ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Διασκέδαση

Αυτοί Είναι οι Άνθρωποι που Τηλεφωνούν στις Γραμμές Βοήθειας

Καταθλιπτικοί έφηβοι, μοναχικοί ηλικιωμένοι, μέχρι παιδόφιλοι που δεν έχουν συνειδητοποιήσει ακόμα το πρόβλημά τους.

Κείμενο VICE Staff
07 Αύγουστος 2015, 1:26am
Αυτό το άρθρο εμφανίστηκε αρχικά στο VICE France.

Από την Milou, όπως τα διηγήθηκε στην Julie Le Baron.

Προσωπικά, πριν να γίνω εθελόντρια σε μία τηλεφωνική γραμμή συναισθηματικής στήριξης και διαχείρισης κρίσεων, καταλάβαινα ελάχιστα για τι ακριβώς μπορεί να συνέβαινε σε ένα τέτοιο κέντρο. Νόμιζα ότι η δουλειά είχε να κάνει με το να ακούς για ώρες κάποιους ανθρώπους που δεν ήταν τόσο τυχεροί και χρειάζονταν λίγη παρέα ή λίγη συναισθηματική στήριξη –και κατά πολλούς τρόπους ήταν έτσι. Αλλά αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο, εκτός του αριθμού εκείνων που καλούσαν και είχαν άγνοια του ότι ήταν παιδόφιλοι, ήταν το πόσοι πολλοί «κανονικοί άνθρωποι» τηλεφωνούσαν. Δεν είμαι σίγουρη τι είδους ανθρώπους ακριβώς περίμενα να χρησιμοποιούν την τηλεφωνική γραμμή -ίσως ήμουν λίγο αφελής- αλλά πάρα πολλοί από αυτούς που μου έχουν μιλήσει θα μπορούσαν εύκολα να είναι φίλοι μου ή μέλη της οικογένειάς μου.

Η οργάνωση στην οποία δουλεύω έχει δεκάδες κέντρα σε όλη τη Γαλλία. Αυτή στην οποία είμαι εγώ στεγάζεται σε μια μικρή παρισινή εργατική κατοικία που αποτελείται από κουζίνα, μπάνιο και καθιστικό και είναι εξοπλισμένη με ένα σωρό τηλέφωνα. Μερικοί από τους 20 εθελοντές του κέντρου -ή «ακροατές»- εργάζονται εκεί για περισσότερα από δέκα χρόνια. Εικάζω ότι η μέση ηλικία των ακροατών είναι περίπου 30 ετών και υπάρχουν εξίσου πολλοί άνδρες όσο και γυναίκες.

Την πρώτη φορά που έκανα αίτηση για δουλειά σε αυτό το κέντρο, με απέρριψαν. Στην πραγματικότητα είναι αρκετά περίπλοκο να προσληφθείς. Η δουλειά απαιτεί πολλά περισσότερα από ελεύθερο χρόνο και προθυμία. Οι εργοδότες είναι επίσης αρκετά επιλεκτικοί ώστε να μην καταλήξουν να σπαταλήσουν πολύ χρόνο για να εκπαιδεύσουν ανθρώπους οι οποίοι θέλουν απλά να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους ή να καθησυχάσουν τη συνείδησή τους και απλά έξι μήνες μετά να φύγουν. Οι επιτυχόντες υποψήφιοι φαίνεται να προέρχονται από ένα αρκετά ευρύ φάσμα υποβάθρων. Κάποιοι είναι φοιτητές ψυχολογίας που δουλεύουν με τη μοναξιά, την κατάθλιψη και την τρέλα, ενώ άλλοι απλά σκέφτονται ότι είναι αποστολή τους να σώσουν ανθρώπους από την όποια κατάσταση έχουν βρεθεί. Αναρωτήθηκα επίσης εάν ήμουν ηδονοβλεψίας, αλλά στο τέλος διαβεβαίωσα τον εαυτό μου ότι ήμουν εκεί για τους σωστούς λόγους.

