Ο Μιχάλης Σαράντης Έχει Φάει Περισσότερο Ξύλο απ’ όσο Έχει Ρίξει
Συνέντευξη

Ο Μιχάλης Σαράντης Έχει Φάει Περισσότερο Ξύλο απ’ όσο Έχει Ρίξει

Ένας από τους πιο ταλαντούχους Έλληνες ηθοποιούς, διηγείται στο VICE τα παιδικά του χρόνια την αγάπη του για το θέατρο και την ΑΕΚ και εξηγεί πώς αναζητεί το νόημα της ζωής.
01 Δεκέμβριος 2017, 6:15am

Γεννήθηκα το 1985 και μεγάλωσα στην Ομόνοια. Αργότερα μετακομίσαμε στον Κεραμεικό. Ήταν και είναι ονειρικές γειτονιές. Ακόμη θυμάμαι τα χρώματα, τις μυρωδιές και τις φωνές τα πρωινά. Τότε το κέντρο έσφυζε από ζωή, όλα μου φαίνονταν απλά και αθώα, ίσως επειδή ήμουν ακόμα παιδί. Ο δρόμος που μεγάλωσα έχει μείνει στο μυαλό μου όπως την έζησα μικρός και μάλλον γι' αυτό αποφεύγω να περνώ από εκεί τώρα. Ως παιδί ήμουν πολύ ζωηρός και δραστήριος. Συνέχεια έξω, στη γύρα και στον δρόμο, ψευτοαλητείες. Βόλτες με ποδήλατα, μπάλα, εξερευνήσεις σε εγκαταλελειμμένα σπίτια. Διάολος. Όταν αργούσα, πρώτα η γιαγιά και μετά, σαν τελευταία προειδοποίηση, η μάνα μου έβγαιναν έξω και φώναζαν δυνατά: «Μιχάλη, πάνω γρήγορα».

Διαβάστε ακόμη: Ο Ηθοποιός που Υποδύθηκε τον Σάββα Ξηρό Δεν Πιστεύει στη Βία

Είχα ζεστή επαφή με τους γονείς μου. Με την μητέρα μου υπήρχε μία ένταση μεγαλύτερη, προφανώς επειδή ήμασταν ερωτευμένοι ο ένας με τον άλλον, αυτός ο έρωτας που δεν εκφράζεται ποτέ. Ο πατέρας μου, ένας πραγματικά σπουδαίος τύπος, παράτησε την ιατρική στο έκτο έτος -τον έφαγαν οι κακές παρέες έλεγε η γιαγιά μου- και ακολούθησε τα βήματα του πατέρα του, που ήταν ράφτης. Η οικογένεια του ασχολούνταν με τα υφάσματα και τα εσώρουχα -ήταν όλοι τους ράφτες και έμποροι- και έτσι μπήκε στη δουλειά. Ύστερα τσακώθηκαν τα αδέλφια και έφυγε ο πατέρας μου χωρίς φράγκο. Το επόμενο βήμα στη δουλειά το έκαναν μαζί με τη μητέρα μου, όταν με ζόρια άνοιξαν ένα εργοστάσιο παραγωγής υφασμάτων στο Μοσχάτο, που μας έθρεψε για πολλά χρόνια. Και οι δυο τους ήταν δουλευταράδες, την εποχή που όσο δούλευες, τόσο έβγαζες. Δεν είχαμε τρελά φράγκα, ουδέποτε κάναμε τους αστούς, όμως περνούσαμε καλά και σχετικά ήρεμα. Αργότερα έπιασε κι εμάς η κρίση, πολύ νωρίτερα από την κρίση που ζούμε τώρα.

Το σχολείο όπου πήγαινα ήταν ένα καλό ιδιωτικό σχολείο και έχω ωραίες αναμνήσεις, παρότι έκανε τη ζωή μου κάπως αλλόκοτη. Έπρεπε να αναπτύξω εναν χαμαιλεοντισμό. Το πρωί πήγαινα σε ένα καθωσπρέπει περιβάλλον και το βράδυ μεγάλωνα στις γειτονιές του Μεταξουργείου και του Κεραμεικού. Ήθελα να ζω έντονα και τις δύο φάσεις: και το σχολείο και τη ζόρικη γειτονιά με τις οριακές καταστάσεις, τις φέρμες και το ξύλο της. Και τα δύο με έμαθαν να ελίσσομαι, για να είμαι μέρος του παιχνιδιού και να επιβιώνω.

