Τα Πορτρέτα των Μαχητών της Συρίας
Φωτογραφίες: Δημήτρης Μιχαλάκης

FYI.

This story is over 5 years old.

Stuff

Τα Πορτρέτα των Μαχητών της Συρίας

O Δημήτρης Μιχαλάκης φωτογραφίζει τους μαχητές του «Ελεύθερου Συριακού Στρατού» και του ISIS.
06 Νοέμβριος 2014, 12:00am

Φωτογραφίες: Δημήτρης Μιχαλάκης

Τον Αύγουστο του 2012, ο φωτογράφος Δημήτρης Μιχαλάκης ξεκίνησε με το συνάδελφο του Γιώργο Μουτάφη για μια ανεξάρτητη αποστολή στη Συρία την εποχή που κλιμακώνονταν ο εμφύλιος πόλεμος στο εσωτερικό της χώρας. « Ήθελα να μάθω τι συμβαίνει, να είμαι αυτόπτης μάρτυρας σε ιστορικές στιγμές» λέει ο Δημήτρης , όταν ανακαλεί τους λόγους που τον τράβηξαν σ' αυτή την αποστολή. Δεν ήταν περίπατος, υπήρξαν στιγμές που κινδύνευσαν. Μια φορά τα θραύσματα από τους όλμους καρφώθηκαν στο φορτηγάκι που χρησιμοποιούσαν για τις μετακινήσεις τους. Τον ένα μήνα περίπου που περιπλανήθηκε στα εξεγερμένα χωριά της Συρίας , ο Δημήτρης γνώρισε αρκετούς αντάρτες που μάχονταν το καθεστώς του Ασάντ, κάποιοι τον φιλοξένησαν στα σπίτια τους και δέχτηκαν να φωτογραφηθούν.

Οι περισσότεροι ήταν πιτσιρικάδες από φτωχές αγροτικές περιοχές που αναβίωναν ακόμα μορφές φεουδαρχικής συγκρότησης, ενώ κάποιοι ήταν ναυτικοί. Ορισμένοι είχε τύχει μάλιστα να δουλέψουν σε καράβια Ελλήνων εφοπλιστών και να γνωρίζουν ελληνικά. Ήταν όλοι αντικαθεστωτικοί και αποτελούσαν τις δυνάμεις της συριακής αντιπολίτευσης αλλά δεν ευαγγελίζονταν με τον ίδιο τρόπο την επόμενη μέρα. Ο Δημήτρης αν και ποτέ δεν έμαθε σε ποια ομάδα ακριβώς άνηκε ο καθένας - για λόγους αυτοπροστασίας τότε - ωστόσο ήταν εμφανείς οι διαφοροποιήσεις τους τόσο στα εμβλήματα που έφεραν, όσο και στο λόγο που άρθρωναν. Οι περισσότεροι ήταν φανατικοί ισλαμιστές, δήλωναν ότι πολεμούσαν για θρησκευτικούς λόγους και δυσφορούσαν απέναντι στους δυτικούς. Τότε, το ISIS δε μονοπωλούσε τα διεθνή media και ήταν μια σχετικά άγνωστη κίνηση αλλά ανέπτυσσε σταδιακά ένα εξτρεμιστικό δίκτυο. Ο Δημήτρης θυμάται πως λίγες μέρες αφότου έφυγαν, ξεκίνησαν οι πρώτες μαζικές απαγωγές δυτικών δημοσιογράφων και φωτορεπόρτερ.

Σήμερα κάνοντας τον απολογισμό εκείνης της αποστολής στη Συρία, δε μπορεί παρά να καταλήξει κανείς με πικρία στη θρυλική φράση του συγγραφέα Τομάζι ντι Λαμπεντούζα από το «Γατόπαρδο»:«Πρέπει να αλλάξουν πολλά, για να μην αλλάξει τίποτα». Μια φράση που συμπυκνώνει με αρκετά κυνική ευστοχία τη σημερινή συνθήκη στη Συρία. Άλλωστε, συμπληρώνονται περίπου τέσσερα χρόνια από την Αραβική Άνοιξη, που σηματοδότησε την ανάδυση ενός νέου πολιτικού ακτιβισμού με επίκεντρο ένα αίτημα δημοκρατικής διακυβέρνησης των κρατών της Μέσης Ανατολής, εντούτοις, παρά τους έντονους μετασχηματισμούς που βίωσαν αυτές οι χώρες, όλο και περισσότερο αυτή η διεκδίκηση απωθείται στη σφαίρα του ανεκπλήρωτου και οι πολλαπλώς και διαχρονικά καταπιεσμένες κοινωνίες τους βυθίζονται σ' ένα ατέλειωτο χειμώνα.

