Πικρές Αλήθειες Πίσω από το Κίνημα του «Wellness» και της «Καθαρής Διατροφής»

Ας μιλήσουμε για τις υπερβολές και την εμμονή με την υγεία και ευεξία.

Κείμενο Ruby Tandoh
|
23 maj 2016, 5:00am
Πριν από μερικά χρόνια, ανακάλυψα το επονομαζόμενο «wellness». Την υγεία και την ευεξία. Το σώμα μου το αισθανόμουν σαν βάρος, ενώ το φαγητό που έτρωγα δεν μου έδινε ενέργεια για να συνεχίσω. Αντιθέτως, με έκανε πιο νωθρή, πιο μαλακή, πιο αργή. Αποφάσισα λοιπόν να κάνω μια αλλαγή: είπα «όχι» στις σοκολάτες, στα μικροκύματα και τα γλυκά. Άρχισα να διαβάζω για φυτικές διατροφές και έβγαλα από τη ζωή μου τα κρέατα κάθε είδους, τα αυγά, τα γαλακτοκομικά, καθώς και οτιδήποτε ήταν επεξεργασμένο. Μέχρι και το γάλα σόγιας έκοψα, γιατί άκουσα ότι είχε ορμόνες. Σε κάθε δείπνο, καθόμουν και κοιτούσα τους γύρω μου να τρώνε, ικανοποιημένη με τη γνώση ότι δεν μπορούσα να φάω και άρα δεν θα έτρωγα. Σκεπτόμουν το φαγητό όλη μέρα όμως. Λουκάνικα, κοτόπουλα, πίτσες, όλα. Οι φαγητο-φίλοι και οι φαγητο-εχθροί ήταν σε δύο ξεκάθαρα στρατόπεδα πια και έβλεπα κινδύνους για την υγεία μου σε κάθε μπουκιά. Άρχισα να ανησυχώ πολύ και έμεινα πετσί και κόκαλο. Είχα βρει το wellness μου. Αλλά δεν ήμουν καλά.

Στο τέλος του Γενάρη του 2015, ενώ οι περισσότεροι από εμάς μαζεύαμε τα κομμάτια μας από τη χριστουγεννιάτικη καταστροφή, η Ella Mills (Woodward) έσπαγε ρεκόρ. Το βιβλίο μαγειρικής της, με τίτλο Deliciously Ella (το οποίο πήρε το όνομά του από το ομότιτλο blog μαγειρικής της), πούλησε πάνω από 32.000 κόπιες μέσα στην πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας του και πήρε τον τίτλο του εκδοτικού ντεμπούτου με τις γρηγορότερες πωλήσεις όλων των εποχών. Έκτοτε, έχει κυκλοφορήσει και το δεύτερο βιβλίο της, με τίτλο Deliciously Ella Every Day, έχει ανοίξει ένα delicatessen στο Notting Hill και έχει εκμεταλλευτεί περαιτέρω τη φήμη της για να στήσει μια διαδικτυακή υπηρεσία που έναντι αμοιβής (35 λίρες παρακαλώ) σου δίνει συμβουλές υγείας και μενού εβδομάδας.

Η Ella Mills είναι κομμάτι μιας ιδιαίτερα μαζικής μόδας. Τα τελευταία χρόνια η υγεία έχει γίνει εθνικό χόμπι της Αγγλίας. Από τους ζωμούς από κόκαλα μέχρι τα τρόφιμα χωρίς γλουτένη και από την ωμοφαγία μέχρι τους καθαρισμούς με χυμούς και τα τοστ με αβοκάντο, μιλάμε για μια διατροφική κουλτούρα που επικεντρώνεται γύρω από αυτά που θεωρούνται πλέον τα «σωστά και υγιεινά». Έχει περάσει ήδη μια δεκαετία από τότε που η Nigela Lawson κυκλοφόρησε το How To Be A Domestic Goddess και άλλαξε το τοπίο, με το βιβλίο της να στρογγυλοκάθεται για καιρό στην κορυφή των best seller. Τα μαγειρικά βιβλία που πουλάνε βέβαια τώρα δεν έχουν καμία σχέση με αυτή την κυκλοφορία. Από τα best sellers που συναντά κανείς στην κατηγορία Food & Drink του Amazon, τα 18 στα 20 αφορούν την υγιεινή διατροφή και τη δίαιτα. Η γλώσσα των ανθρώπων που μας μιλούν για το φαΐ έχει φύγει από το τι είναι γευστικό και επικεντρώνεται πλέον στο τι είναι καθαρό και ελαφρύ.

