Ο Στηβ Ντούζος Διηγείται τη Ζωή του, από τον «Μπίλια» Μέχρι την Εντατική και τη Φυλακή

«Τον Μπίλια τον ξέρουν πολλοί, τον Στηβ λίγοι».

|
jul 18 2017, 5:00am

Δεν μπορείς να μην προσέξεις τον Στηβ Ντούζο. Στο ραντεβού, στη Νέα Φιλοθέη, έρχεται με μια καλογυαλισμένη και εντυπωσιακή Harley Davidson. Προτού προλάβουμε να συστηθούμε, ξεκινάει τον χαβαλέ. Ο Στηβ Ντούζος έχει συνηθίσει, άλλωστε, να επιστρέφει στον ρόλο του «Μπίλια». Έχει ενσαρκώσει έναν από τους πιο γνωστούς κινηματογραφικούς ρόλους μιας ολόκληρης δεκαετίας. Πολλές φορές, στον δρόμο, τον φωνάζουν με το όνομα του χαρακτήρα που τον έκανε διάσημο και όχι με το κανονικό του. Το διασκεδάζει, θεωρώντας την επιτυχία του θεόσταλτη. Γιος ενός εκ των μεγαλύτερων ζεν πρεμιέ του ελληνικού κινηματογράφου, του Ανδρέα Ντούζου, κατάλαβε από μικρός τι σημαίνει φήμη κι έτσι, όταν ήρθε η σειρά του να τη γευτεί, ήξερε πώς να τη διαχειριστεί. Τη δεκαετία του '90 αποσύρθηκε από την ενεργό δράση και έκτοτε περνάει τον χρόνο του οδηγώντας μηχανές και γυρίζοντας ταινίες με τους συμμαθητές των παιδιών του. Το να μιλάς μαζί του, έχει πολλή πλάκα.

VICE: Πού μεγάλωσες;
Στηβ Ντούζος: Γεννήθηκα στην Αθήνα, πίσω από το θέατρο «Μπουρνέλη», στα Εξάρχεια και από τα τέσσερά μου μέχρι τα 21 έζησα στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης. Στην πραγματικότητα, όμως, ωρίμασα και βρήκα τον εαυτό μου επιστρέφοντας εδώ. Στην Αμερική πήγα σχολείο, σπούδασα ζαχαροπλαστική και δούλευα κανονικά σαν ζαχαροπλάστης. Στην Ελλάδα με κράτησε το μεροκάματο του Ευστρατιάδη και οι γυναίκες.

Γιατί επέστρεψες;
Ήρθα το '80 για διακοπές, οι οποίες, όμως, ακόμη δεν έχουν τελειώσει.

Μικρός, ήσουν αυτό που λέμε «αλητεία»; Το Μπρονξ δεν είναι κι εύκολη γειτονιά.
Εντάξει, έζησα έντονα. Πολύ έντονα, πάρα πολύ έντονα στο Μπρονξ!

Έμπλεκες δηλαδή;
Προσπαθούσα να μην μπλέκω. Βέβαια, «όποιος νύχτα περπατεί…».

Με φωνάζει ο Ευστρατιάδης, μου προτείνει ένα καλό πακέτο και λέω, «Μαλάκας είμαι να μην το κάνω»; Βγήκε λοιπόν το Ρόδα Τσάντα και Κοπάνα και μέσα σε ένα βράδυ έγινα σταρ.

Τι μουσική ακούς;
Είμαι πολύ rock 'n' roll, ακούω Cream, Cactus, Vanilla Fudge, Creedence Clearwater Revival, Led Zeppelin κα, γενικά, μπάντες που κινούνται σε αυτό το μουσικό ύφος.

Πάντα απορούσα γιατί σε λένε Στηβ.
Βγήκε τυχαία. Τα Αμερικανάκια δεν μπορούσαν να πουν το «Στάθης», που είναι το κανονικό μου όνομα. Κάποια στιγμή ένας φίλος πέταξε το «Στηβ» και μου κόλλησε. Μάλιστα, όταν πήρα την αμερικάνικη υπηκοότητα, με έγραψαν Στηβ. Το πλήρες όνομά μου είναι Ευστάθιος Κωνσταντίνος Ντούζος.

