Stuff

Ο Έλληνας που Έζησε και Κατέγραψε τη Ζωή στη Λιβύη Μέτα την Επανάσταση

Μιλήσαμε με τον δημοσιογράφο και κινηματογραφιστή Κώστα Πλιάκο για το νέο του ντοκιμαντέρ «Yusef's song».

Κείμενο Κατερίνα Καπερναράκου
04 Δεκέμβριος 2014, 11:37pm

Φωτογραφίες/Βίντεο: Κώστας Πλιάκος

​«Δυο χρόνια περάσανε από την σύλληψη της ιδέας του ντοκιμαντέρ "Yusef's song», μέχρι να ολοκληρωθεί. Πέραν όλων των άλλων, είναι και μια δουλειά σαν εμπορική επιχείρηση, αν μιλήσουμε με όρους αγοράς: επενδύεις στην ταινία, επενδύεις σε γνώση και σε όλα όσα την δημιούργησαν και μετά το σύνολο το πουλάς.

Είναι απαραίτητο να υπάρχει το αρχικό κεφάλαιο. Ευτυχώς το διέθετα και τώρα σιγά - σιγά αρχίζω να έχω κάποια απόδοση. Στην Ελλάδα πρέπει σχεδόν όλα να τα κάνεις μόνος σου – να είσαι και σκηνοθέτης και παραγωγός και υπεύθυνος να βρεις δίκτυα διανομής και να προβάλεις τη δουλειά σου και ότι άλλο μπορείς να φανταστείς.

Εγώ δεν μπορούσα να ασχοληθώ και με την αναζήτηση χορηγών, δεν προλάβαινα. Ωστόσο, είμαι πολύ ικανοποιημένος γιατί το "Yusef's song" εξασφάλισε γαλλική διανομή και έτσι θα βρει το δρόμο του για την ευρωπαϊκή τηλεόραση».

Τα λόγια ανήκουν στον Κώστα Πλιάκο, δημοσιογράφο και κινηματογραφιστή, ο οποίος έχει δώσει το στίγμα του στο πεδίο των ντοκιμαντέρ με το «Welcome to the show» με συνδημιουργό τον Αλέξη Πόνσε - μία δουλειά αφιερωμένη στην μουσική κληρονομιά του Παύλου Σιδηρόπουλου. Τώρα, με τη δημιουργία «Yusef's song», έχοντας ως συνεργάτη τον Μοχάμεντ Μπεν Γκούζι, μας μιλάει για την επανάσταση στην Λιβύη και παρουσιάζει έναν νεαρό ράπερ και πολλούς συνομηλίκους του, που έζησαν από μέσα τα γεγονότα της λιβυκής Αραβικής Άνοιξης.

Ο Κώστας σπούδασε οικονομικά, κινηματογράφο (εικονοληψία), δημοσιογραφία και ψηφιακά μέσα στην Πάτρα, την Αθήνα και τη Βαρκελώνη. Είναι δημοσιογράφος με θητεία σε εφημερίδες και περιοδικά. Ασχολείται με διεθνή θέματα, έρευνες εντός και εκτός Ελλάδας και συνεντεύξεις, ενώ έχει οργανώσει και εκθέσεις φωτογραφίας με έργα του. Η αγάπη του για την οπτικοποίηση της είδησης, του ταξιδιού και της εμπειρίας, η σπουδή του στον κινηματογράφο και η συναναστροφή του με τους ανθρώπους του χώρου αυτού μέσα στα χρόνια, μετασχηματίστηκαν στην μορφή του ντοκιμαντέρ.

VICE: Γιατί ασχολήθηκες με τον Σιδηρόπουλο στην πρώτη σου δουλειά;
Κώστας Πλιάκος: Το 2011 με την παρότρυνση ενός φίλου οπερατέρ, αποφασίσαμε να γυρίσουμε στα εφηβικά μας χρόνια, όχι, όμως, για να κάνουμε άλλη μία βιογραφία του Σιδηρόπουλου. Θέλαμε να βρούμε ανθρώπους, που επηρεάστηκαν από το έργο του, που ξεκίνησαν την πορεία τους, όταν αυτός ήταν στη δύση του, και να ανιχνεύσουμε την επιρροή τους στη μουσική σκηνή. Ήταν μεγάλος ο κίνδυνος να βγει κάτι επιφανειακό και ατεκμηρίωτο.