Το wellness είναι στο επίκεντρο της νέας γενιάς μαγειρικών εκδόσεων. Σαν όρος, όμως, είναι τόσο γενικόλογος που τελικά είναι πιο εύκολο να πεις τι ΔΕΝ είναι παρά τι είναι. Δεν είναι κάτι κρύο ή κλινικό. Δεν είναι σαν να διαβάζεις το κουτί από κάποιο φάρμακο. Δεν φωνάζει όπως τα fitness videos, δεν ιδρώνει. Δεν έχει τη γραφικότητα και την υπερβολή που είχαν οι δίαιτες των γονιών μας, αυτές που «σίγουρα έπιαναν». Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Η υγεία μας είναι πιο μπερδεμένη ιστορία πια. Διαβαίνει μέσα από βάλτους «επιδημιών παχυσαρκίας», από σκάνδαλα με αλογίσιο κρέας και ανάμεσα σε φόβους για καρκινογόνα συστατικά. Το wellness, η υγεία και η ευεξία, μας σηκώνει ψηλά, πάνω από το χάος του φαγητού. Γιατί να μην κάνουμε τη διατροφή μας πιο απλή; Γιατί να μη γυρίσουμε στις βασικές αρχές; Αυτήν τη σωτηρία υπόσχεται το wellness. Δεν υπόσχεται κάποια καινούργια επιστήμη, κάποιον καινούργιο εξοπλισμό, κάποιο «κόλπο», απλώς κοιτάει προς τα πίσω, τότε που τα πράγματα ήταν πιο απλά. Είναι η επιστροφή στον κήπο της Εδέμ, και το πρώτο πράγμα που εξορίζεται από την Εδέμ είναι η γλουτένη.

§

Από το 1968 κιόλας είχαν αρχίσει να χτυπούν τα καμπανάκια κινδύνου για το τοξικό συστατικό που υπήρχε στις τροφές που αγαπούσαμε. Το κατηγόρησαν ότι προκαλούσε ημικρανίες, στομαχικές διαταραχές, καούρες, ταχυκαρδίες, μούδιασμα και αδυναμία. Κάποιοι άρχισαν να το αποφεύγουν, μένοντας μακριά από εστιατόρια που ίσως το είχαν στα συστατικά που χρησιμοποιούσαν. Κάποιοι το πήγαν παραπέρα, ζητώντας από τις αρχές να το απαγορεύσουν. Ο πανικός υποστηρίχτηκε από ιατρικές έρευνες, από στοιχεία αναγνωρισμένων ιατρικών εκδόσεων και πανίσχυρους δικηγόρους. Ήταν μια αποκάλυψη. Επιτέλους είχαμε τον «ένοχο» για ένα κάρο συμπτώματα που για πολλά χρόνια παρέμεναν «από άγνωστη αιτία».

Όλο αυτό φαντάζει γνώριμο. Όμως μην προτρέχετε. Δεν μιλάμε για τη γλουτένη. Σαράντα ολόκληρα χρόνια πριν από τον πανικό της γλουτένης, το συστατικό του «κακού» ήταν το όξινο γλουταμινικό νάτριο, ή αλλιώς MSG. Βέβαια, ο μύθος της ασθένειας του MSG έχει πλέον καταρριφθεί πανηγυρικά. Δεν υπήρξε ποτέ κάποια «αρρώστια». Δεν χρειαζόταν τελικά να αναδιαμορφωθούν οι νόμοι για να αφαιρείται το MSG από τις παιδικές τροφές. Ήταν απλώς η δύναμη του πανικού.

Η Ella Mills, aka Deliciously Ella. Φωτογραφία μέσω Instagram.