Από πού κόλλησες το μικρόβιο με τις μηχανές;
Γύρω στο 1972, έκανα κοπάνα από το σχολείο και κατέβηκα στο Μανχάταν. Πέρασα έξω από το club house των Hells Angels και ζαλίστηκα. Γομάρια, μούσια, τατού, Harley, κοπέλες, βυζιά - λέω, «εδώ είμαι». Από εκεί και πέρα ακολούθησα μια αντίστοιχη πορεία. Αυτήν τη στιγμή έχω τρεις μηχανές: Ένα Honda, ένα Yamaha και ένα Harley. Ο γιος μου ασχολείται, επίσης, με τις μηχανές. Έχει το τσόπερ του, το παπάκι του, τη γουρούνα του. Πάντα, όμως, υπό την επίβλεψή μου.


Διαβάστε ακόμη: Ένα Πρώην Μέλος των Hells Angels Εξομολογείται τι Συμβαίνει στη Μεγαλύτερη Συμμορία Μηχανόβιων


Μου ανέφερες προηγουμένως το μεροκάματο του Ευστρατιάδη. Πώς προέκυψε αυτό και γενικά η ενασχόλησή σου με τον κινηματογράφο;
Αυτός που με έβγαλε πρώτος στον κινηματογράφο ήταν ο Φώσκολος. Όταν ήρθα στην Ελλάδα, ήμουν με μακρύ μαλλί, σκουλαρίκια, τατουάζ, μούσια και δεν μου μιλούσε κανείς. Ο μόνος που με έκανε παρέα ήταν ο Κώστας Καραγιάννης, ο σκηνοθέτης, με τον οποίο τα πίναμε στα μπαρ μέχρι το πρωί. Κάποια στιγμή μού λέει, «Θέλει έναν χοντρό ο Φώσκολος» και πίστεψα ότι θα ψάχνει κάποιον να κάνει καμιά σούζα με τη μηχανή. Πάω και τελικά μου έδωσε τον ρόλο στα Άγρια Νιάτα. Εκείνη την εποχή ήθελα να κάνω τον γύρο της Ευρώπης με τη μηχανή, αλλά τελικά έμεινα. Με φωνάζει, λοιπόν, σε κάποια φάση ο Ευστρατιάδης, μου προτείνει ένα καλό πακέτο και λέω, «μαλάκας είμαι να μην το κάνω»; Βγήκε λοιπόν το Ρόδα Τσάντα και Κοπάνα και μέσα σε ένα βράδυ έγινα σταρ. Το έζησα και το χάρηκα πολύ. Ήταν ένα δώρο Θεού όλο αυτό και κόλλησα. Στη πορεία αγάπησα το θέατρο και για 18 χρόνια έπαιζα ανελλιπώς χειμώνα-καλοκαίρι σε παραστάσεις. Έχω παίξει πολλά έργα. Neil Simon, Σακελλάριο, Βασιλειάδη, τα έχω παίξει όλα. Τώρα έχω αράξει και είμαι «νυκοκοιρός»! Φροντίζω το σπίτι μου, τα παιδιά μου και τις μηχανές μου.

Βγάζατε λεφτά τότε;
Ναι, πολύ καλά λεφτά.

Αν o Μπίλας ήταν πραγματικός χαρακτήρας, πιστεύω πως σήμερα, είτε θα είχε ανοίξει σουβλατζίδικο, είτε Internet Cafe.

Πού είναι το σχολείο που γυρίστηκε το Ρόδα Τσάντα και Κοπάνα ;
Αυτό το σχολείο ήταν εκεί που είναι το Avenue. Ήταν του Ζηρίδη, το σχολείο της γυναίκας του Σπέντζου, παραγωγού της Σπέντζος Φιλμς και ιδιοκτήτη κινηματογράφων.

Σε αυτήν την ταινία έπαιξες με κάποιους θρύλους του ελληνικού κινηματογράφου.
Όλοι οι μεγάλοι ήταν, ένας κι ένας. Επειδή εγώ δεν ήμουν ηθοποιός, ένιωσα δέος αργότερα, δηλαδή όταν έπαιξα μαζί τους στο θέατρο. Όταν έπαιξα με Ηλιόπουλο, Σαπουντζάκη, Σταυρίδη και πολλούς ακόμη, κατάλαβα τι ιερά τέρατα ήταν. Τότε, όντας φρέσκος στον τομέα, γνώριζα απλώς πως ο Γκιωνάκης, ο Φωτόπουλος και ο Ρίζος ήταν φίρμες. Όταν τους γνώρισα και είδα τη δουλειά τους και το respect που έχουν πάνω στο σανίδι, έγιναν για μένα θεοί.