Φωτογραφία από τα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ  «Welcome to the show»

Μιλήσαμε με πάρα πολύ κόσμο, πολλοί, όμως, δεν εντάχθηκαν στο ντοκιμαντέρ, δυσφόρησαν, ενώ έγιναν πάμπολλες συζητήσεις και με την οικογένειά του Σιδηρόπουλου και τους συνεργάτες του, ώστε να εντοπίσουμε την ουσία, που αναζητούσαμε. Τα γυρίσματα κράτησαν μήνες και για την παραγωγή της ταινίας ασχολήθηκαν δέκα άτομα σε διάφορες χρονικές στιγμές της. Στο τέλος βγήκε, ακούσαμε καλά, φάγαμε και κράξιμο, όλα μέσα στο παιχνίδι είναι. Έκανα κάτι που το ευχαριστήθηκα και όλο ήταν ένα πολύ μεγάλο μάθημα για μένα σε πολλά επίπεδα. Σχεδόν παράλληλα, όμως, μου είχε γεννηθεί και η ιδέα για την επόμενη δουλειά.

Το δεύτερο ντοκιμαντέρ σου, αν και έχει πρωταγωνιστή έναν μουσικό, είναι καθαρόαιμα πολιτικό με επίκεντρο την αραβική άνοιξη.
​Ως δημοσιογράφος με ειδίκευση στα διεθνή, παρακολουθούσα πολύ στενά το ζήτημα γενικά και της Λιβύης - ειδικότερα μετά την πτώση του καθεστώτος Καντάφι. Είχα κάνει τις πρώτες επαφές μου στην Ελλάδα με τον Μοχάμεντ, έναν άνθρωπο-κλειδί για την υλοποίηση του ντοκιμαντέρ, Λίβυο στην καταγωγή και μεγαλωμένο στην Ελλάδα. Ο Μοχάμεντ ήταν στη Λιβύη κατά τη διάρκεια της εξέγερσης και αυτός που μου μίλησε για τον ράπερ Γιούσεφ, τον πρωταγωνιστή της ταινίας. Η ιδέα, ήταν να ακολουθήσουμε τον Γιούσεφ, του οποίου τα τραγούδια ήταν αντανάκλαση της επαναστατικής περιόδου και εκείνης, που ακολούθησε. Επίσης, είχα συζητήσει την ιδέα αυτή με τον φίλο σκηνοθέτη Αντρέα Θωμόπουλο και μου είχε επισημάνει πως θα ήταν ενδιαφέρον να ασχοληθώ με το όραμα της νεολαίας στη Λιβύη για το μέλλον της.

Τι βρήκες στη Λιβύη;
​Τα γυρίσματα έγιναν κυρίως το 2012 και κάποια το 2013. Ήταν μία κατάσταση ρευστή και απρόβλεπτη. Ο σχεδιασμός, που είχα κάνει, στην πράξη έμοιαζε κασκαντεριλίκι. Είχα έναν ορίζοντα και προς τα εκεί κατευθυνόμουνα, αλλά συνεχώς άλλαζα πορεία. Δεν μπορούσα να οργανώσω τα γυρίσματα όπως σχεδίαζα, λόγου χάριν. Ήταν καθαρά ζήτημα στιγμής τις περισσότερες φορές, γεγονός που από τη μία έχει ενδιαφέρον, γιατί έχεις ένα πολύ ζωντανό υλικό, αλλά από την άλλη έχεις τεράστιο πρόβλημα στο να το διαχειριστείς. Εμείς λοιπόν με τον Μοχάμεντ ακολουθήσαμε τον Γιούσεφ και την παρέα του, νέα παιδιά 20, 22, 25 χρονών, μουσικούς, φωτογράφους, δημοσιογράφους, άνεργους και προσπαθήσαμε να εκμαιεύσουμε τι σκέφτονται για το παρόν τους και τι βλέπουν για το μέλλον τους. Μπορεί να μην είχαν αυτό που λέμε πολιτική συνείδηση, αλλά χαζά δεν είναι. Συνειδητοποιούσαν τι συνέβαινε και με κάποιον τρόπο προέβλεπαν το σήμερα. Ήταν σημαντικό για μένα ότι το ντοκιμαντέρ γυρίστηκε σε μία περίοδο που υπήρχε ελπίδα, αλλά φαινόταν πως η επανάσταση, στην οποία μπήκε το ΝΑΤΟ και η Δύση και την διεκπεραίωσαν, ουσιαστικά κλάπηκε από το λαό.