Η κοιλιακή ασθένεια που προκαλείται από τη δυσανεξία στη γλουτένη (coeliac disease) είναι μια πέρα για πέρα αληθινή και ιδιαίτερα σοβαρή πάθηση, που επηρεάζει περίπου το 1% των ανθρώπων στο Ηνωμένο Βασίλειο. Μια λιγότερη σοβαρή πάθηση, το Non-Coeliac Gluten Sensitivity (NCGS), λέγεται ότι χτυπά περίπου το 5% του πληθυσμού. Για άτομα που πάσχουν από κάποια από τις δύο παθήσεις, η αποφυγή της γλουτένης δεν είναι επιλογή ζωής, αλλά απαραίτητη καθημερινότητα. Πού αφήνει όμως αυτό τους υπόλοιπους; Αν διαβάσει κανείς τα πιο δημοφιλή βιβλία του wellness ή τα αντίστοιχα blogs, μπορεί κάλλιστα να καταλάβει πως η καταδίκη της γλουτένης δεν σηκώνει αμφισβήτηση. Στο πρώτο της βιβλίο μαγειρικής, με τίτλο Get the Glow, η διατροφολόγος των αστέρων Madeleine Shaw αποκαλεί τη γλουτένη «γυαλόχαρτο των εντέρων». Η Amelia Freer, συγγραφέας του Eat Nourish Glow, κατηγορεί τη γλουτένη για μια σειρά από ενοχλήσεις, στις οποίες βρίσκουμε τους πονοκεφάλους αλλά και τους πόνους των αρθρώσεων. Στα δύο βιβλία της σειράς Deliciously Ella δεν εξηγείται σε κανένα σημείο γιατί πρέπει να παρατήσουμε τη γλουτένη. Κι όμως, ολόκληρη η δίαιτα που προτείνει επικεντρώνεται στην εξαφάνιση του εν λόγω συστατικού.

Δικαιούμαστε να ξέρουμε πού βασίζουν τη δομή των διατροφικών τους πεποιθήσεων. Αντί αυτού, όμως, απλώς τους ακούμε καθώς μας λένε πως αν κόψουμε τη γλουτένη θα χάσουμε βάρος, θα έχουμε καλύτερο δέρμα και πιο λαμπερά μαλλιά. Σαν θαύμα ακούγεται.

Μετά, έχουμε και τις αδερφές Hemsley, οι οποίες βρήκαν δόξα, ένα café στα Selfridges και ένα μαγειρικό σόου στο Channel 4 βασιζόμενες στις wellness γνώσεις τους, οι οποίες υποστηρίζουν πως η δίαιτα GAPS τους έχει δώσει άπλετη έμπνευση στη μορφοποίηση του δικού τους διατροφικού σχεδίου. Το GAPS, ή Gut And Psychology Syndrome, είναι μια δίαιτα η οποία υποστηρίζει φανατικά το detox, είναι ιδιαίτερα περιοριστική, φέρει ως σημαία την πλήρη απουσία της γλουτένης και έγινε ευρύτερα γνωστή μέσω της δρ. Natasha Campbell-McBride. H εν λόγω δίαιτα υποστηρίζει πως αντιμετωπίζει προβλήματα όπως ο αυτισμός και η διπολική διαταραχή, ενώ προτείνει την κατανάλωση ποσοτήτων υπεροξειδίου του υδρογόνου για τον «εξαγνισμό» του εντέρου, να δίνονται ωμά αυγά σε ανήλικα, ενώ ταυτόχρονα καλλιεργεί και τη δυσπιστία απέναντι στους ιατρούς. Οι Hemsleys, βέβαια, δεν έχουν υποστηρίξει τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες της δίαιτας GAPS, αλλά αναρωτιέμαι γιατί έχουν βασίσει το δικό τους διατροφικό μοντέλο σε μια τόσο αμφισβητήσιμη φιλοσοφία υγιεινής διατροφής. Ρεαλιστικά, δικαιούμαστε από όλα αυτά τα άτομα της wellness μόδας, που υπόσχονται βελτίωση της υγείας μας μέσω της διαγραφής της γλουτένης από τη ζωή μας, ακριβή στοιχεία. Δικαιούμαστε να ξέρουμε πού βασίζουν τη δομή των διατροφικών τους πεποιθήσεων. Αντί αυτού, όμως, απλώς τους ακούμε καθώς μας λένε πως αν κόψουμε τη γλουτένη θα χάσουμε βάρος, θα έχουμε καλύτερο δέρμα και πιο λαμπερά μαλλιά. Σαν θαύμα ακούγεται.

