνομικού Τμήματος στην οδό Θήρας ήρθε να με συγχαρεί προσωπικά». Πώς να μην χαρεί και να μην συγχαρεί ο διοικητής, αφού μια τέτοιου είδους «αστυνόμευση» αποδεικνύεται και πιο αποτελεσματική και πιο ευχάριστη από την πατροπαράδοτη.

Εχει όμως και τα παράπονά του από τα όργανα της τάξης.  «Για πολύ καιρό, κάθε μέρα, εφτά με εννιά το βράδυ, ψήναμε εδώ έξω και δίναμε σουβλάκια στους αστέγους. Στο πάρκο απέναντι μένουν εβδομήντα άνθρωποι που δεν έχουν πού αλλού να πάνε, έτρωγαν εδώ δωρεάν κάθε μέρα, έρχονταν κι από άλλες περιοχές, τεράστιες ουρές μέσα στο κρύο. Δεν ξέρεις τι θα πει πείνα, ώσπου να δεις κάποιον που ενώ στέκεται στην ούρα για να φάει, αρπάζει το σουβλάκι από το χέρι του μπροστινού του. Ημουν πολύ χαρούμενος γι’ αυτό το μπάρμπεκιου-συσσίτιο, ως τη στιγμή που ήρθε ένας αστυνομικός και μου είπε ότι δεν μπορούσε να συνεχιστεί, επειδή έκαναν παράπονα τα διπλανά σουβλατζίδικα ότι τους έκοβα την πελατεία-λες και οι άστεγοι θα είχαν λεφτά για να αγοράσουν σουβλάκια από τα μαγαζιά τους. Τώρα τα ψυγεία μου είναι γεμάτα από χοιρινά καλαμάκια. Και αυτά έχουν ημερομηνία λήξης. Δεν είναι σαν τις αντίκες».

Ο Βασίλης θεωρεί ότι η ασχολία με το παλιό είναι το επάγγελμα του μέλλοντος. «Το παλιό έχει μέλλον. Μακάρι να το καταλάβουν οι νέοι και να ασχοληθούν με αυτό που κάνω. Εγώ είμαι 70 χρονών, σε λίγο θα βγω στη σύνταξη. Οικονομικό πρόβλημα δεν έχω. Ζω από τη δουλειά μου. Θα μπορούσα να κάθομαι στο σπίτι μου, αλλά προτιμώ να κάθομαι κάθε μέρα εδώ, μες στο κρύο. Είναι το μεράκι μου, η ζωή μου. Η κόρη μου δεν θέλει να ασχοληθεί με αυτό, δεν την τραβάει. Πρέπει να το αγαπάς για να το κάνεις».

Σε αυτή τη συναρπαστική πολιτεία παλιών αντικειμένων, μπορείς να βρεις τα πάντα. Από τιμόνια καραβιών περασμένων δεκαετιών, φωτιστικά που δίνουν άλλη βαρύτητα στην έκφραση «σιγά τον πολυέλαιο» και κάποτε φώτιζαν τα σπίτια πολιτικών, μπρούτζινα αρχαιοελληνικά αγάλματα δύο φορές στο μέγεθός σου, τζουκμποξ σε εξαιρετική κατάσταση από 1.000-5.000 ευρώ, μουσικά όργανα σε προσφορά, την πρώτη λατέρνα που έκανε τσάρκες στην Αθήνα το 1942 στην προνομιακή τιμή των 20.000 ευρώ, την πρώτη ταμειακή μηχανή που ήρθε στην Ελλάδα (2.500 ευρώ), χιλιάδες βιβλία και κόμικς, δίσκους και δισκάκια, ραδιόφωνα, γραμμόφωνα, τηλέφωνα, έπιπλα, ρούχα και παπούτσια.

Ακόμα και να σε έκλειναν ένα βράδυ εκεί μέσα, κάποια στιγμή θα σε έπαιρνε γλυκά ο ύπνος πάνω σε ένα περσικό χαλί, αγκαλιά με έναν πορσελάνινο σκύλο με φόντο μια αφίσα της Μέριλιν, χωρίς να έχεις το κουράγιο να τα ψαχουλέψεις όλα. Τα βράδια που το κρύο είναι τσουχτερό πάντως, το airconditionδουλεύει στο fullκαι στον χώρο φιλοξενούνται άστεγοι. Εκεί, τριγυρισμένοι από πράγματα άλλων εποχών, βρίσκουν τη χαμένη τους αξιοπρέπεια και μια ζεστή γωνιά να κοιμηθούν.