Εκτός από κινηματογραφιστής είσαι και δημοσιογράφος. Μήπως σκέφθηκες πως, όταν τελειώσεις την ταινία, ίσως την έχουν ξεπεράσει τα γεγονότα; Πώς συνδύασες τις δυο σου ιδιότητες;
​Πάντα προσπαθούσα να τιθασεύσω το δημοσιογράφο μέσα μου και να τον καθοδηγήσω στο ότι δεν κάνω ρεπορτάζ, ούτε καταγράφω μία επανάσταση, αλλά τη συνείδηση του κόσμου τη δεδομένη στιγμή. Κι αυτό ήξερα πως θα έχει διαχρονική αξία. Δεν είχα καμία ψευδαίσθηση ότι μπορώ να καταγράψω μια επανάσταση. Ήξερα όμως εκ των προτέρων ότι μπορώ να καταγράψω τη συνείδηση των ανθρώπων σε μια χρονική στιγμή που έχει υποστεί σοκ. Και αυτό ως ιδέα, είναι η ραχοκοκκαλιά της ταινίας. Ως δημοσιογράφος ήμουν καλός, ως κινηματογραφιστής δεν ξέρω. Αυτό, που ακόμα θέλω να κατακτήσω είναι το πώς φτιάχνεις μια ταινία, ώστε να ενδιαφέρει ένα θεατή Γάλλο ή Γερμανό. Πάντως, δεν έκανα κάποια έκπτωση στο «Yusef's song»: οι νέοι μιλούν κατά του κοσμικού κράτους, κατά του Ισραήλ ή του παρεμβατικού ρόλου του Αλ Τζαζίρα. Όμως, ένας από τους πρώτους διανομείς, που είχαν δείξει ενδιαφέρον για τη δουλειά ήταν Ισραηλινός.

Πώς αντιμετώπισες το ζήτημα του κόστους;
​Πάρα πολλές δουλειές σήμερα γίνονται ρεφενέ. Παίρνεις φίλους, οι οποίοι βοηθάνε όσο μπορούν. Επίσης, κάτω στη Λιβύη είχα πολλές βοήθειες από τους νεαρούς ντόπιους συναδέλφους (οπερατέρ, φωτογράφους κ.λπ), οι οποίες περιόρισαν το κόστος. Έκαναν ήχο, τραβούσαν μία άλλη σκηνή, την ώρα, που έκανα κάτι παράλληλα, μας έστειλαν πλάνα, αφότου φύγαμε από τη χώρα τους. Ήταν σημαντική η συμβολή τους, τους αναφέρω στα credits, αλλά και για κείνους ήταν πολύ σημαντικό πως ήρθε ένας Δυτικός και έβγαλε στο φως τη ζωή τους. Χρόνια ολόκληρα ήταν κλεισμένοι σε κάστρο. Επίσης ο Μοχάμεντ με τις γνωριμίες του κατάφερε στο να καλύψουμε ένα μέρος του κόστους.

Μετά όλο αυτό το υλικό απαιτούσε τεράστια και πολύωρη επεξεργασία, μετάφραση και ντουμπλάρισμα στα ελληνικά για να γίνει το μοντάζ και υποτιτλισμό σε ελληνικά, αγγλικά και ισπανικά. Δε σημαίνει, βέβαια, πως όλα γίνονται εθελοντικά. Ο μοντέρ, ο άνθρωπος, που έρχεται και μετουσιώνει το όραμά σου σε ταινία, πρέπει να πληρωθεί. Για το «Yusef's song» ο Δημήτρης Κλάγκος πήρε πολύ λίγα χρήματα, αλλά του άρεσε πάρα πολύ η δουλειά. Ευελπιστώ πως θα μπορέσω να καταβάλω κάποιες αμοιβές, όταν αρχίσει η διακίνηση της ταινίας σε ξένα κανάλια. Επιπλέον, ένα άλλο κόστος, που επωμίζεσαι είναι να κατοχυρώσεις τη δουλειά σου στην Ελλάδα, να βγάλεις κόπιες, να συμμετάσχεις σε φεστιβάλ κ.λπ.

Στη Καμπότζη το 2005

Και τώρα ερχόμαστε στο φλέγον θέμα της διακίνησης της ταινίας και της προβολής της; Να φανταστώ πως και αυτό είναι one man's show;
​Είναι μία δουλειά, την οποία την μαθαίνεις εμπειρικά κι εμένα με βοήθησε και η «προϋπηρεσία» στο Σιδηρόπουλο. Το «Yusef's song» είχε πολύ θερμή υποδοχή στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αλλά για να προχωρήσει στην ευρωπαϊκή αγορά χρειαζόταν διαφορετικές προδιαγραφές. Μονταρίστηκε η ταινία ξανά σε κινηματογραφική και τηλεοπτική εκδοχή, έγινε πιο σφιχτή, προβλήθηκε σε διάφορα μέρη, και έχει πάρει το δρόμο της για ξένα φεστιβάλ. Πήρε μια ειδική μνεία στο φεστιβάλ Sole Luna του Παλέρμο και το βραβείο κριτικών στο Διεθνές Φεστιβάλ της Βαγδάτης. Έχει προβληθεί επίσης σε Λονδίνο, Τρεβίζο, Τεχεράνη, Λιβύη, επιλέχθηκε για το market της Medimed 2014 που είναι από τις σημαντικότερες αγορές ντοκιμαντέρ στην Ευρώπη και συνεχίζουμε.