Το πρόβλημα είναι, όπως εξηγεί ο Alan Levinovitz στο βιβλίο του The Glutten Lie, πως δεν υπάρχουν απαραίτητα κάποια οφέλη για την υγεία μας όταν αφαιρούμε τη γλουτένη από τη ζωή μας, εκτός αν είναι ιατρικά απαραίτητο. Αν η γλουτένη δεν βάζει σε κίνδυνο την υγεία μας –κάτι για το οποίο πρέπει να αποφασίσει ένας γιατρός–, τότε μια διατροφή χωρίς γλουτένη δεν έχει απαραίτητα κάτι να μας δώσει. Πηγαίνοντας τη συζήτηση παραπέρα, αυτή η σταυροφορία εναντίον της γλουτένης όχι μόνο μπορεί να μη μας δίνει τίποτα (για να μην αναφερθούμε καν στο πόσο ακριβή είναι, με τα προϊόντα χωρίς γλουτένη να είναι κατά μέσο όρο 242% πιο ακριβά από εκείνα που περιέχουν το συστατικό), αλλά εντέλει μπορεί να μας κάνει και κακό. Ο χώρος της διατροφής είναι απίστευτα πολύπλοκος και σπανίως υπάρχουν καθολικά σύμφωνες γνώμες σχετικά με το τι μας κάνει κακό και τι όχι. Όταν λοιπόν δεν υπάρχει απόλυτη σιγουριά, ο ασφαλέστερος τρόπος για να πλευρίσει κάποιος το θέμα της διατροφής είναι να επιμείνει στην ποικιλία. Ποικιλία στις ομάδες τροφών, στις ομάδες υλικών, στις ομάδες των μακροθρεπτικών. Όταν μια νέα διατροφική μόδα μας υπόσχεται την υγεία μας με βάση την αφαίρεση κάποιας ομάδα τροφών, τότε ίσως πηγαίνουμε αντίθετα με ένα από τα ελάχιστα «σιγουράκια» που έχουμε για τους διατροφικούς κανόνες.

Και τι έγινε όμως αν κάποιοι θέλουν να αποκλείουν ομάδες τροφών, κυνηγώντας το «θαύμα» της ζωής χωρίς γλουτένη, το οποίο μπορεί και να μην τους έρθει ποτέ; Δεν θα έπρεπε να επηρεάζει τους υπόλοιπους. Μόνο που αυτό ακριβώς κάνει. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται στους κύκλους του wellness δεν αναφέρεται απλώς στο τι κάνει η γλουτένη στην υγεία μας, μιας και ξεφεύγει από τους αυστηρά ιατρικούς όρους. Αναφέρονται στη γλουτένη με όρους όπως «σατανική» και «δηλητήριο». Δεν μιλάμε πια για απλή διατροφή. Έχουμε μπει στα λημέρια της ηθικής και όταν οι τροφές αρχίζουν να σκανδαλοποιούνται, τότε το τραπέζι μας γίνεται ναρκοπέδιο.

Μίλησα γι' αυτό το φετίχ αγνότητας με τη Nigella Lawson, η οποία βοήθησε τη σχέση μου με το φαγητό με την απενοχοποιημένη οπτική που διατηρεί σχετικά με τη διατροφή. «Αισθάνομαι απόγνωση όταν ακούω για "καθαρή διατροφή", αν και μου αρέσουν οι τροφές που μπαίνουν σε αυτή την κατηγορία. Η "καθαρή διατροφή" ουσιαστικά υπονοεί πως κάθε άλλη μορφή διατροφής και φυσικά αυτός που την ακολουθεί είναι βρόμικα και άρα κακά. Τέτοιες αντιλήψεις δεν βοηθούν την κατάσταση», εξηγεί η Lawson.

Οι διατροφικές μας συνήθειες γίνονται ηθικό θέμα όταν η διατροφική κουλτούρα που ακολουθούμε βάζει την ηθική τόσο λανθασμένα στο επίκεντρο, και φυσικά η γλουτένη είναι μόνο η αρχή αυτής της ιστορίας. «Αυτό θα έπρεπε να είναι κάτι που ο κόσμος αντιλαμβάνεται και αναγνωρίζει όταν αρχίζει κάποια δίαιτα ή διατροφή που αποκλείει κάποια συστατικά», λέει ο Alan Levinovitz. «Θεωρούν ότι δεν έχουν κάτι να χάσουν. Στην πραγματικότητα ισχύει το αντίθετο».

§

Πριν γυρίσω προς τη μόδα του wellness, η διατροφική μου διαταραχή ήταν πολύ διαφορετική. Αν το wellness αφορά την αγάπη για το φαγητό, για το σώμα σου και τη φροντίδα του εαυτού σου, τότε οι διατροφικές διαταραχές είναι στο άλλο άκρο και στο κέντρο τους βρίσκονται ο φόβος και η στέρηση. Η βουλιμία μου ήταν ο ορισμός της διατροφικής διαταραχής.