Ο Βασίλης γεννήθηκε στο Αγρίνιο και μεγάλωσε στο Πεδίο του Αρεως. «Η Αθήνα έχει αγριέψει, το νιώθεις πια και μέρα μεσημέρι. Δεν χρειάζεται να πέσει η νύχτα. Αυτό που κάνω μου δίνει ελπίδα, με κρατά στη ζωή. Κάτσε ένα λεπτό να σου δώσω και την κάρτα μου»: Στα αριστερά της επαγγελματικής του κάρτας, μια φωτογραφία του από τότε που ήταν νέος και πρωτοξεκινούσε τη δουλειά. «Δεν μπορώ να σου εξηγήσω γιατί από μικρός αγαπούσα τόσο πολύ τις αντίκες. Αυτό ή το χεις ή δεν το χεις. Για μένα έχει να κάνει με τις χαμένες αναμνήσεις. Ερχεται μια στιγμή στη ζωή του κάθε ανθρώπου, που όσα λεφτά κι αν έχει, ή όσο τέλειο κι αν είναι το σπίτι του, υπάρχει ένα τεράστιο κενό μέσα του που πολύ δύσκολα γεμίζει. Αυτό το κενό είναι το παιδί που έχεις μέσα σου και δεν λέει να μεγαλώσει. Φωνάζει, κλαίει, χτυπιέται, κάνει σαματά, σου σπάει τα νεύρα, σε κάνει ρεζίλι και ο μόνος τρόπος για να κάτσει ήσυχο είναι όταν του φέρεις τα παλιά παιχνίδια του. Ερχονται πενηντάρηδες και εξηντάρηδες και μου ζητούν συγκεκριμένα τεύχη από Λούκυ Λουκ, Γκαούρ Ταρζάν, Μικρό Ηρωα. Αν δεν τα έχω χαλάνε τον κόσμο. Τότε τους υπόσχομαι ότι θα τα φέρω μέσα σε τρεις μέρες και βρίσκουν την υγειά τους».

Οι δουλειές πάνε καλά: την ημέρα της επίσκεψης ετοίμαζε να στείλει έπιπλα και αντικείμενα σε μία Μονή στο Αργος, έχει πολλούς και πιστούς πελάτες της ελληνικής διασποράς σε Αμερική και Καναδά, ετοιμάζεται να διοργανώσει και δημοπρασίες για έλληνες και ξένους συλλέκτες. Είναι όμως και ορισμένα αντικείμενα, που «όσα εκατομμύρια κι αν μου δώσεις, δεν τα πουλάω. Τα έχω σαν παιδιά μου. Να, βλέπεις αυτόν τον πίνακα εκεί πάνω με τις κοτούλες; Δεν τον πουλάω με τίποτα. Τον έχω από τότε που πρωτοξεκίνησα».

Οι ζωές των άλλων

Για τον ίδιο και το μαγαζί του, «έγραψαν ακόμη κι οι Times του Λονδίνου. Εσύ που θα γράψεις; Σε σάιτ ε; Δεν έχω ιδέα από αυτά τα πράγματα, δεν τα πάω καλά με την τεχνολογία. Αλλά να μου φέρεις να δω. Πάρε κι αυτή τη μπαλαρίνα, σου την κάνω δώρο. Είναι ασημένια, αλλά δεν είναι εκεί η αξία της. Φέρνει τύχη σε όποιον την έχει, θα δεις πόσο θ’ αλλάξει η ζωή σου προς το καλύτερο από δω και πέρα».

Εβαλα την πολύτιμη μπαλαρίνα στην τσάντα μου και αποχαιρέτισα το Μοναστηράκι της Πατησίων και τον πιο μοντέρνο παλιατζή που γνώρισα ποτέ. Αυτό που σου προσφέρει η πρώτη σου επαφή με το συγκεκριμένο κρησφύγετο αναμνήσεων, ισοδυναμεί με ένα εισιτήριο διαρκείας στα παιδικά σου χρόνια, αλλά και στα παιδικά χρόνια των γονιών και των παππούδων σου.

Πολύ μακριά από τη λογική «θέλω τα πάντα να είναι του κουτιού», σε μια εποχή που επιτρέπει αν όχι επιβάλλει τις ατέλειες, ψάχνουμε στα απομεινάρια από τις ζωές των άλλων τη χαμένη μας ταυτότητα και αθωότητα. Κι όπως ένας βετεράνος παλιατζής νεκρανάστησε την άχρωμη και ώρες ώρες απειλητική Πατησίων, έτσι κι εσύ, κοιτάζοντας κατάματα το παιδί που έχεις μέσα σου, αντί να του πεις να σταματήσει να φωνάζει, μπορείς να του αγοράσεις ένα παιχνίδι.