News

Οι «Φυλακισμένοι» του Μεγάλου Πάρκου στο Ίλιον

Τρεις εργαζόμενοι βιώνουν ολομόναχοι το πιο σκληρό πρόσωπο της ελληνικής γραφειοκρατίας και της βαθιάς οικονομικής ύφεσης.

Κείμενο Αντώνης Ντινιακός
03 Μάρτιος 2016, 8:44am

Φωτογραφίες: Ορέστης Σεφέρογλου

Η κεντρική είσοδος του πάρκου

Ένα κατάλευκο κόντρα πλακέ είναι στημένο πρόχειρα μπροστά από τη συρόμενη εξώπορτα της κεντρικής εισόδου. Για να διαβάσεις τις λιγοστές λέξεις πάνω του θα πρέπει να πλησιάσεις αρκετά κοντά. Έξι λέξεις είναι όλες κι όλες, γραμμένες με μπλε μαρκαδόρο: «Εννιά μήνες απλήρωτοι. Δεν αντέχουμε άλλο». Λίγα μέτρα παραπέρα, νωχελικός, ένας άντρας κοντά στα 60, με γκριζωπά μαλλιά και ταλαιπωρημένο πρόσωπο, κάθεται σε μια μισοδιαλυμένη καρέκλα γραφείου. Φορά ένα φλούο κίτρινο γιλέκο και τρώει αργά, σχεδόν ευλαβικά, λίγα όσπρια μέσα σε ένα πλαστικό κεσεδάκι. «Καλώς τα παλικάρια...» μας καλημερίζει εγκάρδια, όπως μπαίνουμε στον χώρο. Ο Ιορδάνης Κιουρτζόγλου είναι ο ένας εκ των τριών συμβασιούχων που εργάζονται στις υπηρεσίες πρασίνου του Πάρκου Περιβαλλοντικής Ευαισθητοποίησης «Αντώνης Τρίτσης». Το συγκεκριμένο πάρκο έχει απασχολήσει στο παρελθόν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης λόγω της εικόνας εγκατάλειψης που παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια, παρότι αποτελεί ένα από τα τελευταία καταφύγια άγριας ζωής στην Αττική και είναι ο μεγαλύτερος οργανωμένος πνεύμονας πρασίνου στον αστικό ιστό της Αθήνας. Πίσω όμως από αυτή την αναμφισβήτητη πραγματικότητα εκτυλίσσεται ένα άλλο δράμα. Εκείνο των τριών εργαζομένων, οι οποίοι έπειτα από εννιά μήνες παραμένουν δέσμιοι στα γρανάζια της ελληνικής γραφειοκρατίας, αδυνατώντας να συνεχίσουν τη ζωή τους. Η φωνή τους, μήνα με τον μήνα, γίνεται ολοένα και πιο αδύναμη – σε περιβάλλον οικονομικής ύφεσης όπου τα εργασιακά κεκτημένα δεκαετιών καταστρατηγούνται σε κάθε πεδίο κι όπου εκατομμύρια εργαζόμενοι βάλλονται καθημερινά, ποιος θα κάτσει να ακούσει μόλις τρεις φωνές στην άκρη της πόλης;

Ο Ιορδάνης Κιουρτζόγλου εργάζεται τα τελευταία δέκα χρόνια στο Πάρκο Περιβαλλοντικής Ευαισθητοποίησης «Αντώνης Τρίτσης». Στα νιάτα του ήταν επαγγελματίας μίμος και έδινε παραστάσεις σε μικρές σκηνές της Αθήνας και της επαρχίας

«Κάτσε δυο λεπτά, τώρα σε λίγο θα έρθουν και οι υπόλοιποι. Κάνουν κάποιες εργασίες. Να φτιάξω καφεδάκι;» με ρωτά ο Ιορδάνης. Καθόμαστε στην πύλη και πιάνουμε την κουβέντα. «Αυτό το πάρκο θα μπορούσε να αποτελεί πρότυπο, αλλά το παράτησαν στην τύχη του. Όπως και εμάς. Τρεις άνθρωποι όλοι κι όλοι, κάνουμε ό,τι μπορούμε για να συντηρηθεί. Αλλά δεν φτάνουμε, αγόρι μου. Το πάρκο είναι τεράστιο, περίπου 1.200 στρέμματα. Ήμασταν τέσσερις μέχρι πριν από μερικούς μήνες αλλά χάσαμε τον έναν συνάδελφο. Έσκασε ο άνθρωπος, έφυγε με το παράπονο ότι κανείς δεν έκανε κάτι για την περίπτωσή μας. Τον έπνιξαν τα χρέη, οι υποχρεώσεις. Θυμάμαι τον Σεπτέμβριο, που είχαμε πάει στην Επιθεώρηση Εργασίας, έτρεμε, δεν μπορούσε να ανασάνει. Περίμενε πώς και πώς τα ένσημά του για να βγει στη σύνταξη. Δεν βγάλαμε όμως άκρη και τέσσερις μέρες μετά τον χτύπησε το εγκεφαλικό. Έφυγε με τον καημό». Ζητώ από τον Ιορδάνη να μου πει το όνομά του. «Ράμο Βλάσση τον έλεγαν, αλλά τι σημασία έχει; Είναι ανώνυμα αυτά τα θύματα...» απαντά γεμάτος θλίψη.