Η «wellness» blogger Madeline Shaw. Φωτογραφία μέσω Instagram.

Όταν βρήκα το wellness, νόμιζα ότι είχα βρει τη σωτηρία μου. Έψαχνα κάτι που θα μου έλεγε ότι όχι μόνο υπάρχουν πράγματα που μπορώ να φάω, αλλά πως αυτά θα μου κάνουν και καλό. Ταυτόχρονα, δεν ήμουν έτοιμη να αποχωριστώ το αυστηρό λουρί της βουλιμικής μου νεύρωσης και οι περιορισμοί του wellness κινήματος μου παρείχαν ένα εξαιρετικό υποκατάστατο. Δεν έχεις κάτι να φοβάσαι όταν το κακό φαγητό αναγνωρίζεται ως «Κακό Φαγητό» και ό,τι μένει είναι η σωτηρία σου. Έψαχνα κάτι σαν τα βιβλία Deliciously Ella, τα οποία τα έκαναν όλα εύκολα: υπήρχαν τα καλά, τα άγια φαγητά και μετά υπήρχαν τα αηδιαστικά, τα εύκολα φαγητά. Προφανώς και δεν ήμουν ο μόνος άνθρωπος που γοητεύτηκε από την άνεση μιας τόσο συγκεκριμένης διατροφής: στην εισαγωγή του βιβλίου της, η «ειδική» του wellness Madeleine Shaw περιγράφει τις κακές διατροφικές συνήθειες της εφηβείας της, τις οποίες και άφησε πίσω της όταν έφυγε από την Αγγλία και πήγε στην Αυστραλία, εκεί όπου με τη βοήθεια του ήλιου και των κυμάτων ανακάλυψε το κίνημα του wellness και μέσω της περιοριστικής δίαιτας και της άσκησης σώθηκε.

Ουσιαστικά, προωθείται μια διατροφική λογική «όλα ή τίποτα», η οποία αφαιρεί τις χαρές της μαγειρικής και της απόλαυσης του φαγητού.

Φαίνεται ξεκάθαρο: οι διατροφικές διαταραχές είναι μπερδεμένες και σε κάνουν δυστυχή. Το κίνημα του wellness σε σώζει από το άγχος και τη δυστυχία σου. Πίσω όμως από τις λέξεις των μαγειρικών βιβλίων «σωτηρίας» διέκρινα μια άλλη ιστορία που δεν αφορούσε μόνο τη γλουτένη στον ρόλο του «κακού». Στο πρώτο βιβλίο της Madeleine Shaw, το λεξιλόγιο που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τα άπειρα «ανεπιθύμητα» φαγητά και το πώς μας κάνουν και αισθανόμαστε υπονοεί ότι η εν λόγω κουλτούρα δεν είναι και τόσο καταδεκτική: «junk», «νωθρός», «κακό», «εχθρός», «κλέβω» και «πάχος» είναι μόνο μερικές από τις λέξεις που χρησιμοποιούνται. Μας προειδοποιεί επίσης πως οι φίλοι μας ίσως προσπαθήσουν να «σαμποτάρουν» τη διατροφή μας, αλλά πως θα πρέπει να τους αγνοούμε. Η Ella Mills μας παρακαλά να μας «κακομαθαίνουμε» όταν θέλουμε να φάμε κάτι «κακό», αλλά πως με τον καιρό αυτού του είδους οι τροφές «θα μας φαίνονται αηδιαστικές».

Ουσιαστικά, προωθείται μια διατροφική λογική «όλα ή τίποτα», η οποία αφαιρεί τις χαρές της μαγειρικής και της απόλαυσης του φαγητού. Όταν ρώτησα τη διαιτολόγο και υποστηρίκτρια της καμπάνιας Health At Every Size Michelle Allison γι' αυτό το θέμα, μου είπε πως «δεν υπάρχει τρίτη επιλογή στη διατροφική κουλτούρα. Υπάρχει μόνο άσπρο-μαύρο, καλό-κακό, ή "κάνει" ή "δεν κάνει" διατροφή και ο περισσότερος κόσμος εναλλάσσεται μεταξύ των δύο φάσεων, λες και ανοίγει ή κλείνει ένα φως, στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους». Κανείς δεν περιγράφει όμως τόσο άψογα τον ολοκληρωτισμό του κινήματος του wellness όσο η ατάκα της ίδιας της Deliciously Ella: «Δεν είναι δίαιτα, είναι τρόπος ζωής». Και αυτό ακριβώς είναι και το ζήτημα.