Πώς ήταν να είσαι φίρμα στα 80s;
Εντάξει, ήμουν ο Άι Βασίλης της εποχής. «Ο Μπίλιας», έλεγαν όλοι. Το καλό ήταν πως, εκτός από τα κορίτσια, με πήγαιναν και τα αγόρια. Δεν με είχαν για αντίζηλο, όπως είχαν τον Γαρδέλη, τον Αγγελόπουλο και τον Ευριπιώτη.

Για πες μου λίγο για τον Μπίλια. Έπαιζες ουσιαστικά τον εαυτό σου;
Όχι, εγώ και ο Μπίλιας δεν έχουμε καμία σχέση. Ο χαρακτήρας μάς βγήκε μέσα απ' το γύρισμα. Δεν υπήρχε σενάριο, όλα βασίζονταν πάνω σε μια ιδέα. Μετά, αυτός ο «χοντροκωμικούλης» καθιερώθηκε και τον έπαιξα και σ' άλλες ταινίες.

Κάποια στιγμή, πρέπει να ήμουν γύρω στα τέσσερα, ο πατέρας μου έπαιζε σε μια παράσταση και φιλούσε τη Λάσκαρη. Είχα πάει να τον δω και μόλις το βλέπω αυτό, σηκώνομαι πάνω και φωνάζω: «Άσε τον μπαμπά μου, μωρή».

Αν ήταν πραγματικός χαρακτήρας, τι νομίζεις ότι θα έκανε σήμερα;
Pole dancing. Πλάκα κάνω. Πιστεύω πως είτε θα είχε ανοίξει σουβλατζίδικο είτε Internet Cafe.

Τα επόμενα Ρόδα Τσάντα και Κοπάνα είχαν την ίδια επιτυχία με το πρώτο;
Όχι, το δεύτερο λιγότερη, το τρίτο ακόμα πιο λίγη και το τέταρτο ανύπαρκτη.

Για το τέταρτο έχεις δηλώσει ότι μετάνιωσες που το έκανες.
Ήταν ξενέρωμα εντελώς. Τι να σου πω; Μετά τη μέση των γυρισμάτων, κατάλαβα πως κάτι δεν πήγαινε καλά και τελικά βγήκε αυτό το αποτέλεσμα. Ευτυχώς, έπαιζε ο Βουτσάς, ο Παπαναστασίου και κάποιοι ακόμη, και ίσως να βλέπει ο κόσμος κάποιες σκηνές γι' αυτούς. Εγώ είχα σταματήσει να παίζω για πολλά χρόνια και το έκανα επειδή είχα καταλάβει πως θα γίνει κάτι εντελώς διαφορετικό. Θεώρησα πως το όφειλα στον εαυτό μου, στον Όμηρο και στο κοινό να συμμετάσχω. Τελικά, το μετάνιωσα. Δεν βγάζω τον εαυτό μου απ' έξω βέβαια, όλοι φταίμε και πρώτος εγώ.

Aλήθεια, γιατί αποφάσισες να αποσυρθείς;
Το αποφάσισα όταν έκανα το πρώτο μου παιδί, επειδή δεν ήθελα να μεγαλώσει μέσα σε αυτόν τον χώρο. Ήθελα τα παιδιά μου να πάρουν άλλα πρότυπα, να μη γνωρίσουν από μικρά το σταριλίκι και το γκλάμουρ. Μετά τα 16 τους, θα μπορούν ίσως να το προσεγγίσουν αλλιώς.

Ισχύει ότι μπορεί να σε δούμε στην τηλεόραση σύντομα;
Έχουμε κάνει με έναν παραγωγό από την Κύπρο ένα πιλοτικό επεισόδιο για μια κωμωδία. Μου άρεσε πολύ η ιδέα και όλο το concept. Είναι μια πολύ καλή και σοβαρή συμφωνία και ο συγκεκριμένος άνθρωπος δουλεύει με τον τρόπο που γουστάρω. Ακόμη δεν γνωρίζω περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με το πού και πώς θα προβληθεί. Παίζουν ο Νινιός, ο Σοφοκλής Μπούκουρας, η Χριστίνα Παππά, ο Γιάννης Σαββιδάκης και η αδερφή μου, η Τέτα.


Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Πώς είναι να είσαι ο γιος ενός εκ των μεγαλύτερων ζεν πρεμιέ του ελληνικού κινηματογράφου;
Τον ζηλεύω. Ο Ντούζος είχε τον μαγνήτη. Εγώ, για να βγάλω γκόμενα, έπρεπε να τάξω, να ψήσω, να κλάψω, να υποσχεθώ. Θυμάμαι παλιά, προτού φύγουμε για την Αμερική, που βγαίναμε βόλτα, τον κυνηγούσαν και εγώ τσαντιζόμουν. Κάποια στιγμή, πρέπει να ήμουν γύρω στα τέσσερα, έπαιζε σε μια παράσταση και φιλούσε τη Λάσκαρη. Είχα πάει να τον δω και μόλις το βλέπω αυτό, σηκώνομαι πάνω και φωνάζω: «Άσε τον μπαμπά μου, μωρή».

Πώς και φύγατε για Αμερική, ενώ ο πατέρας σου έκανε καριέρα εδώ;
Στην αρχή πηγαινοερχόταν, μετά άραξε και αυτός εκεί. Μετά το 1967, δεν έπαιξε ξανά, κυρίως για πολιτικούς λόγους.

Έχω διαβάσει σε συνέντευξή σου ότι βγαίνατε μαζί για ποτά.
Με τον Ντούζο ήμασταν φίλοι, είχαμε μόλις 19 χρόνια διαφορά. Σκέψου ότι δεν τον έλεγα «μπαμπά», «Ντούζο» τον φώναζα. Από τα 17 μου και μετά δεν μπορούσα να τον πω «μπαμπά», σκέψου πως είχα φίλους πιο μεγάλους από αυτόν. Ήμασταν φιλαράκια. Αλλά και τη μάνα μου, Ντούζενα την έλεγα.

Έπεσα σε κώμα, έπαθα ανακοπή - διάφορα. Το παλεύω, δεν το βάζω κάτω και τώρα αισθάνομαι σαν να μην έγινε ποτέ. Είμαι πέτρα, δεν μασάω

Τη φήμη πώς τη διαχειρίστηκες;
Είχα καλό κόουτς. Εντάξει, εμένα δεν με ένοιαζε που ήμουν ο «Μπίλιας», δεν με ενδιέφερε να δειχτώ. Γυάλιζα το μηχανάκι μου και έπαιρνα τηλέφωνα, για να δω πού θα βγούμε το βράδυ. Το γεγονός ότι με έβαζαν μέσα στα κλαμπ και δεν περίμενα στην ουρά, μου άρεσε. Όταν έπαιρνα ένα μπουκάλι ουίσκι και με κερνούσαν το δεύτερο, γούσταρα επειδή δεν πλήρωνα. Δεν νομίζω ότι μέσα μου θεώρησα ποτέ πως είμαι σταρ. Γούσταρα, επειδή είχα όλες αυτές τις ανέσεις. Για μένα, αυτό ήταν δώρο Θεού. Δεν το δούλεψα, απλώς κάποιος μου το έδωσε. Ευχαριστώ και τον κόσμο που με στήριξε. Ακόμη και σήμερα με σταματούν στον δρόμο και μου μιλάνε. Το θεωρώ τιμή μου.

Αν κάποιος σου ζητούσε να του δείξεις τις αγαπημένες σου δουλειές, ποιες θα ήταν αυτές;
Θεατρικά θα του έδειχνα το Ποια ήρθε στο κρεβάτι μου. Όσον αφορά τα κινηματογραφικά, θα επέλεγα μια κωμωδία, το Θηλυκό Θηριοτροφείο και το Χούλιγκανς-Κάτω τα χέρια από τα νιάτα, του Κώστα Καραγιάννη. Εκεί γούσταρα. Ήμουν εγώ. Μηχανές, ξύλο, δερμάτινα.

Έχουν περάσει 17 χρόνια από τότε που πήγα φυλακή. Τα παιδιά μου γνωρίζουν τι έχει γίνει και ξέρουν ποιος είναι ο μπαμπάς τους. Τον Μπίλια τον ξέρουν πολλοί, τον Στηβ λίγοι.

Πλακωνόσουν;
Ασχολούμαι από τα 14 μου με τις πολεμικές τέχνες και έχω περάσει σχεδόν απ' όλες. Μου αρέσει να πλακώνομαι, το ξύλο είναι ωραίο, είτε το φας είτε το δώσεις. Ακόμη μπλέκω σε καυγάδες.