Ο Ιορδάνης Κιουρτζόγλου κάνει διάλειμμα για μεσημεριανό – το φαγητό είναι προσφορά του γειτονικού ΚΑΠΗ.

«Εσύ πώς τα βγάζεις πέρα;» ρωτώ, ενώ ολοκληρώνει το γεύμα του. «Δεν έχω εισοδήματα και σκέψου πως έχω ένα άνεργο παιδί 30 ετών. Έχει φάει τον κόσμο να βρει δουλειά, αλλά τίποτα. Τα μεσημέρια ευτυχώς έρχονται από τα ΚΑΠΗ και μου δίνουν καμιά μερίδα φαΐ. Ειδάλλως κατεβαίνω στην Κοινωνική Κουζίνα του Κώστα Πολυχρονόπουλου και τρώω εκεί. Κατεβαίνω όχι μόνο για να φάω, αλλά για να βοηθήσω κιόλας, εθελοντικά. Υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω σε χειρότερη κατάσταση από μένα. Δεν πρέπει να βλέπουμε μονάχα τα δικά μας προβλήματα...» μου λέει. Τον ρωτώ πώς μετακινείται στην πόλη. «Παίρνω το λεωφορείο, αλλά μη με ρωτήσεις για εισιτήρια και τέτοια. Δεν υπάρχουν αυτά για μένα – δεν βγάζω τίποτα, ας με πιάσουν. Αν με γυρίσεις ανάποδα δεν θα πέσει δίφραγκο. Τι να κάνω; Να μην έρθω στη δουλειά; Ή να μη φάω; Έντεκα χρόνια δουλεύω σε αυτό το πάρκο, η ζωή μου είναι εδώ μέσα».

Ο Λάμπρος Βενέτης είναι 60 ετών και ο παλαιότερος εκ των τριών εργαζομένων του Πάρκου Τρίτση. Έχει να πληρωθεί από τον Μάιο του 2015 και φιλοξενείται από τον αδερφό του.

Από μακριά μας πλησιάζουν δυο θολές φιγούρες. «Να, έρχονται και οι συνάδελφοι, ο Κώστας και ο Λάμπρος...» μου λέει ο Ιορδάνης. Βαδίζουν ο ένας δίπλα στον άλλον και συζητούν χαμηλόφωνα. Τους χωρίζουν περίπου 20 χρόνια, αλλά τους συνδέουν αρκετά κοινά προβλήματα. Ο Λάμπρος Βενέτης είναι ένας εξηντάρης με μουστάκι και νευρώδες βήμα, ο Κώστας Μπαλαφούτας είναι κοντά στα 40. Μεγάλωσε στους Αγίους Αναργύρους και δουλεύει στο πάρκο 10 χρόνια. Ζει με τους γονείς του και επιβιώνει χάρη στη σύνταξη του πατέρα του. «Αλλά τι να σου κάνουν 800 ευρώ όταν 400 είναι μόνο το ενοίκιο του σπιτιού μας;» μου λέει, ενώ προσφέρεται να με ξεναγήσει στον χώρο. «Έπρεπε να το δεις στην καλή του εποχή αυτό το μέρος. Εδώ μέσα μπορούσες να κάνεις θεραπευτική ιππασία, να γυμναστείς, να φέρεις τα παιδιά σου στην παιδική χαρά, να κάνεις ποδηλασία γύρω από τις τεχνητές λίμνες, μέσα σε μικρά δάση και καλλιέργειες, να δεις σπάνια είδη πουλιών, μιλάμε για ένα περιβάλλον πλούσιας βιοποικιλότητας. Σιγά-σιγά ρήμαξαν όλα. Ούτε φύλαξη υπάρχει πια ούτε τίποτα. Καθημερινά βρίσκουμε καταστροφές, βανδαλισμούς. Έχουν πετάξει μέχρι και κάδο σκουπιδιών μέσα στη λίμνη. Είναι κρίμα. Στο συγκεκριμένο οικοσύστημα ζουν 177 είδη πουλιών, αλλά και αμφίβια, ερπετά, μικρά θηλαστικά». Ρωτώ τον Κώστα πώς τα φέρνει βόλτα στην καθημερινότητά του. «Έχω μειώσει τα πάντα. Είμαι στα 40 και μένω στο πατρικό, πώς να νιώθω; Έχω να πληρωθώ από τον Μάιο του 2015, ενώ δύο χρόνια δεν έχουν καταβάλει τις εισφορές μας. Δύο χρόνια ανασφάλιστος, κάνω τον σταυρό μου μη μου τύχει τίποτα. Όσο για το να κάνω οικογένεια, ούτε λόγος. Δεν το σκέφτομαι καν έτσι όπως είναι τα πράγματα. Πού να βάλω τέτοιες ευθύνες στο κεφάλι μου; Εμείς νιώθουμε φυλακισμένοι τους τελευταίους εννιά μήνες».