§

Το wellness δεν δημιουργεί διατροφικές διαταραχές. Όταν όμως δογματικά επιμένουμε πως η δίαιτά μας πρέπει να είναι τόσο ηθικολογική και άκαμπτη και αυτό βγαίνει στην αγορά, τότε πόσο υπεύθυνο θεωρείται αυτό ως στάση; Όταν εγώ μπήκα σε αυτή την ιστορία, το wellness μου έδωσε έναν τρόπο να εκλογικεύσω τις διατροφικές μου ανασφάλειες, ντύνοντας τους διατροφικούς μου φόβους σαν ανάγκη για πιο υγιεινή ζωή. Η πάθησή μου απλώς μεταμφιέστηκε, ενώ –ακόμα χειρότερα– ουσιαστικά έγινε κάτι για το οποίο πλέον ήμουν περήφανη.

Η orthorexia είναι μια εμμονική τάση με τα «σωστά» και τα «λάθος» φαγητά. Αν και δεν έχει οριστεί ακόμα ξεκάθαρος κλινικός ορισμός, ένας από τους εκπροσώπους του beat, μιας από τις πρωτοπόρες φιλανθρωπικές οργανώσεις στον χώρο των διατροφικών διαταραχών, μου εξήγησε πως παρατηρείται αύξηση των ατόμων που πάσχουν από την εν λόγω τάση τα τελευταία χρόνια, εξηγώντας μου πως «έχει ενισχυθεί από την έμφαση που έχει δοθεί στην "υγιεινή διατροφή", η οποία μπορεί να οδηγεί ανθρώπους πέρα από την υγιή ενασχόληση με κάτι τέτοιο, στα όρια της εμμονής και της ιδεοληψίας». Άλλοι θεωρούν την orthorexia κανονική διατροφική διαταραχή, ενώ άλλοι την τοποθετούν πιο κοντά στην ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή. Όπως κι αν την ορίζει κανείς, το σίγουρο είναι πως παρουσιάζει αυξητικές τάσεις.

Προφανώς και υπάρχουν άτομα που αφιερώνουν τη ζωή τους στην καλή τους υγεία και παραμένουν υγιείς και ψυχικά, αλλά ταυτόχρονα υπάρχουν άτομα που πάσχουν από διατροφικές διαταραχές, είτε τις ντύνουν ως «ενδιαφέρον για την υγεία τους» είτε όχι. Όταν όμως η ιδέα του wellness μεγαλώνει και επεκτείνεται πέρα από το άτομο, φεύγοντας από μια αυστηρά προσωπική επιλογή και φτάνει να μετατρέπεται στο αγαπημένο «τσιτάτο» της διατροφικής βιομηχανίας, υποστηριζόμενο από τα supermarkets που βλέπουν το kale, το λάδι καρύδας και τους σπόρους chia σαν τρόπο για να μεγιστοποιήσουν κέρδη, τότε αυτό αποτελεί πρόβλημα για όλους μας. Όταν το κυνήγι της «υγείας» γίνεται εμμονικό και τρομακτικό, τότε δεν μπορεί να είναι κάτι το σοβαρό ή σωστό.

§

«Μέχρι και πριν από μερικά χρόνια ήμουν σκλάβα της ζάχαρης», θυμάται η Ella Mills, η Deliciously Ella, στις πρώτες σελίδες του πρώτου μαγειρικού της βιβλίου, υπονοώντας βέβαια πως αφού αυτή, μια «σκλάβα της ζάχαρης», βρήκε την καλή της υγεία, τότε μπορούν όλοι. Το δικό της wellness αφορά όλους. Στο βιβλίο της, όπως και σε όλη τη βιομηχανία του wellness, η ζάχαρη είναι ανάθεμα. Ξέρουμε βέβαια ότι η πολλή ζάχαρη δεν κάνει καλό, οπότε λογικό είναι μια τέτοια βιομηχανία να έχει μια τέτοια θέση ως σημαία της. Αυτό που δεν είναι και τόσο λογικό είναι γιατί η ζάχαρη που αντλούμε από τα ζαχαρότευτλα είναι «διαβολική», αλλά οι «φυσικές ζάχαρες» που αντλούμε από το ωμό μέλι ή από την καρύδα είναι σχεδόν «αγγελικές».