Για πολλά χρόνια πίστευα ότι δεν θα πεθάνω ποτέ.

Ως μαθητής ήμουν καλός και ανοργάνωτος. Σκέψου ένα ακατάστατο δωμάτιο, όπου είναι όλα μαζί τα ρούχα, οι κάλτσες, τα παπούτσια, τα βιβλία και κάπου ανάμεσα σε αυτά υπάρχει και ένα Sega Mega Drive. Όλα είναι χάος, αλλά εσύ ξέρεις πού βρίσκεται το κάθε τι επακριβώς. Έτσι ήταν το δωμάτιό μου, έτσι κι εγώ ως μαθητής, έτσι και το μυαλό μου. Δεν είχα μέθοδο, ούτε διάβαζα επειδή με παλούκωναν οι γονείς μου στην καρέκλα. Τα πήγαινα αρκετά καλά όμως.

Στην εφηβεία ήρθε το πρώτο χαστούκι, όταν έχασα τον Ηλία, τον κολλητό μου. Σταμάτησε να έρχεται στο σχολείο για καιρό. Την τελευταία φορά που τον είδα, μου είπε με πολλή αγάπη: «Είδες Μιχάλη; Τελικά, εσύ ψήλωσες». Ήμασταν οι δύο κοντοί της ταξης, πράγμα που σχολιάζαμε κατά καιρούς. Εγώ στο μεταξύ είχα πάρει δέκα ποντους. Ήταν άρρωστος, έκανε χημειοθεραπείες, έλιωνε, όμως η χαρά του ήταν μεγάλη όταν βρεθήκαμε - θυμάμαι τα μάτια του ακόμα. Τα λόγια του με στοίχειωσαν, ένιωσα ότι ο πιο κοντινος μου άνθρωπος δεν τα κατάφερε, την ώρα που εγώ προχωρούσα. Ενοχές για πάντα. Η απώλειά του με έβγαλε εκτός. Οι κατάθλες και η μελαγχολία μετατόπισαν την προσοχή μου από το σχολείο και αισθάνθηκα ότι το νόημα -αν υπάρχει- είναι κάπου άλλου.

Το θέατρο μπήκε αργότερα στη ζωή μου. Στο σχολείο συμμετείχα σε παραστάσεις, αλλά δεν ήμουν το παιδί που έλεγε «θέλω να γίνω ηθοποιός» και μασκαρευόταν, κάνοντας τους άλλους να γελούν. Έδωσα Πανελλαδικές και πέρασα στη σχολή της Φυτικής Παραγωγής Καλαμάτας. Κατέβηκα με τον πατέρα μου για να γραφτώ. Θυμάμαι ακόμα έναν λίγο ταραγμένο τύπο να μου λέει με σοβαρό ύφος: «Εδώ θα βλέπεις την πατάτα στο μικροσκόπιο και θα νομίζεις ότι θα είσαι στο διάστημα». Περίεργη φάση. Γυρνώντας στη Αθήνα, είπα στον πατέρα μου: «Μάλλον θέλω να ασχοληθώ με το θέατρο, αλλά δεν είμα σίγουρος». Ο πατέρας μου, μου είπε: «Πάρε όσο χρόνο θες και εγώ είμαι δίπλα σου». Λίγα χρόνια μετά, θα μου έλεγε: «Ήμουν σίγουρος πως μία μέρα θα ασχολούσουν με κάποια τέχνη στη ζωή σου». Τα επόμενα δύο χρόνια δεν έκανα τίποτα, έδωσα για δεύτερη φορά Πανελλαδικές, απλώς για να πω ότι κάνω κάτι. Έκοψα από τις παρέες στο σχολείο και τη γειτονιά -έχοντας ανάγκη μάλλον μια επανεκκίνηση- και ξεκίνησα να συναναστρέφομαι με δύο ζωγράφους, δύο φίλους που έχω ακόμα και τώρα. Έτσι, μέσα από ζωγραφιές μουσικές και ξενύχτια, με ατελείωτο κουβεντολόι, κατέληξα στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης.