Ο Κώστας Μπαλαφούτας, 40 ετών, εργάζεται στο πάρκο τα τελευταία 10 χρόνια. Έχει να πληρωθεί εννιά μήνες και είναι ανασφάλιστος από το 2014.

Πλησιάζουμε προς τη λίμνη. «Εδώ κάποτε υπήρχε σύστημα ανακύκλωσης νερού – δωρεά του ιδρύματος Λάτση. Κόστισε περίπου 800.000 ευρώ και άλλες 150.000 είχε βάλει το κράτος. Καταστράφηκε τελικά με τις μεγάλες βροχές του χειμώνα, γιατί μας είχαν κόψει το ρεύμα και πλημμύρισαν τα αντλιοστάσια. Τόσα λεφτά πεταμένα. Κάποτε να φανταστείς πότιζαν και γέμιζαν τις λίμνες με νερό από την ΕΥΔΑΠ, αποτέλεσμα; Να έρχονται υπέρογκοι λογαριασμοί και να διογκώνονται τα χρέη. Ενώ θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν τις γεωτρήσεις τόσο για την αναπλήρωση του νερού των λιμνών όσο και την άρδευση. Στο παρελθόν, η ΕΥΔΑΠ μας έχει κόψει το νερό για δυο χρόνια, ενώ και η ΔΕΗ έχει κάνει αρκετές διακοπές ρεύματος λόγω των χρεών διάφορων επιχειρηματιών και μικροπωλητών που δρούσαν εντός του πάρκου. Μην το ψάχνεις. Η ιστορία εδώ μέσα είναι μια ιστορία κακών χειρισμών και λαθών επί λαθών. Ο καθένας έκανε ό,τι του κατέβαινε στο κεφάλι». Καθόμαστε σε ένα παγκάκι. «Έχει ασχοληθεί ποτέ κανείς με το γεγονός ότι είστε εννιά μήνες απλήρωτοι;» ρωτώ τον Κώστα. «Μόνο το ΚΚΕ έκανε μια ερώτηση στη Βουλή και επίσης, αν θυμάμαι καλά, έχει κάνει άλλη μία η Χαρά Καφαντάρη, η οποία είναι βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ. Το ΚΚΕ γενικά στηρίζει το πάρκο, κυρίως μέσω του φεστιβάλ της ΚΝΕ. Από άλλους, ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Είμαστε κι εμείς μόλις τρία άτομα, δεν έχουμε δύναμη, πού να πάμε; Κάνουμε υπομονή και προσπαθούμε όπως μπορούμε να είμαστε αλληλέγγυοι ο ένας με τον άλλον. Πάω, για παράδειγμα, κάποια πρωινά και παίρνω τον Λάμπρο με το αυτοκίνητο για να τον φέρω στο πάρκο να δουλέψει. Αλλιώς έρχεται με τα πόδια, μεγάλος άνθρωπος να περπατάει τόσες ώρες. Είναι ντροπή».