Η εξέγερση στη Συρία, που γρήγορα μετεξελίχθηκε σε εμφύλια σύγκρουση, συνιστά το πιο σκληρό και ματωμένο υπόδειγμα αυτής της πραγματικότητας.

Με δεδομένο το γεγονός της περιορισμένης γνώσης για τις αντιφάσεις και τις ιδιαιτερότητες των μεσανατολικών κρατών, που οδηγούν στην εμπέδωση ενός στερεοτύπου που συνωστίζει διαφορετικές κατηγορίες στην ταμπέλα είτε της «Ανατολής» - είτε του «Ισλάμ», οι εξεγέρσεις στις συγκεκριμένες χώρες φαίνεται να έχουν κοινούς παρανομαστές, καθώς όλες εντάσσονταν στην ίδια περιφερειακή ρύθμιση του Καμπ Ντειβιντ το 1979. Μια ρύθμιση που αποσκουπούσε στην εξασφάλιση των ενεργειακών ροών και έγκεινται στα αποτελέσματα της καταλήστευσης του εθνικού πλούτου, της αδυναμίας ένταξης της νεολαίας στην αγορά εργασίας και της εκτροπής μεγάλων πληθυσμιακών τμημάτων στην άτυπη απασχόληση.

Παρ' όλα αυτά οι εξεγέρσεις πυροδοτήθηκαν και εξελίχθηκαν με διαφορετικούς όρους. Για παράδειγμα ενώ η αγροτική Αίγυπτος έμεινε σχεδόν ανεπηρέαστη από τις ταραχές, στη Συρία η εξέγερση υπήρξε πρωταρχικά αγροτική υπόθεση, καθώς η ξηρασία των τελευταίων ετών είχε αναγκάσει ένα εκατομμύριο κατοίκους των ανατολικών περιοχών σε εσωτερική μετανάστευση. Η Συρία ταλανιζόταν αφενός από το απολυταρχικό καθεστώς του Ασάντ και αφετέρου από τη φτώχεια και την κοινωνική ανισότητα.

Η αντοχή του Ασάντ, που στηρίχθηκε σε πάνω από 120.000 νεκρούς και 2 εκατομμύρια πρόσφυγες την περίοδο του εμφυλίου - αλλά και στη στήριξη από διεθνείς παράγοντες όπως η Ρωσία, σηματοδότησε καταρχήν μια ιστορική καμπή στην Αραβική Άνοιξη και άνοιξε ακόμα μεγαλύτερα ρήγματα στο εσωτερικό της χώρας. Είναι αποκαλυπτική η έκθεση του ΟΗΕ που εμπεριέχει στοιχεία μέχρι και το τέλος του 2013: Τρεις στους τέσσερις Σύρους ζουν πλέον σε συνθήκες φτώχειας και πάνω από τους μισούς (54,3%) σε συνθήκες ακραίας φτώχειας. Το 20% του πληθυσμού δεν έχει τα μέσα για να ικανοποιήσει τις βασικές ανάγκες του και στις πολιορκημένες περιοχές υποφέρει από πείνα και υποσιτισμό. Η ανεργία αυξήθηκε κάθετα περνώντας από το 10,3% το 2011 στο 54,3% το τελευταίο τρίμηνο του 2013. Εκτιμάται ότι σχεδόν 2,67 εκατ. Σύροι έχουν χάσει τη δουλειά τους από την αρχή της σύγκρουσης, το Μάρτιο του 2011, με αποτέλεσμα να πληγούν 11 εκατ. άνθρωποι, οι οποίοι εξαρτώνταν από την οικονομία αυτή. Επιπλέον αναζωπυρώθηκαν οι θρησκευτικές αντιθέσεις, καθότι η χώρα αποτελείται από 65% Σουνίτες, 13% Αλαουίτες Σιίτες, 10% Χριστιανούς, 9% Κούρδους και 3% Δρούζους. Η ραχοκοκαλιά του καθεστώτος του Ασαντ ήταν η κοινότητα των Αλαουιτών, που διατηρούσε σχεδόν όλες τις επιτελικές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό, ενώ οι αντικαθεστωτικοί είναι κυρίως σουνίτες.