Το βραβείο «Δημήτρης Χορν» ήρθε σε μία δύσκολη φάση της ζωής μου -όταν η μητέρα μου ήταν άρρωστη- και μου έδωσε την ανάσα που χρειαζόμουν.

Το θέατρο δεν με έσωσε από κάποιον κακό εαυτό μου - έτσι τουλάχιστον αισθάνομαι. Έχω κρεμαστεί πολλές φορές από γυναίκες, από ανθρώπους και από τη δουλειά μου. Όμως η λύση δεν είναι στα πράγματα, ούτε στο να κρεμαστείς από αυτά. Τότε δημιουργείται μία εξάρτηση που δεν σε αφήνει να τα απολαύσεις και να δεις καθαρά. Έχω υπάρξει εξαρτητικός με το θέατρο, έχουν υπάρξει φορές που θέλω να παίξω για να μη σκέφτομαι τίποτα. Το θέατρο, όμως, όπως οι άλλες ασχολίες μας και οι σχέσεις μας, δεν είναι αποκούμπι. Από τη γέννησή μας, θηλάζουμε, δημιουργείται μία σχέση εξάρτησης παντοτινής. Είναι φυσικό να αναζητούμε στηρίγματα στους ανθρώπους και τα πράγματα που μας περιβάλλουν, όμως χρειάζεται να ταΐζουμε την ψυχή μας, να θηλάσουμε τον εαυτό μας εμείς οι ίδιοι, να τοποθετηθούμε στον χώρο και να κεντράρουμε στο εαυτό μας, αλλιώς δεν υπάρχει καμία αυτάρκεια και καμία εγκράτεια.

Η πρώτη παράσταση στην οποία έπαιξα ήταν το Όνειρο Θερινής Νυκτός του William Shakespeare, που ανέβασε ο Νίκος Μαστοράκης στη Μικρή Επίδαυρο. Τότε ήμουν στο πρώτο έτος της σχολής και ο ρόλος του Λύσανδρου που ανέλαβα δεν ήταν το ευκολότερο έργο για έναν πρωτοετή φοιτητή. Ο Νίκος διέκρινε το θάρρος και το θράσος μου και μου είπε «όρμα». Η αθωότητα και η άγνοια κινδύνου που είχα σε εκείνη την παράσταση με ξεμπλόκαραν και με έκαναν να αντιμετωπίσω σύνδρομα που συνήθως πιάνουν τους νέους ηθοποιούς. Μετά από αυτήν την παράσταση, ήρθε η Γκόλφω, τα Κύματα, οι Όρνιθες, το Δεκαήμερο, ο Ιππόλυτος, η Μήδεια, η συνάντηση μου με τον Μοσχόπουλο, τον Παπαβασιλείου, την Κονιόρδου.

Είμαι ΑΕΚ. Ήθελα να γίνω ποδοσφαιριστής όταν ήμουν μικρός. Έπαιζα μπάλα, πιο πολύ επίθεση, γιατί ήμουν γρήγορος.

Για πολλά χρόνια πίστευα ότι δεν θα πεθάνω ποτέ. Αισθανόμουν έντονα ότι η φθορά και ο θάνατος δεν αφορούν εμένα, το σώμα μου, το μυαλό μου, την οξύτητά μου, τα αντανακλαστικά μου. Ένιωθα ότι αυτά συμβαίνουν στον υπόλοιπο κόσμο, όχι σε εμένα. Έχασα αγαπημένους μου ανθρώπους και είδα προσφιλή μου πρόσωπα να αρρωσταίνουν. Όμως πίστευα ότι εγώ δεν θα πεθάνω ποτέ. Ωστόσο, μέσα από πολλά χρόνια ταραχής και θλίψης -που δεν φαίνονταν απαραίτητα σε πρώτο επίπεδο-, έφτασα στο να κάνω απόπειρα αυτοκτονίας όταν ήμουν 25. Μάλλον επειδή ήθελα να το προκαλέσω εγώ στον εαυτό μου πριν οτιδήποτε άλλο. Δεν μπορούσα να διαχειριστώ τίποτα και ήρθε η στιγμή που έσκασα σαν χύτρα. Έκτοτε κατάλαβα ότι είναι μάταιο να προσπαθώ να πηγαίνω προς τα κάτω. Αποδέχτηκα -ακόμη προσπαθώ να αποδεχτώ- ότι η φθορά και ο θάνατος είναι αναπόφευκτα, τόσο για μένα, όσο και για τους ανθρώπους που αγαπώ. Το σκέφτομαι και με στεναχωρεί βαθιά, όμως ταυτόχρονα με διαολίζει και με κινητοποιεί σε μουρλή φάση, για να κάνω πράγματα τώρα που μπορώ, τώρα που τα μάτια και τα πόδια μου αντέχουν. Σκέφτομαι περισσότερο τι μπορώ να κάνω τώρα και όχι την ακμή της πορείας και της ζωής μου. Η ζωή δεν είναι διάγραμμα, μπορεί να σε πετάξει εκτός σε μια στιγμή, να γράψει κάτι λάθος. Γι’ αυτό προσπαθώ να νιώθω όσο ζωντανός είμαι, γνωρίζοντας -με μία ελαφρότητα- ότι όλο αυτό μία μέρα θα τελειώσει. Μου αρέσει η ζωή πολύ.