Ο Λάμπρος Βενέτης είναι ο αρχαιότερος των τριών εργαζομένων στο Πάρκο Τρίτση. Συγκατοικεί με τον αδερφό του σε ένα μικρό σπίτι και ζουν αμφότεροι από μια σύνταξη. «Μου δανείζει λίγα χρήματα ο αδερφός μου και τα βγάζω πέρα όπως μπορώ», μου εξηγεί. «Δυστυχώς, το Πάρκο Τρίτση δεν το πήραν ποτέ υπό τη διοίκησή τους άνθρωποι που να πονάνε τον χώρο, να αγαπάνε τη φύση και την οικολογία. Το πάρκο μπορεί και πρέπει να λειτουργεί χωρίς να χάσει τον δημόσιο χαρακτήρα του. Με ήπιες παρεμβάσεις και δράσεις θα μπορούσε να ξαναγίνει αυτό που ήταν. Το ετήσιο λειτουργικό κόστος του, αν υποθέσουμε πως λειτουργεί όπως πρέπει –έχοντας και φύλαξη από εταιρεία security–, δεν ξεπερνά τις 400.000 ευρώ. Μόνο τα συμφωνημένα μισθώματα που έχει, όταν αυτά πληρώνονται, αντιστοιχούν σε 250.000 με 280.000 ευρώ. Σήμερα, βέβαια, το πάρκο έχει αρκετά οφειλές – στην ΕΥΔΑΠ μόνο χρωστάει κοντά στις 11.000 ευρώ και γύρω στις 50.000 στη ΔΕΗ».

Τα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί 177 διαφορετικά είδη πουλιών, πολλά εξ αυτών εξόχως ασυνήθιστα για τον αστικό ιστό της Αθήνας.

Πώς, όμως, φτάσαμε στη σημερινή κατάσταση ερήμωσης και εγκατάλειψης του μεγαλύτερου πνεύμονα πρασίνου στον αστικό ιστό της Αθήνας και γιατί αυτοί οι τρεις άνθρωποι είναι απλήρωτοι για εννέα ολόκληρους μήνες; Επισκέπτομαι τον τέως πρόεδρο και σήμερα ειδικό συνεργάτη του Αναπτυξιακού Συνδέσμου Δυτικής Αθήνας (ΑΣΔΑ), Ανδρέα Μποζίκα, στο γραφείο του. Όπως μου λέει: «Από τη δημιουργία του περιβαλλοντικού πάρκου έχουν πραγματοποιηθεί δεκάδες διοικητικά πειράματα για τη διαχείρισή του, χωρίς κανένα από αυτά να στεφθεί με επιτυχία. Γιατί; Διότι το πάρκο ουδέποτε είχε αυτοτελείς πόρους. Κοινώς, δεν είχε προγραμματισμένη τακτική χρηματοδότηση για τα λειτουργικά του έξοδα».

Η πραγματικότητα όπως είναι, μέσα από το Newsletter του VICE Greece

«Πού στηριζόταν οικονομικά τόσα χρόνια και πώς πληρωνόταν το προσωπικό;» ρωτώ. «Πέρα από κάποιες παρεμβάσεις που έκαναν οι όμοροι δήμοι και ο ΑΣΔΑ, ελλείψει τακτικής χρηματοδότησης δημιουργήθηκαν και κάποιες ιδιωτικές δραστηριότητες εντός του χώρου, όπως καφετέριες και δράσεις αναψυχής. Από αυτά τα μισθώματα πληρωνόταν το προσωπικό και διάφορα λειτουργικά έξοδα. Βέβαια, όταν δεν πλήρωνε το συμφωνηθέν μίσθωμα κάποιος από τους επιχειρηματίες, τότε υπήρχαν προβλήματα πληρωμών. Για να δούμε όλη την εικόνα πρέπει να πάμε πίσω στο 2011. Τότε, η υπουργός περιβάλλοντος Τίνα Μπιρμπίλη έδειξε πραγματικό ενδιαφέρον για τον συγκεκριμένο χώρο και έστειλε εδώ δυο αξιόλογους ανθρώπους με όραμα και πολλή όρεξη για το πάρκο. Την καθηγήτρια πανεπιστημίου Αρχιτεκτονικής Τοπίου Τζούλια Τζώρτζη και τον αρχιτέκτονα-πολεοδόμο Γιώργο Πρωτόπαπα. Οι δυο τους εκπόνησαν ένα σχέδιο με πολλές πρωτοβουλίες και δράσεις – είχαν αναπτυξιακές ιδέες. Στη συνέχεια, την Τίνα Μπιρμπίλη στο υπουργείο Περιβάλλοντος διαδέχθηκε ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου και έδωσε τη διαχείριση του πάρκου στον "Μητροπολιτικό Φορέα Ανάπλασης και Διαχείρισης Προστατευομένων Περιοχών Αττικής", έναν οργανισμό ο οποίος σήμερα είναι ανενεργός αφού από τον Μάιο του 2015 ζητήθηκαν από τη σημερινή πολιτική ηγεσία του υπουργείου οι παραιτήσεις των μελών του Δ.Σ. Στο μεταξύ, εμείς ξεκινήσαμε στο παρελθόν τη συζήτηση να περάσει το "Τρίτση" στην τοπική αυτοδιοίκηση και συγκεκριμένα στον ΑΣΔΑ, που μέλη του είναι και οι δύο δήμοι που περιβάλλουν το πάρκο, ενώ ο ΑΣΔΑ αποτελεί και όργανο του πρώτου βαθμού της τοπικής αυτοδιοίκησης. Κάναμε επαφές με τον μετέπειτα υπουργό Περιβάλλοντος Γιάννη Μανιάτη, επί κυβέρνησης Σαμαρά, και μας έδωσε υποσχέσεις πως θα υπάρξει χρηματοδότηση, ονομαστικά, από τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους (ΚΑΠ), σε συνεργασία με τον τότε υπουργό Εσωτερικών Αργύρη Ντινόπουλο. Βγήκε το ΦΕΚ και παρατηρήσαμε ότι δεν έγραφε αυτά που είχαμε συμφωνήσει. Συγκεκριμένα, οι εργαζόμενοι παρέμεναν στον Μητροπολιτικό Φορέα Ανάπλασης και Διαχείρισης Προστατευομένων Περιοχών Αττικής, ένα όργανο άφαντο, που δεν έχει ούτε καν γραφεία, ενώ δεν προβλεπόταν και κανένα ποσό για τα λειτουργικά έξοδα» μου λέει και συνεχίζει.