Διαβάστε ακόμα: Ένας Ελληνοαμερικάνος σε Ένα από τα Χειρότερα Κρατητήρια της Αμερικής

Έδωσα συνέντευξη τρεις φορές σε τρεις διαφορετικούς ανθρώπους, πριν να με δεχθούν. Με ρώτησαν γιατί έκανα αίτηση, σε τι βαθμό ήμουν διαθέσιμη και εάν ποτέ είχα κατάθλιψη - εκείνοι που εργάζονται για την οργάνωση φαίνεται ότι διαθέτουν γερακίσιο μάτι και εντοπίζουν τις αδυναμίες των ανθρώπων. Αφού πέρασα τις αρχικές συνεντεύξεις, έπρεπε να πάρω μέρος σε τρεις συνεδρίες ακρόασης που διήρκεσαν τέσσερις ώρες η καθεμιά. Πριν να μου επιτραπεί να απαντήσω σε τηλεφωνήματα έπρεπε να παρατηρήσω άλλους ακροατές και να αναπτύξω το δικό μου «στυλ ακροατή». Όλοι αυτοί με τους οποίους συνεργάζομαι έχουν το δικό τους τρόπο να ακούνε.

Το πρώτο τηλεφώνημα που έλαβα ήταν από μία νεαρή γυναίκα από την Τυνησία την οποία πέταξε έξω από το σπίτι ο πατέρας της επειδή είπε στον κόσμο ότι ο αδερφός της την βίασε -κάτι που υποτίθεται πως έπρεπε να μείνει οικογενειακό μυστικό. Η συζήτηση διήρκεσε περίπου 50 λεπτά και ήταν έντονη από την αρχή.

Οι κανόνες της οργάνωσης ορίζουν ρητά πως ο ακροατής δεν μπορεί ποτέ να κλείσει το τηλέφωνο. Έτσι πάλευα πολύ για να κατευθύνω τη συζήτηση ώστε να μη γίνονται συνεχώς κύκλοι. Όταν αυτό συμβαίνει όμως, σε συμβουλεύουν να προσπαθήσεις και να πείσεις τον καλούντα να κλείσει το τηλέφωνο λέγοντας κάτι σαν «εάν συμφωνείς, τότε προτείνω να το σταματήσουμε εδώ για την ώρα». Οι καλούντες συχνά προσπαθούν να επιμηκύνουν το τηλεφώνημα διαπραγματευόμενοι για να κερδίσουν ακόμα λίγα λεπτά ή ζητώντας ένα συγκεκριμένο εθελοντή, αν και μιλάμε υπό το καθεστώς πλήρους ανωνυμίας.

Φωτογραφία από Wikicommons

Το δεύτερο τηλεφώνημά μου ήταν επίσης παράξενο – ήταν από έναν άνδρα που δεν μπορούσε να χωνέψει ότι η κόρη του μεγάλωνε. Αργότερα κατάλαβα ότι αυτό συνέβαινε γιατί εκείνη δεν ήθελε πλέον να την κακοποιεί. Αυτές οι στιγμές είναι αρκετά δύσκολες γιατί υποτίθεται ότι πρέπει να τους ακούμε όλους. Επιτρέπεται να ρωτήσουμε αυτούς τους ανθρώπους εάν γνωρίζουν ή όχι πως αυτό που κάνουν τιμωρείται από το νόμο, αλλά τίποτα άλλο. Δεν μπορούμε να υιοθετήσουμε οποιοδήποτε είδος ηθικολογικής ή ανταγωνιστικής στάσης προς τον καλούντα, ανεξάρτητα από τη σοβαρότητα των πράξεων του.

Κάθε τρεις εβδομάδες έχουμε συνάντηση -υπάρχει εποπτεία από επαγγελματίες ψυχολόγους- όπου συζητάμε όλες τις πολύπλοκες ακροάσεις που είχαμε. Αναλύουμε κάθε συζήτηση και προσπαθούμε να καθορίσουμε μια διαδικασία ώστε να αντιμετωπίζουμε παρόμοιες συνομιλίες. Εκείνες οι συναντήσεις πραγματικά βοηθούν να εκτονωθεί μέρος της πίεσης και των συναισθημάτων που κουβαλάει ο καθένας κάποια βράδια στο σπίτι του.

Μερικές φορές, μιλάς με ανθρώπους που εκφράζουν δυσαρέσκεια ή απλά τρελαίνονται στη διάρκεια της συνομιλίας. Θυμάμαι συγκεκριμένα μια γυναίκα. Ένα βράδυ, μιλήσαμε περίπου μία ώρα για το ότι τα παιδιά της δεν την επισκέπτονται πια. Η συζήτηση άρχισε παρατραβάει, οπότε επιχείρησα να προτείνω να την ολοκληρώσουμε. Τότε ξαφνικά, άλλαξε και άρχισε να ουρλιάζει με αισχρόλογα. «Εάν έτσι πρόκειται να είσαι, θα βγάλω την κιλότα μου και θα βάλω το μουνί μου στο πρόσωπό σου» είπε. Επίσης σπατάλησε μερικά λεπτά προσπαθώντας να με πείσει ότι με κάποιο τρόπο έμεινε έγκυος, απλά ακούγοντας τη φωνή μου. Στο τέλος, ζήτησε συγγνώμη. Υποθέτω ότι κάτι είναι κι αυτό.

