ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Διασκέδαση

Μιλήσαμε με τον Άνθρωπο που Πέθανε στις 19 Αυγούστου 2011

«Τα νεφρά μου ήταν γεμάτα αίμα. Το παντελόνι μου ήταν γεμάτο σκατά και ούρα. Η καρδιά μου δεν χτυπούσε. Ο εγκέφαλός μου δεν αιματωνόταν».

Κείμενο River Donaghey
19 Οκτώβριος 2016, 4:00am

Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο VICE US.

Ο Guido είναι ένας 75χρονος οικογενειακός φίλος μου. Έχει υπάρξει πολλά πράγματα στη ζωή του – αυτόκλητος τιμωρός, παραδοσιακός θεραπευτής, παγκοσμίου φήμης εικαστικός. Ερχόταν στο σπίτι των γονιών μου όταν ήμουν παιδί με γεμάτο πιστόλι στο ζωνάρι του σορτς του. Ζούσε στη Γουατεμάλα, αλλά προσφάτως έφυγε από τη γη του για να χαλαρώσει στην Arizona. Πήγα να τον επισκεφτώ και μου είπε για τότε που πέθανε.

—River Donaghey

Πέθανα στις 19 Αυγούστου 2011, κοντά στο σπίτι μου στην Arizona. Με είχε τυλίξει το σκοτάδι. Αυτό υπήρχε μόνο. Δεν ήμουν μέσα στο σώμα μου, δεν ήμουν με το σώμα μου, δεν ήμουν κομμάτι του σώματός μου, αλλά για λίγο είχα συναίσθηση τι γινόταν. Ήταν μαύρα και ευχάριστα. Ήμουν νεκρός. Αυτό ήταν.

Εργαζόμουν σε ένα πάρκο στην οδό Hobson και κατέρρευσα καθώς επέστρεφα σπίτι. Κατάφερα να σταθώ και να καθίσω σε ένα τραπέζι του πικ-νικ. Ακούμπησα κάτω το κεφάλι μου για να δω εάν θα περάσει η ζαλάδα. Ξύπνησα από τον ήχο των σειρήνων.

Σκέφτηκα ότι «κάποιος είδε πως έπεσες και λιποθύμησες, και σκέφτεται ότι είσαι μεθυσμένος. Πρέπει να κάλεσαν ασθενοφόρο ή πυροσβεστική». Ήξερα ότι το καλύτερο ήταν να αποφύγω όλες αυτές τις μαλακίες. Υπέθεσα πως οτιδήποτε κι αν μου συνέβαινε -ίσως ένα υποσκληρίδιο αιμάτωμα- θα μπορούσα να το αντιμετωπίσω στο σπίτι. Σηκώθηκα και έφυγα.

Θυμάμαι να διασχίζω τη Hobson, τον δρόμο που χωρίζει το πάρκο από το οικοδομικό τετράγωνό μου. Έφτασα στον δρόμο μου και σκέφτηκα «τα κατάφερα». Δεν θυμάμαι να κατέρρευσα ξανά.

Το επόμενο που θυμάμαι ήταν ότι ήμουν ένα ζώο έξω από το σώμα μου. Έψαχνα ένα μέρος να φωλιάσω, να αφήσω το πτώμα μου, οπότε αποφάσισα να το σύρω πίσω από μια διαφημιστική πινακίδα για αποταμιεύσεις. Όπως το έκανα βρέθηκα σε σύγχυση, καθώς δεν υπάρχουν διαφημιστικές πινακίδες στην οδό Hobson. Παρ' όλα αυτά, θυμάμαι ότι έχωσα το γέρικο σώμα μου πίσω από μια φανταστική διαφημιστική επιγραφή. Ένιωσα ασφαλής και χαλάρωσα καθώς όλα έγιναν μαύρα. Ήταν άνετα και σκοτεινά και γλυκά. Ήταν σχεδόν τόσο καλό όσο να ικανοποιείς μια γυναίκα και δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από αυτό.

Αρκετή ώρα αργότερα, από τα βάθη αυτής της μαυρίλας, συνειδητοποίησα ότι κάποιος είχε βγάλει το σώμα μου από την κρυψώνα του. Το έσερναν για να το βγάλουν από εκεί που ήταν η πινακίδα. Έπειτα χάθηκα ξανά στο σκοτάδι και δεν πρόσεξα τίποτα για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι κάποιος τρυπούσε το σώμα μου. Το αναγνώρισα καθώς κάτι με αίσθηση αιχμηρού ραβδιού καρφώθηκε κάτω από τον θώρακά μου. Ήταν ένα άσχημο συναίσθημα, ιδιαίτερα συγκρινόμενο με τη μαυρίλα.

Σκέφτηκα «Χριστέ μου, αυτοί είναι άγριοι γαμιόληδες. Ποιος στο διάβολο θα έκανε κάτι τέτοιο;». Αλλά το πράγμα χειροτέρεψε. Κάποιος άρχισε να βουρτσίζει με σύρμα το στήθος μου. Μπορούσα να νιώσω το δέρμα μου να βγαίνει. Υπήρχε ακόμα ένα αιχμηρό ραβδί στην άλλη πλευρά του θώρακά μου και άλλο ένα στον μηρό μου. Σκέφτηκα «τι σκαρώνουν αυτοί οι άγριοι μαλάκες; Δεν μπορούν να αφήσουν το σώμα μου εκεί που το άφησα;».