[VICE Video] Οι Συνεντεύξεις Εκνευρίζουν τον Άρη Σερβετάλη

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Το βραβείο «Δημήτρης Χορν» ήταν μία σημαντική στιγμή, διότι έδωσε χαρά σε μένα και στους ανθρώπους μου. Ήρθε σε μία δύσκολη φάση της ζωής μου -όταν η μητέρα μου ήταν άρρωστη- και μου έδωσε τη μικρή ανάσα που χρειαζόμουν. Ακόμη δεν ξέρω πώς με άλλαξε η απώλειά της. Αυτό που ξέρω είναι ότι το πένθος είναι ένα προσωπικό ταξίδι. Ο καθένας το περνά μόνος τους. Είναι μία απροσδιόριστη πίστα, χωρίς όρια. Στον Νεκρό του Bataille, η Μαρία χάνει τον εραστή της και περνάει μία νύχτα κολασμένη, φτάνοντας σε οριακές καταστάσεις. Αν και φαίνονται ακραίες, οι καταστάσεις αυτές είναι απόλυτα φυσιολογικές, γιατί βρισκομαστε στη σφαίρα του πένθους. Είναι όλα τόσο προσωπικά, τόσο ιδιωτικά στο πένθος, που μόνο σιωπηλός μπορώ να μείνω σε σχέση με αυτό. Δεν μπορώ να αποδεχτώ πάντως ότι τα πιο φυσιολογικά πράγματα του κόσμου γίνονται μεμιάς μνήμη με το που έρθει το τέλος.

Δεν ψωνίστηκα ποτέ. Δεν αισθάνθηκα ότι ξεκίνησα σαν ένας καλός ηθοποιός, δεν ένιωσα ποτέ ότι ήμουν ένα πολύ ταλαντούχο παιδί. Μέχρι σήμερα δεν έχω ιδέα τι κάνει κάποιον, μεγάλο ηθοποιό. Σίγουρα κάτι έχω, όμως αυτό που μετράει είναι η δουλειά, οι θυσίες και η προσπάθεια, να είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου και το κοινό όταν να ανεβαίνεις εκεί πάνω. Παρόλα αυτά, ξέρω ότι ο ναρκισσισμός είναι σε μία γωνία κρυμμένος και με περιμένει, σαν διαβολάκος.

Έχω βαρεθεί να με ρωτούν στις συνεντεύξεις μου γιατί δεν έχω Facebook. Εδώ ο κόσμος καίγεται και εμείς ασχολούμαστε με το Facebook.

Ελαττώματα δεν έχω - πλάκα κάνω. Είμαι εύθικτος, είμαι ανυπόμονος, θέλω να γίνεται το δικό μου. Διστάζω να συνδεθώ πραγματικά με τους ανθρώπους, φοβάμαι το αρνητικό potential που όλοι έχουμε στο να γίνουμε πολύ κακοί απέναντι στους άλλους. Η απόσταση από ανθρώπους και από πράγματα -το να μετατρέπεσαι σε κλειστό κύκλωμα- είναι λάθος και μάταιο. Το παλεύω πολύ. Ωστόσο, υπάρχουν άνθρωποι που τους αγαπώ βαθιά, που δεν τους φοβάμαι, που δίπλα τους νιώθω ζεστά και τρυφερά και το ξέρουν. Επίσης, καλό είναι να μη νιώθουμε ότι είμαστε ήρωες για όσα μας συνέβησαν. Όλοι έχουμε φάει «ξύλο» στη ζωή. Δεν νιώθω αδικημένος από την πορεία των πραγμάτων. Θα μπορούσαν να έρθουν καλύτερα, θα μπορούσαν να έρθουν χειρότερα. Αλλα αυτό δεν είναι ελάττωμα, είναι μάλλον προτέρημα.