Ενδιαφέρθηκαν διανομείς και τελικά υπογράψαμε συμβόλαιο με γαλλική εταιρεία για τηλεοπτική διάθεση της ταινίας. Το θέμα της αναζήτησης διανομής και συνεργασίας στο εξωτερικό είναι επίπονη δουλειά που απαιτεί συνεχείς επαφές. Ελπίζω στο μέλλον να μπορώ να συνεργαστώ με ανθρώπους που θα μπορούν να το κάνουν καλύτερα από εμένα.

Το trailer του ντοκιμαντέρ «Welcome to the show»

Μέχρι τώρα κινείσαι ως ανεξάρτητος κινηματογραφιστής. Πώς θα κινηθείς στο μέλλον, εάν χρειαστείς συμπαραγωγό ή χορηγό;
​Για τις επόμενες δουλειές θα ακολουθήσω τις πάγιες διαδικασίες χρηματοδότησης, και την παρουσίαση των προτάσεων σε διεθνή pitching forum τα οποία λειτουργούν ως αγορά, όπου εμφανίζεσαι σε δυνητικούς επενδυτές και εξηγείς τι συμβαίνει: εκεί συνυπάρχουν κινηματογραφιστές, παραγωγοί, διανομείς, τηλεοπτικοί σταθμοί και αναζητούν συνεργασίες. Ένα πάνελ, λοιπόν, από τους επαγγελματίες αυτούς βλέπει τη δουλειά σου -μπορείς να την προπαρουσιάσεις ή να διατυπώσεις την ιδέα σου- και αποφασίζει. Μπορεί η σουηδική τηλεόραση να ενδιαφέρεται π.χ για συμπαραγωγή, οπότε εσύ θα πρέπει να ακολουθήσεις κάποιες νόρμες, το ZDF να θέλει να την αγοράσει, αφότου ολοκληρωθεί, ένας διανομέας να συνεργαστεί μαζί σου, όταν την τελειώσεις κ.λπ.

Στο Μεξικό το 2004 με τους Ζαπατίστας

Ποιο είναι το επόμενο ντοκιμαντέρ, που επεξεργάζεσαι;
​Αφορά την αιολική ενέργεια και μπορείτε να πάρετε μία γεύση στο ​www.askosaiolou.com. Σε αυτό το ντοκιμαντέρ δοκιμάζω κάτι νέο, καθώς συμμετέχω σε μια ομαδική δουλειά. Έχουμε συγκροτήσει μία ομάδα ανθρώπων και εδώ κι ένα χρόνο ασχολούμαστε με όλες τις πτυχές του ζητήματος, το περιβαλλοντικό, το χρηματοδοτικό, της διαπλοκής, το πολιτικό, της παραγωγής ρεύματος κ.λπ. Στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή, εταιρίες έχουν ζητήσει άδεια για χιλιάδες αιολικά πάρκα, τα οποία κατασκευάζονται με ευρωπαϊκά κονδύλια, χωρίς να μειώνουν τα θερμικά εργοστάσια, ωστόσο, αλλά αυξάνοντάς τα. Και αυτό διαπραγματευόμαστε σε μία ταινία όχι ακτιβίστικη αλλά αντικειμενική. Χρηματοδοτήθηκε από τις τοπικές κοινότητες με πόρους από συλλόγους, ομάδες κ.λπ., κάνοντας μαζί τους μία ειλικρινή συμφωνία εξαρχής: θα παρουσιάσουμε τις θέσεις σας, αλλά το θέμα θα προσεγγιστεί αντικειμενικά. Εάν, μας εμπιστεύεστε, βοηθήστε μας. Κάποια στιγμή μας πλησίασε και ραδιόφωνο από κομματικό φορέα για να κάνει το επικοινωνιακό κομμάτι και προβολές του ντοκιμαντέρ, αλλά αρνηθήκαμε. Τόσοι άνθρωποι μας είχαν μιλήσει και ανοίξει τα σπίτια τους, γιατί να ταυτιστούμε με το συγκεκριμένο χώρο;

Στο Νεπάλ το 2009

Εχεις και κάτι άλλο στα σκαριά;
​Ένα ντοκιμαντέρ για ένα σημαντικότατο αλλά άγνωστο στο ευρύ κοινό εικαστικό, έναν πολυσχιδή καλλιτέχνη, ο οποίος έχει καταγράψει στο χαρτί και στην κινηματογραφική κάμερα τη δουλειά του. Επίσης, έχω κάνει προκαταρκτικά γυρίσματα για μια ιστορία που ξεκινά από τη Ρωσία και καταλήγει στις τέσσερις άκρες του πλανήτη. Ή το αντίστροφο. Περισσότερα στους επόμενους μήνες.

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.