Οι άνθρωποι που λένε ότι βλέπουν το φως λένε μαλακίες. Νομίζω ότι το εφευρίσκουν. Ίσως στην πραγματικότητα δεν πέθαναν καν. Εγώ; Πέθανα.

Συνέχισα να επιστρέφω και να χάνομαι μέσα στη μαυρίλα, όντας σε θέση να αγνοήσω το γρατζούνισμα και το κάρφωμα. Αλλά στο τέλος έγινε τόσο συχνό το κάρφωμα, το βούρτσισμα και το τράνταγμα του σώματος που πίστευα ότι είχα κρύψει επιμελώς. Σκέφτηκα «πρέπει να πάω πίσω για ένα δευτερόλεπτο για να διευθετήσω το θέμα. Έπειτα θα επιστρέψω στη μαυρίλα».

Άνοιξα τα μάτια μου και αναγνώρισα τον άνδρα που έσκυβε από πάνω μου ως διασώστη, λόγω του διακριτικού που είχε στο πουκάμισό του. Έχω υπάρξει διασώστης στο παρελθόν, οπότε γνώριζα τι έκανε. Φώναζε «μείνε μαζί μου, φίλε, μείνε μαζί, ο σφυγμός σου είναι ακόμα μόνο 13». Άρχισε ένα μπαράζ ερωτήσεων. Ήθελε να ξέρει τη διεύθυνσή μου και τον αριθμό του τηλεφώνου μου. Μου είπε ότι εάν κλείσω τα μάτια μου θα πρέπει να με χτυπήσει με το ηλεκτρικό ρεύμα ξανά. Θυμήθηκα την πρώτη μου φορά ως διασώστης – ήξερα ότι ο μόνος τρόπος να σταματήσει το μαρτύριό του ήταν να κάνω αυτό που έλεγε.

Πήγαν κι έφεραν την κοπέλα μου από το σπίτι που ήταν εκεί κοντά. Ήλπιζα ότι θα έλεγε: «Έχει πολύ μεγάλη ιατρική εμπειρία. Ξέρει τι κάνει. Αφήστε τον να πάει σπίτι». Ήλπιζα να με αφήσουν όλοι ήσυχο, έτσι ώστε να επιστρέψω στο μαύρο μέρος. Αλλά όχι, τους είπε να με πάρουν από εκεί και πήγαμε στο νοσοκομείο.

Η πραγματικότητα όπως είναι, μέσα από το Newsletter του VICE Greece

Οι άνθρωποι που λένε ότι βλέπουν το φως λένε μαλακίες. Νομίζω ότι το εφευρίσκουν. Ίσως στην πραγματικότητα δεν πέθαναν καν. Εγώ; Πέθανα. Τα νεφρά μου ήταν γεμάτα αίμα. Το παντελόνι μου ήταν γεμάτο σκατά και ούρα. Η καρδιά μου δεν χτυπούσε. Ο εγκέφαλός μου δεν αιματωνόταν. Μου έκαναν ενέσεις ατροπίνης −εκείνα τα αιχμηρά ραβδιά στα πλευρά μου −προσπαθώντας να χτυπήσουν τα νεφρά μου. Η αίσθηση του βουρτσίσματος με σύρμα αποδείχθηκε ότι ήταν ο απινιδωτής, τον οποίο χρησιμοποιούσαν με δύναμη για να αναγκάσουν την καρδιά μου να αντλήσει την ατροπίνη και να τη μεταφέρει στον οργανισμό μου ώστε να πάει αίμα στον εγκέφαλό μου.

Ξέρω ότι ήμουν νεκρός διότι η ζωή δεν είναι η ίδια από τότε που επέστρεψα. Έχασα κάτι στη διαδικασία θανάτου. Δεν επέστρεψε όλος μου ο εαυτός από τη μαυρίλα. Οι άνθρωποι γύρω μου δεν μπορούν να το διακρίνουν, αλλά εγώ μπορώ. Πλέον δεν είμαι τόσο επιθετικός ή παθιασμένος όπως ήμουν για όλα. Κάτι ουσιαστικό έχει χαθεί. Δεν ξέρω εάν θα το βρω ποτέ ξανά ή εάν χάθηκε για πάντα.

Είναι μικρό πράγμα, αλλά είναι αρκετό για μένα ώστε να έχω στο πορτοφόλι μου μια πορτοκαλί κάρτα που γράφει «μη με επαναφέρετε στη ζωή». Δεν βγαίνω από το σπίτι χωρίς αυτό. Ξέρω ότι το πρώτο πράγμα που κάνουν οι διασώστες είναι να ανοίξουν αναπνευστική οδό. Το δεύτερο, να ψάξουν στο πορτοφόλι σου για να μάθουν ποιος είσαι. Θέλω να διασφαλίσω ότι θα βρουν την κάρτα μου. Την επόμενη φορά θέλω να με αφήσουν στη μαυρίλα. Ίσως να μπορώ να πάρω πίσω το κομμάτι που έχασα.

Περισσότερα από το VICE

Δείτε τον Φάκελο που Είχε Συντάξει το FBI για τους Wu-Tang Clan

Εργαζόμενες του Σεξ Εξηγούν πώς Αντιμετωπίζουν Πελάτες που δεν τους Αρέσουν

H Θητεία μου ως Δεσμοφύλακας με Έκανε να Αλλάξω Δουλειά

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Tagged:
Culture
Vice Blog
Υγεία
ζωή
σκατά
θάνατος
ADHS
ούρα
πτώμα
νεκρός
παράδεισος
νεκροτομείο
γραφείο τελετών
κόλαση
επαναφορά
νεφρά