Περνάω χρόνο μόνος μου. Με βοηθάει να καταλάβω ποιος είμαι και τι μου συμβαίνει. Θα φάω μόνος μου, θα τα πιω μόνος μου. Παλαιότερα φοβόμουν να το κάνω, ένιωθα ότι χρειάζομαι κάποιον άλλον για να οριοθετηθώ. Υπήρχα μέσα από τον άλλον, ήταν ένας ατελειώτος ετεροπροσδιορισμός. Πλέον είμαι καλά με την πάρτη μου -σίγουρα πολύ καλύτερα από παλιότερα- και νομίζω ότι αυτό με κάνει να είμαι ειλικρινής και με τους άλλους.

Πέφτω με τα μούτρα στην Ιλιάδα και τον Αίαντα. Στον Παπαγιώργη. Έχω από κοντά τα Πρωτόκολλα Ονείρων του Βέλτσου και παλεύω με το Σύσσημον του ποιητή και αγαπημένου μου Νίκου Παναγιωτόπουλου. Αν πρότεινα σε κάποιον μία ταινία, θα ήταν απαράδεκτο αν δεν επέλεγα τον Νονό, τον Allonsanfan των Taviani, τον Γυμνό του Mike Leigh και το La grande belleza. Από σειρές, τώρα βλέπω Game of Thrones - έχω πάθει μεγάλο κακό. Από μουσική, ακούω τα πάντα, εξαρτάται σε τι φάση βρίσκομαι. Έχω ερεθίσματα από το σπίτι, έχω και μια τρασίλα που δεν αποποιούμαι. Στο σπίτι θα βάλω από Άκη Πάνου μέχρι Σαββόπουλο, Bach, Prodigy, Arvo Part, Λένα Πλάτωνος, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Ρασούλη, Λοΐζο, Κραουνάκη, Ξυδάκη, Nirvana, Autechre, γενικά πολλά ετερόκλητα πράγματα. Στον ελεύθερο χρόνο μου, παίρνω το αυτοκίνητο ή απλώς τα πόδια μου και κάνω βόλτες, με βάζουν σε πιο ενδοσκοπική φάση και είναι μια παλιά συνήθεια από μικρός που γύριζα από ‘δω και από ‘κει σαν βρωμόσκυλο.

Έχω φάει περισσότερο ξύλο απ’ όσο έχω ρίξει στη ζωή μου. Στην εφηβεία παίζαμε πολύ ξύλο, έτσι, χωρίς να υπάρχει λόγος. Κάτι έβραζε μέσα μας.

Είμαι ΑΕΚ. Εκτός από γιατρός -λόγω των σπουδών του πατέρα μου- και πολιτικός μηχανικός, ήθελα να γίνω ποδοσφαιριστής όταν ήμουν μικρός. Έπαιζα μπάλα, πιο πολύ επίθεση, γιατί ήμουν γρήγορος. Σήμερα δεν πηγαίνω γήπεδο, αν είχα λίγο χρόνο θα γούσταρα να πάω. Έχει πολλά κοινά με το θέατρο. Υπάρχουν κάποιοι που δρουν και κάποιοι που παρακολουθούν υπάρχει στόχος, αντίπαλος, κανόνες, ομαδικότητα. Φυσικά και έχεις αντίπαλο στο θέατρο. Τον εαυτό σου.