Αν τελικά το ζήτημα είναι η καλή μας υγεία, τότε γιατί εστιάζουμε λιγότερο στη μείωση της κατανάλωσης της ζάχαρης σε όλες τις μορφές της και περισσότερο στην προώθηση εναλλακτικών και πιο ακριβών μορφών της; Όπως τονίζει o Alan Levinovitz: «Η μεγαλύτερη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στις διάφορες μορφές της ζάχαρης είναι οι τιμές τους και τα τρόφιμα στα οποία τις βρίσκουμε». Αν τελικά οι θιασώτες της υγιεινής διατροφής μας οδηγούν προς τα πιο ακριβά μονοπάτια και μας τα παρουσιάζουν ως τα μόνα που θα μας οδηγήσουν στην καλή μας υγεία, τότε θα πρέπει να αρχίσουμε να αμφισβητούμε τα λεγόμενά τους. Όταν η γκουρού του wellness Amelia Freer δηλώνει πως η ζάχαρη «είναι ένα ναρκωτικό που μας κάνει χοντρούς», αυτό από μόνο του αρκεί. Γιατί, όπως συχνά συμβαίνει σε έναν κόσμο που αγιοποιεί το αδύνατο κορμί, μια συζήτηση που φαινομενικά αφορά τη ζάχαρη, καταλήγει να αφορά το αν είσαι ή δεν είσαι χοντρός.

Η σεφ και συγγραφέας του The Naked Diet Tess Ward. Φωτογραφία μέσω Instagram.

Το πάχος είναι αυτό που βρίσκεται στην καρδιά της κουλτούρας του wellness, αν και το branding γύρω από αυτό δεν φαίνεται να το αποδέχεται. Η Tess Ward τονίζει πως η Naked Diet της δεν είναι πραγματική δίαιτα, αλλά lifestyle δίαιτα, όπως ακριβώς η Madeleine Shaw διαχωρίζει το παρελθόν της με το μέτρημα θερμίδων από το παρόν της που είναι απλώς χωρίς γλουτένη. Ξανά και ξανά, η Deliciously Ella απορρίπτει ότι η δίαιτά της αφορά τη στέρηση. Το wellness δεν είναι δίαιτα, μας λένε, αλλά κάτι «καθαρό» που δεν έχει σχέση με δίαιτες, απώλεια βάρους και κουβέντες για ιδανικά σώματα.

Σύμφωνα με στοιχεία του 2014, η αγορά προϊόντων δίχως γλουτένη του Ηνωμένου Βασιλείου αξίζει 175 εκατομμύρια λίρες και συνεχίζει να μεγαλώνει. Ίσως τελικά το wellness να μην ήθελε ποτέ να ασχοληθεί με το wellness.

Κι όμως, μέσα σε αυτά τα βιβλία, τα οποία μας λένε να εντοπίσουμε την προσωπική μας αξία όχι στο πώς είμαστε εξωτερικά αλλά στο τι άνθρωποι είμαστε και στο τι αισθανόμαστε, υπάρχει ένας ξεκάθαρος φόβος που σχετίζεται με το πάχος. Όταν η Deliciously Ella μας λέει πως «πράγματα όπως τα αβοκάντο και τα αμύγδαλα θα σας προσθέσουν βάρος», ο παραπάνω φόβος ακούγεται ξεκάθαρα.

Αν το μόνο «καλό» φαγητό στην κουλτούρα του wellness είναι αυτό που δεν θα μας κάνει χοντρούς και χοντρές, τότε ποια η διαφορά με τις δίαιτες; Και εντέλει, όταν οι δίαιτες έχουν αποδειχτεί πως τελικά δεν λειτουργούν (με ένα απίστευτο 97% των ανθρώπων που κάνουν δίαιτα να καταλήγουν να βάζουν όσο βάρος έχασαν μέσα σε τρία χρόνια) και δεν στηρίζονται απαραίτητα σε επιστημονικά στοιχεία (το Health At Every Size είναι μια οργάνωση που παλεύει για να αναδείξει πως δεν είναι όλοι οι παχύσαρκοι άνθρωποι «άρρωστοι»), πώς μπορούμε να μιλάμε για το θαύμα του κινήματος wellness; Μήπως τελικά μιλάμε για το πιο επιτυχημένο και επικερδές rebranding της πρόσφατης ιστορίας; Σύμφωνα με στοιχεία του 2014, η αγορά προϊόντων δίχως γλουτένη του Ηνωμένου Βασιλείου αξίζει 175 εκατομμύρια λίρες και συνεχίζει να μεγαλώνει. Ίσως τελικά το wellness να μην ήθελε ποτέ να ασχοληθεί με το wellness.