Οι υποδομές του πάρκου παρουσιάζουν εικόνα εγκατάλειψης. Το νερό των λιμνών δεν ανακυκλώνεται, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος για την υγεία των επισκεπτών.


«Μετά τις εκλογές, όταν ανέβηκε στην εξουσία ο ΣΥΡΙΖΑ, συνεχίσαμε τις επαφές για την υλοποίηση της μεταφοράς της αρμοδιότητας λειτουργίας του πάρκου από τον Μητροπολιτικό Φορέα Ανάπλασης και Διαχείρισης Προστατευομένων Περιοχών Αττικής στον Αναπτυξιακό Σύνδεσμο Δυτικής Αθήνας. Κάναμε νέες επαφές με τον αναπληρωτή υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Γιάννη Τσιρώνη και τους αρμόδιους συνεργάτες του, επαφές οι οποίες έως και σήμερα δεν έχουν οδηγήσει πουθενά. Πρόκειται για μια ιστορία γραφειοκρατικής τρέλας, με θύματα τόσο το πάρκο όσο και τους τρεις αυτούς ανθρώπους, οι οποίοι είναι στην κυριολεξία δέσμιοι. Για να καταλάβεις την παράνοια, αν και δουλεύουν για το πάρκο, δεν ανήκουν στον ΑΣΔΑ, οπότε δεν μπορούμε να τους πληρώσουμε. Και έως τώρα δεν φαίνεται να υπάρχει διάθεση από το υπουργείο να δοθεί μια λύση στο πρόβλημά τους». Τον ρωτώ για το ζήτημα που προέκυψε αυτές τις ημέρες σχετικά με τον χώρο φιλοξενίας των προσφύγων στο πάρκινγκ των αθλητικών εγκαταστάσεων, το οποίο είναι εντός των ορίων του πάρκου. «Δεν προχώρησε τελικά αυτό, ακυρώθηκε για "τεχνικούς λόγους"», απαντά με νόημα.


Βγαίνοντας από την πύλη του πάρκου, το λευκό πλακάτ έχει πέσει κάτω από τον δυνατό αέρα. Μια επισκέπτρια το σηκώνει και το τοποθετεί προσεκτικά στη θέση του. «Αυτή η γυναίκα ξέρεις από που έρχεται;» μου λέει πλησιάζοντας ο Ιορδάνης. «Από την Ηλιούπολη. Ξέρεις γιατί; Διότι αυτό το μέρος δεν είναι καταφύγιο μόνο για τα πουλιά, κυρίως είναι για τους ανθρώπους».


Περισσότερα από το VICE

Σε Αυτό το Ξενοδοχείο της Ομόνοιας Βιώνεις την Εμπειρία της Προσφυγιάς

Τρώγοντας με Ένα Ευρώ στο Κέντρο της Αθήνας θα Παχύνεις Περισσότερο από όσο Νομίζεις

Ιστορίες από τα «Χρυσά» Χρόνια της Ολυμπιακής Αεροπορίας

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.