Νομίζω ότι ο καλών που με αποσυντόνισε περισσότερο ήταν ένα 17χρονο αγόρι από το Sarcelles. Ήταν εύκολο να καταλάβει κανείς από τη συζήτησή μας ότι ήταν η πρώτη φορά που καλούσε στη γραμμή βοήθειας, γιατί αντί να παραμείνει ανώνυμος μου είπε κάθε λεπτομέρεια για τον εαυτό του. Μου εξήγησε ότι ήταν απίστευτα μόνος –οι δυο φίλοι του είχαν φύγει για να σπουδάσουν αλλού και έβλεπε τα ξαδέρφια του όλο και λιγότερο. Ενδιαφερόταν περισσότερο να μάθει πού θα μπορούσε να συναντήσει νέους φίλους. Στα χαρτιά, ήταν ένα κλασσικό τηλεφώνημα, αλλά το να φαντάζομαι έναν 17χρονο να κάθεται μόνος του σε κάποιο προάστιο, τόσο απελπισμένος για συντροφιά ώστε να καλεί σε γραμμή βοήθειας μου προκάλεσε μεγάλη στεναχώρια. Χτύπησε κυριολεκτικά φλέβα, μια και αυτά τα προβλήματα επηρεάζουν τόσους πολλούς ανθρώπους -κυριολεκτικά οποιοσδήποτε μπορεί να βρεθεί σε αυτή την κατάσταση.

Έχω επίσης σοκαριστεί από το πλήθος των γονέων που τηλεφωνούν για να μιλήσουν για τα παιδιά τους, τα οποία δεν τους φροντίζουν και το πλήθος των νεαρών κοριτσιών που είναι στείρα λόγω καρκίνου και είναι πολύ φοβισμένες να το πουν στις εγκυμονούσες φίλες τους.

Κάποτε, μια γυναίκα τηλεφώνησε για να μου πει ότι στεκόταν μπροστά από το διαμέρισμά της αλλά δεν μπορούσε να μπει μέσα γιατί είχε βαρεθεί τον άνδρα της. Όλη της η ζωή είχε χτιστεί γύρω από αυτή τη σχέση, οπότε δεν είχε τολμήσει να τον παρατήσει. Μια άλλη φορά, μίλησα με μια ηλικιωμένη κυρία που μου είπε ότι κανένας δεν ήθελε να την επισκεφτεί. Έχανε την όρασή της σιγά-σιγά, αλλά είχε δει την κόρη της να την κλέβει. Φοβόταν να την αντιμετωπίσει και να μιλήσει για αυτό επειδή σκέφτηκε ότι μπορεί να μην ξαναρχόταν.

Παραδόξως, δεν έτυχε να συγκλονιστώ ποτέ από εκείνο το είδος του συναισθήματος που συνοδεύει εξομολογήσεις σαν κι αυτές. Σίγουρα, είναι δύσκολο να ακούς αυτά τα πράγματα, αλλά είναι σημαντικό να θυμάσαι πόσα πολλά σημαίνει αυτό το τηλεφώνημα για το άτομο από την άλλη πλευρά της γραμμής. Μερικές φορές, τόσο εγώ όσο κι ο καλών καταλήγουμε να γελάμε παρέα. Σε πολλές περιπτώσεις έχω νιώσει κοντά σε ανθρώπους και ευγνώμων που πήρα μια γεύση από την καθημερινότητά τους.

Μετά από κάθε τηλεφώνημα, πρέπει να γράφουμε την ώρα έναρξης της συζήτησης και την ώρα λήξης, με ακρίβεια το είδος της συζήτησης και μια περίληψή της σε λίγες γραμμές. Αυτές οι σημειώσεις δεν είναι τίποτα άλλο παρά κάθαρση για τον ακροατή. Το κέντρο είναι γεμάτο φακέλους που περιγράφουν λεπτομέρειες κάθε τηλεφωνήματος και πρέπει να παραδεχθώ ότι έχω σκεφτεί να τους διαβάσω πάνω από μία φορές. Τελικά, ποτέ δεν το κάνω και αυτό είναι ίσως το καλύτερο.

Φωτογραφία εξωφύλλου: από τον χρήστη του Flickr Lily Monster

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.