Έχω φάει περισσότερο ξύλο απ’ όσο έχω ρίξει στη ζωή μου. Στην εφηβεία παίζαμε πολύ ξύλο, έτσι, χωρίς να υπάρχει λόγος. Κάτι έβραζε μέσα μας και στις γειτονιές που μεγάλωσα υπήρχαν πολλοί έφηβοι που έβραζαν. Θυμάμαι μία ημέρα, πήγαμε για μπάλα στον Κολωνό. Χάσαμε και γυρνώντας πίσω ρίχναμε μερικές φάπες για πλάκα στον τερματοφύλακά μας, που έφαγε ένα αστείο γκολ στα τελευταία λεπτά. Μας την έπεσαν από το πουθενά κάτι τύποι, γιατί, άκουσον-άκουσον, βαράμε το παιδί -που ήταν δικός μας- και δεν καταλάβαιναμε από πού μας έρχονταν οι κλωτσιές.

Διαβάστε ακόμη: Ο Στηβ Ντούζος Διηγείται τη Ζωή του, από τον «Μπίλια» Μέχρι την Εντατική και τη Φυλακή

Ήμουν αρκετά αθλητικός τύπος από μικρός. Έτρεχα, έκανα ποδήλατα, έπαιζα μπάλα, σκαρφάλωνα, πήδαγα σε μάντρες και δέντρα. Αν δεν τα έκανα στη ζωή μου από πιτσιρικάς, δεν θα τα έκανα ούτε στο θέατρο. Όμως ο αθλητισμός σε βοηθάει στο θέατρο κυρίως σε επίπεδο αντίληψης. Σου διδάσκει την πειθαρχία, το πρόγραμμα, την συναίσθηση και τον σεβασμό προς τον συνάδελφό σου. Η κίνηση του σώματος είναι κάτι που κατέχω και με συγκινούσε πάντα, αλλά πλέον γοητεύομαι περισσότερο από την ακινησία, την εσωτερική κίνηση, τη συσσώρευση της ενέργειας και όχι την εκτόνωσή της.

Έχω βαρεθεί να με ρωτούν στις συνεντεύξεις μου γιατί δεν έχω Facebook. Εδώ ο κόσμος καίγεται και εμείς ασχολούμαστε με το Facebook. Γίνεται της τρελής μέσα μας και γύρω μας και εμείς εκεί, μιλάμε για το Facebook. Έχω περάσει εθισμούς και γενικά είμαι εθιστικός τύπος. Το Facebook είναι ένας εθισμός. Ακόμη, είναι στενάχωρο που οι άνθρωποι δεν επικοινωνούν πραγματικά. Περισσότερες φορές σκεφτόμαστε τι δεν είπαμε, παρά τι είπαμε. Θα είχε πλάκα αν για μία φορά λέγαμε σε όλους τι πραγματικά σκεφτόμαστε. Θα άνοιγε μία νέα, επικίνδυνη, αλλά ωραία διάσταση. Όμως δεν αντέχουμε τόση απελευθέρωση.

Έχω πολλά μυστικά, αλλά είμαι και ειλικρινής με τον εαυτό μου. Παλαιότερα, υπήρχε μεγάλη διάσταση ανάμεσα στον Μιχάλη που ήταν μόνος του και στον Μιχάλη που ήταν με τους άλλους. Όμως όσο πιο καλά είσαι με σένα, τόσο πιο έτοιμος είσαι στο να «υποδυθείς» τον εαυτό σου στους άλλους. Πιο μικρός κρυβόμουν, ήταν έυκολο να καταλάβω τι θέλουν να ακούσουν οι άλλοι από μένα και τους το έλεγα. Πλέον δεν το κάνω. Βαριέμαι. Προτιμώ να έχουμε πραγματική επικοινωνία. Αυτό προσπαθώ και στο θέατρο,δεν μου αρέσει η λέξη «υποδύομαι». Δεν υποδύομαι, εκτίθεμαι. Στο θέατρο δεν κρύβεις τον εαυτό σου, αντίθετα η έκφρασή σου στη σκηνή λέει πολλά για σένα.

Δεν είμαι άθεος. Έχω ανάγκη να πιστεύω κάπου και έχω αποδεχτεί την ύπαρξη μίας ανώτερης δύναμης που με ξεπερνά, και ορίζομαι μέσα από αυτήν.

Άκρατος σεξισμός υπάρχει στην κοινωνία μας και λογικά θα υπάρχει και στο θέατρο. Tα κορίτσια είναι φύσει πιο εύθραυστα. Δεν γίνεται να μην αγαπάς και να μην προστατεύεις τις γυναίκες. Αυτό θα το κάνω πάντα.