Γύρω από το στόχο της ανατροπής του Ασαντ αναπτύχθηκε η συριακή αντιπολίτευση ως ένα περίεργο συνονθύλευμα ετερόκλητων οντοτήτων. Στο εξωτερικό υπάρχει μια ομάδα εξόριστων φιλελεύθερων που έχουν επιρροή στα διεθνή media αλλά είναι αποκομμένοι από το εσωτερικό της χώρας. Μέσα στη χώρα το βάρος της ένοπλης σύγκρουσης έχουν αναλάβει τοπικές επαναστατικές ομάδες. Μολονότι ο Ελεύθερος Συριακός Στρατός (ASL) δηλώνει ότι υποστηρίζει το κοσμικό κράτος, η πλειονότητα των υπόλοιπων ένοπλων ομάδων συνθέτει ένα θρησκευτικό ψηφιδωτό που ξεκινά από τους μετριοπαθείς ισλαμιστές και φτάνει μέχρι τους σαλαφιστές και τους ακραίους ισλαμιστές. Σ' αυτή την κατηγορία εντάσσεται και το ISIS, που εισέβαλε απότομα και βίαια στη διεθνή σκηνή κατακλύζοντας τις τηλεοπτικές οθόνες με ένα θέαμα επίδειξης ισχύος και φρίκης αποκεφαλισμών κυρίως δυτικών δημοσιογράφων και αξιωματούχων. Πρόκειται για μια σχετικά νεοσύστατη οργάνωση που δρα στο Ιράκ και τη Συρία και διακηρύσσει ότι στόχος της είναι η ίδρυση ενός χαλιφάτου με την πιο σκληρή εφαρμογή του Νόμου της Σαρία. Το τρομοκρατικό αυτό μόρφωμα - που μέχρι και η Αλ Καιντα καταγγέλλει για τη βαρβαρότητα του - κατόρθωσε σε λίγους μήνες να θέσει υπό τον έλεγχο του σημαντικό μέρος της Ανατολικής Συρίας και του Βόρειου Ιράκ καταλαμβάνοντας σημαντικές πόλεις, όπως η Ράκα, η Φαλούτζα και η Μοσούλη, με σημαντικές πετρελαιοπηγές που λειτουργούν ως πηγή εσόδων μέσω του λαθρεμπορίου πετρελαίου. Στις γραμμές του προσχωρούν τόσο Σύροι αντάρτες, όσο και τζιχαντιστές, ακόμα και από ευρωπαϊκές χώρες.

Τις τελευταίες εβδομάδες το ISIS πολιορκεί την πόλη Κομπάνι κοντά στα σύνορα με την Τουρκία, με 50.000 κυρίως κατοίκους κουρδικής καταγωγής. Κάπως έτσι βρέθηκαν και πάλι για λίγο στο προσκήνιο οι συνήθως λησμονημένοι από τη διεθνή γεωστρατηγική σκακιέρα Κούρδοι. Όταν ξέσπασε η ειρηνική αρχικά εξέγερση κατά του απολυταρχικού καθεστώτος του Ασαντ , η πλειονότητα των κατοίκων της πόλης συντάχθηκε με το δημοκρατικό κίνημα. Στη διάρκεια του εμφυλίου βρέθηκε ανάμεσα στα πυρά των καθεστωτικών δυνάμεων του Ασάντ και των τζιχαντιστών. Σ'εκείνη τη φάση το ισχυρότερο κουρδικό κόμμα της Βόρειας Συρίας PYD, που διατηρεί στενές σχέσεις με το PKK, συγκρότησε ομάδες λαϊκής αυτοάμυνας και κατέλαβε την ευρύτερη περιοχή της Ροτζάβα βάζοντας τα θεμέλια για ένα ενδιαφέρον πείραμα κοινωνικής οργάνωσης εμπνευσμένο από την κοινότητα των Ζαπατίστας. Η διοίκηση των περιοχών ανατέθηκε σε λαϊκές συνελεύσεις με ανακλητά συμβούλια που συμμετείχαν όλοι οι εκπρόσωποι εθνικών και θρησκευτικών ομάδων. Η ισότητα των γυναικών κατοχυρώθηκε ακόμα και στο πεδίο της μάχης με τη δημιουργία των αυτόνομων γυναικείων πολιτοφυλακών, που η δυναμική τους διατρέχει αυτές τις μέρες με πόστερ τα social media. Το παράδειγμα του Κομπάνι, που φάνταζε ως εναλλακτική στον απολυταρχισμό του Ασάντ και το φονταμενταλισμό των τζιχαντιστών, κινδυνεύει από την τρομοκρατία του ISIS. Βέβαια η αντίσταση των Κούρδων μαχητών δείχνει αξιόλογη αντοχή, και μ' αυτή την έννοια η έκβαση της μάχης στο Κομπάνι είναι κρίσιμη τόσο επιχειρησιακά όσο και συμβολικά για το αν θα διατηρηθεί ενεργή ακόμα η σπίθα που άναψε το 2011. Εξάλλου, ως παιχνίδι της τύχης, το ίδιο το όνομα της πόλης Κομπανι στα αραβικά λέγεται Αιν αλ Αραμπ, που σημαίνει Αραβική Άνοιξη.