§

Ποια είναι η απάντηση λοιπόν; Ποια είναι η «σωστή» οδός; Είναι κάτι πολύ πιο εύκολο από ό,τι νομίζουμε. Υπάρχουν άπειρα «μονοπάτια» έξω από τον δογματισμό του wellness και της «καθαρής διατροφής». Γνωρίστε ξανά τη γλυκιά, μεθυστική μυρωδιά των κρεμμυδιών που καραμελώνονται μέσα σε βούτυρο. Όταν έρθει η ώρα των γενεθλίων σας, φτιάξτε τη δική σας τούρτα και χαρίστε στον εαυτό σας αυτό που κάποιοι σας έχουν πει ότι δεν πρέπει. Αντιληφτείτε και πάρτε θάρρος από το γεγονός ότι, σε γενικές γραμμές, τα τρόφιμα γύρω μας είναι πιο ασφαλή, πιο θρεπτικά και άφθονα από οποιαδήποτε άλλη στιγμή στην ανθρώπινη ιστορία. Εμπιστευτείτε το σώμα σας. Ξέρει τι θέλει. Αν θέλετε να φάτε πατατάκια, σοκολάτα ή ένα κολοκυθάκι, τότε κάντε το. Το γουργούρισμα στο στομάχι σας δεν είναι εχθρός σας. Να θυμάστε πως μας κάνει καλό όχι μόνο το φαγητό που τρώμε, αλλά η χαρά, η εμπειρία που ζούμε καθώς το τρώμε.

Αν δεν εμπιστεύεστε τα λόγια μου, ακούστε αυτά της διαιτολόγου Michelle Allison: «Το να τρως μεγάλη ποικιλία τροφών, να δοκιμάζεις καινούργια πράγματα και να χαίρεσαι το φαγητό σου κάνει καλό. Συνδυάστε μια σωστή δομή γευμάτων και σνακ με όσο το δυνατόν περισσότερες ομάδες τροφών μπορείτε και δεν θα έχετε πρόβλημα». Το να τρώει κανείς σωστά είναι τελικά τόσο απλό. Το κλειδί για την καλή μας υγεία δεν είναι μια μοδάτη δίαιτα ή μια διατροφή που αποκλείει είδη τροφών. Δεν θα βρείτε την υγεία σας με κάποιο μαγικό τρόπο σε ένα σακουλάκι με σπόρους chia, δεν θα σας απονεμηθεί ως δώρο μετά από κάποιο detox ή κάποιες ώρες γυμναστηρίου.

Το να τρώμε καλά είναι και ως ένα βαθμό το να τρώμε διαισθητικά, με χαρά και χωρίς ενοχές. Ό,τι κι αν σας λέει η βιομηχανία του wellness, το μυστικό για την υγεία και την ευεξία το έχετε ήδη. Πάντα το είχατε.

Ακολουθήστε τη Ruby στο Twitter @rubytandoh

Το επόμενο μαγειρικό βιβλίο της Ruby, με τίτλο Flavour, θα κυκλοφορήσει τον Ιούλιο. Ειδικά πακέτα προπώλησης θα είναι διαθέσιμα από τα τέλη Ιουνίου. Έσοδα από τις πωλήσεις θα διατεθούν στο beat, μια φιλανθρωπική οργάνωση στο Ηνωμένο Βασίλειο που επικεντρώνεται στις τροφικές διαταραχές.

Περισσότερα από το VICE

Πόσο Παραπάνω θα Ζήσεις αν Σταματήσεις να Τρως Κρέας

Πώς Είναι να Ζεις σε Ένα Σπίτι 19 τ.μ. στο Κέντρο της Αθήνας

Φωτογραφίες Από Τις Γυναίκες Στο Νεπάλ Που Εξορίζονται Επειδή Έχουν Περίοδο

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Περισσότερα από το VICE
Vice Channels