Τάπερ

Είμαστε η Περήφανη Γενιά του Τάπερ

Το αγαπημένο αντικείμενο της Ελληνίδας μάνας, το απόλυτο σύμβολο ενός ομφάλιου λώρου που δεν κόπηκε ποτέ.
24 Φεβρουάριος 2017, 6:30am

Στις αρχές του 2010, σε μία έκθεση στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης που βρίσκεται στο Κέντρο George Pompidou, στο Παρίσι, ανάμεσα σε έργα του Andy Warhol και δίπλα στον διάσημο ουρητήρα που ονομάζει Κρήνη ο Marcel Duchamp, υπήρχαν μέσα σε ένα πλεξιγκλάς μερικά τάπερ. Δεν έχω συγκρατήσει τον δημιουργό, αλλά θυμάμαι πολύ καλά τα έκπληκτα βλέμματα και τα γελάκια όσων περνούσαν από το σημείο εκείνο, περιδιαβάζοντας την αφιερωμένη στο design επίπλων εικαστική έκθεση. Το σκεφτόμουν τις προάλλες που έφτιαχνα καφέ στην κουζίνα του γραφείου και έβλεπα τη δική μας μικρή έκθεση τέχνης σε ένα συρτάρι με στοιβαγμένα τάπερ, που ίσως κάποια μάνα αναζητά εναγωνίως.

Η ένοχη σχέση που μπορεί να εμφανίζουμε στην ενήλικη ζωή μας με τα τάπερ και μπορεί να μας κάνει να ντραπούμε να το εμφανίσουμε από την τσάντα, για παράδειγμα σε μία καινούρια δουλειά, έχει πλήρως απενοχοποιηθεί τα τελευταία χρόνια, κυρίως λόγω του γεγονότος ότι το μηνιάτικο πρέπει να σε βγάλει 30 μέρες και άρα το ταπεράκι στη δουλειά αποτελεί μονόδρομο. Όντας μια οικονομική λύση και συνάμα υγιεινή σε σχέση με τα ντελίβερι, η γενιά μας έχει αποδεχτεί την αμερικανική εφεύρεση που έχει πρώτα αποθεώσει η μαμά μας.

Όταν ο Αμερικανός Earl Tupper, γιος μιας οικογένειας φτωχών αγροτών με πάθος για εφευρέσεις, παρουσίασε το 1946 το δημιούργημά του ως ιδρυτής της Tupperware, δεν φανταζόταν κανείς ότι το αδιάβροχο και αεροστεγές πλαστικό δοχείο φαγητού -εκτός από το ότι θα τον έκανε διάσημο και πλούσιο- θα έφτανε μέχρι τα σημαντικότερα μουσεία του κόσμου. Η εφεύρεση έρχεται στην Ελλάδα πολύ αργότερα -όπως όλα- και συγκεκριμένα το 1964, ενώ τρία χρόνια μετά ξεκινάει η λειτουργία του εργοστασίου στη Θήβα, το οποίο διατηρείται μέχρι και σήμερα. Αδιαμφισβήτητα, το τάπερ παραμένει έκτοτε το αγαπημένο αντικείμενο της Ελληνίδας μάνας και το απόλυτο σύμβολο ενός ομφάλιου λώρου που δεν κόπηκε ποτέ. Ένα ταπεράκι με μουσακά, μας ενώνει πάντα μαζί της.

Εκεί που οι Γάλλοι είδαν ένα έργο τέχνης και οι Αμερικανοί ένα πρακτικό εργαλείο, οι Ελληνίδες μάνες είδαν το μέσο αιώνιας εξάρτησης των παιδιών τους. Πας στο σχολείο; Πάρε ένα ταπεράκι για το τοστ. Πας φοιτητής στην επαρχία; Πήγαινε στα ΚΤΕΛ να πάρεις ταπεράκι με γεμιστά. Μέχρι και στην Αγγλία έχει φτάσει το τάπερ της Ελληνίδας μάνας, γεμάτο φαγητά ανάμεσα σε παγοκύστες, μην τυχόν και δεν φάει ο κανακάρης της το μοσχαράκι το ελληνικό, το γιαννιώτικο, ενώ κάνει το μεταπτυχιακό του. Αποφασίζεις να κάνεις τη μεγάλη επανάσταση, να φύγεις από το πατρικό και να ζήσεις μόνος; Ναι, καλά. Όσο εσύ βγάζεις μανιφέστο περί ανεξαρτησίας, η μάνα σου ψήνει σουτζουκάκια. Ποιος αρνήθηκε ένα τάπερ σουτζουκάκια; Ποτέ, κανείς.

Μπορεί να έχουμε διαφορετικά γούστα στο φαγητό, ακόμη και εδώ στο γραφείο, όλοι όμως έχουμε κάτι κοινό. Ένα τάπερ που μας θυμίζει το κολατσιό της παιδικής μας τσάντας, τη φοιτητική μας ζωή, τα κάμπινγκ, το μαγείρεμα για τη δουλειά, την παράκαμψη στο σπίτι της μαμάς και τους καυγάδες για το «πότε θα μου φέρεις το τάπερ μου;», που στην πραγματικότητα είναι θαμμένο μαζί με άλλα στο μεσαίο συρτάρι της κουζίνας, στη δουλειά.