Η ιστορία του Κομπάνι όμως ενεργοποίησε επίσης μια προβληματική που σχετίζεται με την ευθεία ή έμμεση στήριξη που λαμβάνει το Ισλαμικό Κράτος, φωτίζοντας τον παραλογισμό των διπλωματικών παιχνιδιών. Σ' αυτό το πλαίσιο ο ρόλος της Τουρκίας είναι ίσως ο πιο προφανής. Η Τουρκία από τη μία αρνείται να ανοίξει διάδρομο στα σύνορα της, ώστε οι Κούρδοι υπερασπιστές του Κομπάνι να έχουν ασφαλείς διόδους ανεφοδιασμού, και από την άλλη ανταλλάσσει αιχμαλώτους με το ISIS και «διευκολύνει» ευρωπαίους ισλαμιστές να καταταχθούν στο ISIS περνώντας μέσα από τα σύνορα της. Ο Ταγίπ Ερντογάν δικαιολόγησε αυτή τη μεροληπτική στάση με την εξίσωση: «όσοι βλέπουν τον ISIS ως τρομοκρατικής οργάνωση, καλά θα κάνουν να βλέπουν με τον ίδιο τρόπο και το PKK».

Αντίστοιχο ρόλο διαδραματίζει και η Σαουδική Αραβία. Πρόσφατα, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζον Μπάιντεν μιλώντας σε φοιτητές στο Πανεπιστήμιο του Χαρβαρντ ομολόγησε ότι η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και τα κράτη του Κόλπου συμμετείχαν στη δόμηση και τον εξοπλισμό εξτρεμιστικών ομάδων όπως το Ισλαμικό Κράτος. Παρέλειψε όμως να αναφερθεί στις ευθύνες που φέρουν οι ίδιες οι ΗΠΑ και εν γένει η Δύση, όταν 11 χρόνια μετά την εισβολή στο Ιράκ και την κήρυξη του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» η εικόνα του αποκεφαλισμού του Τζειμς Φόλεϊ στοιχειώνει τις συνειδήσεις του δημοκρατικού κόσμου και οι μαύρες σημαίες του ISIS σκοτεινιάζουν τον ορίζοντα της Μέσης Ανατολής. Και πολύ λιγότερο αυτή η διαπίστωση αφορά στα συνωμοσιολογικά σενάρια για τη χρηματοδότηση, την εκπαίδευση και τον εξοπλισμό των τζιχαντιστών, όσο στην επώδυνη πραγματικότητα που τελικά βιώνουν σήμερα οι λαοί αυτών των χωρών.

Η οικονομική εξαθλίωση, οι πολεμικές επεμβάσεις και η απολυταρχική διακυβέρνηση δημιουργεί κενό στην κοινωνικοπολιτική εκπροσώπηση των Σύρων πολιτών. Ακόμα όμως, στη βάση της απουσίας ενός συλλογικού οράματος, ένα τμήμα τους διολισθαίνει στο σκοταδιστικό όραμα του Ισλαμικού Κράτους, που αρθρώνει μια αποκρουστική μεν, αλλά συνεκτική αφήγηση.

Το ISIS, όπως έγραψε και ο αρχισυντάκτης της Neue Zurcher Zeitung, Μάρκους Σπίλμαν, «ακολουθεί τα ίχνη του αίματος της Αλ Κάιντα και των Ταλιμπάν». Ακολουθεί επίσης τα ίχνη του αίματος που άφησε η πολύχρονη εμπειρία της αποικιοκρατίας, των πολεμικών επεμβάσεων και των δικτατοριών. Τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από τον κύκλο του αίματος.

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.