Αγαπώ την Αθήνα και δεν θα την άλλαζα με καμία άλλη πόλη. Θα ήταν σαν να πέταγα ένα μέρος του εαυτού μου. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στις πιο παλιές γειτονιές της. Ούτε η Αθήνα, ούτε εγώ, ούτε κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να αλλάξει σε βάθος, μόνο πτυχές μας. Άρα ας την αποδεχτούμε -όπως αποδεχόμαστε εμάς- με τα στραβά της. Αν αυτά μας ενοχλούν τόσο, ας τα αλλάξουμε. Η αλήθεια είναι ότι, παρά τις ωραίες γωνίες της, είναι πολύ βρόμικη. Βέβαια και το πεντακάθαρο μου φαίνεται εξίσου προβληματικό, γιατί ουσιαστικά οι βρομιές κρύβονται κάτω από το χαλί, την ώρα που η Αθήνα τις πετάει στα μούτρα σου.

Δεν είμαι άθεος. Έχω ανάγκη να πιστεύω κάπου και έχω αποδεχτεί την ύπαρξη μίας ανώτερης δύναμης που με ξεπερνά, και ορίζομαι μέσα από αυτήν. Αισθάνομαι ότι μπορώ να συνομιλώ με κάποιον που είναι πάνω από μένα, αποζητώ κάτι στο οποίο θα εναποθέτω την πίστη και την ελπίδα μου. Πηγαίνω σε εκκλησίες, ανάβω κερί, θα προσκυνήσω μία εικόνα. Η ατμόσφαιρα των εκκλησιών και η ησυχία τους με ηρεμούν.

Δείτε ακόμη: Συναντήσαμε τον Καλύτερο Έλληνα Ηθοποιό

Σήμερα προσπαθώ να καταλάβω περισσότερο τι μου λέει το στομάχι μου παρά το μυαλό μου. Μπροστά η καρδιά και το ένστικτο. Σε αυτό με βοηθάει το θέατρο, εκεί βλέπω εξ αντανακλάσεως τη συμπεριφορά μου. Οι κενοί χρόνοι και η διαστολή του χρόνου πάνω στη σκηνή σε φέρνουν αντιμέτωπο με σένα τον ίδιο, με αυτόν παλεύεις εκείνη την ώρα, με τις ενοχές σου. Συχνά θάβεις πράγματα για να επιβιώσεις, ξεχνάς ποιος είσαι. Ειδικά όταν προχωράς και φαινομενικά τα πηγαίνεις καλά στη δουλειά σου, γίνεσαι σαν άλογο που τρέχει, όμως κάποια στιγμή καταλαβαίνεις ότι όσο δυνατός και να είσαι, χρειάζεσαι ξεκούραση. Χρειάζεσαι αλλαγή στα πέταλα και αυτό θα το κάνεις μόνο όταν μάθεις τι πέταλα φοράς. Το θέατρο είναι ο δικός μου δρόμος για να καταλάβω τα πέταλα της δικής μου κούρσας, με βοηθάει να καταλάβω πού ξεκινάει η ταπεινότητα και πού την θέση της παίρνει το θράσος και η πυγμή, για να κάνεις την προσωπική σου υπέρβαση. Δεν έχω μόνο το θέατρο, αλλά, ευτυχώς έχω και ανθρώπους δίπλα μου και παίρνω πολλή αγάπη. Ελπίζω να τους δίνω κιόλας.

Αυτήν την περίοδο ανεβάζουμε την Οπερέττα του Witold Gombrowicz, στο θέατρο Rex σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου, μέχρι της 7 Γενάρη. Το έργο είναι έξαλλο, είναι η τελευταία νύχτα του κόσμου, το τελευταίο βράδυ πριν την καταστροφή. Μετά συνεργάζομαι με τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, όπου θα ανεβάσουμε το νέο έργο του Ευθύμη Φιλίππου, που λέγεται Rob, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά. Οι πρόβες κυλάνε πολύ καλά, φτιάχνουμε ένα σύμπαν γύρω από ένα αλλόκοτο πρόσωπο που ξεπέρασε τα προσωπικά και κοινωνικά όρια, σε αντίθεση με όλους μας. Τόσο ο Νίκος όσο και ο Δημήτρης είναι άνθρωποί μου και χαίρομαι πολύ που είναι στις δουλειές και τη ζωή μου.