Έχεις περάσει κάποια περιπέτεια με την υγεία σου, πριν από κάποια χρόνια.
Ναι, έχω περάσει. Έπεσα σε κώμα, έπαθα ανακοπή - διάφορα. Το παλεύω, δεν το βάζω κάτω και τώρα αισθάνομαι σαν να μην έγινε ποτέ. Είμαι πέτρα, δεν μασάω. Έχω αλλάξει τον τρόπο ζωής μου, προσέχω τι τρώω και γυμνάζομαι. Όταν κατάλαβα πόσο εφήμερη είναι η ζωή, αποφάσισα στο λίγο που μου απομένει, να είμαι υγιής, για να χαρώ τα παιδιά μου.

Δεν έχω κλάψει ποτέ στη ζωή μου, δεν μου βγαίνει το κλάμα. Όταν άκουσα τον εισαγγελέα να προτείνει «αθώος», ξέσπασα.

Εκτός από όλα αυτά, είχες και κάποια δικαστικά θέματα, που μάλιστα σε έστειλαν στη φυλακή.
Θα στο πω στα ίσια: Έμπλεξα με δυο μαλάκες. Τους σύστησα για να πουλήσουν μια μηχανή, βρέθηκαν μετά από έναν μήνα, και αντί για τη μηχανή, αντάλλαξαν ναρκωτικά. Τους έπιασαν και η ιστορία τελείωσε εκεί. Σκέψου ότι εμένα δεν με είχαν καλέσει ούτε για μάρτυρα. Όταν άλλαξαν, όμως, δικηγόρο, πήραν έναν πολύ γνωστό ο οποίος ήταν στο παραδικαστικό κύκλωμα που ξεκίνησε στον Πειραιά. Είχαν πιάσει εκείνο το διάστημα και έναν δικαστικό με μεγάλη ποσότητα κάνναβης στις Σπέτσες, τον κάλυψαν -αυτήν την ιστορία την είχε δημοσιεύσει μόνο η Απογευματινή- και γι' αυτό τους βόλευε να μπει το όνομά μου στη δικογραφία. Κρύβουν την ιστορία αυτή κάτω από το χαλί, τραβούν εμένα για διαμεσολάβηση, το θέμα παίρνει μεγάλες διαστάσεις, κάνω έναν χρόνο φυλακή στην Κέρκυρα και όταν πήγα στο Εφετείο, αθωώθηκα με πρόταση εισαγγελέα. Αυτό ήταν μια πολύ κακή εμπειρία για μένα, αλλά και ένα μεγάλο σχολείο. Τα είδα όλα. Έκανα ένα μεγάλο ξεσκαρτάρισμα στον κύκλο μου. Έχουν περάσει 17 χρόνια από τότε. Όσοι με γνωρίζουν, ξέρουν ποιος είμαι και με στήριξαν και τότε, ενώ άλλοι έλεγαν τα δικά τους. Όσους με υποστήριξαν τους αγαπώ και τους έχω δίπλα μου, αυτοί που λένε τα δικά τους, δεν με αφορούν και τους γράφω εκεί που πρέπει. Τα παιδιά μου γνωρίζουν τι έχει γίνει και ξέρουν ποιος είναι ο μπαμπάς τους. Τον Μπίλια τον ξέρουν πολλοί, τον Στηβ λίγοι και αυτό είναι επιλογή μου.

Πως αισθάνεται ένας άνθρωπος που περνάει την πύλη της φυλακής, χωρίς να έχει κάνει τίποτα;
Πολύ μαλάκας. Σκέφτεσαι, «Γιατί το κάνω αυτό στην οικογένειά μου;». Πήγα να εξυπηρετήσω δυο ηλίθιους και έφερα τους δικούς μου σε αυτήν την κατάσταση.

Όταν αθωώθηκες, πώς ένιωσες;
Θα σου πω κάτι, δεν έχω κλάψει ποτέ στη ζωή μου, δεν μου βγαίνει το κλάμα. Όταν άκουσα τον εισαγγελέα να προτείνει «αθώος», ξέσπασα. Ήταν κλάμα δικαίωσης. Πήγα φυλακή όταν η κόρη μου ήταν τριών μηνών.

Ποιο ήταν το πρώτο πράγμα που έκανες, όταν βγήκες;
Θες να σου πω τώρα; Ούτε σπίτι δεν πρόλαβα να πάω.

Περισσότερα από το VICE

Αγριογούρουνα Ψάχνουν για Τροφή στις Αυλές Σπιτιών της Θεσσαλονίκης

Γιατί Όλοι Αναρτούν Ασταμάτητα Ιστορίες στο Instagram;

Μπάλα, Casual Μόδα και Μπάχαλα: Η Κουλτούρα και το Ντύσιμο της Κερκίδας

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Περισσότερα από το VICE
Vice Channels