ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ποδόσφαιρο

Η Mοναξιά του να Είσαι Άμπαλος

Βρίσκομαι στο 30% των ενήλικων αντρών. Δεν είμαι τελείως ανίκανος. Αλλά ξεκάθαρα, δεν ξέρω να παίζω ποδόσφαιρο.

Κείμενο Angus Harrison
03 Αύγουστος 2017, 5:00am

Το κείμενο δημοσιεύθηκε αρχικά στο VICE UK.

Μια κακή ανάμνηση: πηγαίνω τετάρτη δημοτικού άρα μάλλον είμαι εννιά χρονών. Ένα ματς την ώρα του μεσημεριανού φτάνει στο κρεσέντο του. Έχει χτυπήσει το κουδούνι της προειδοποίησης των πέντε λεπτών, έτσι όλοι ξέρουν ότι φτάνουμε στα τελικά στάδια. Έχει δοθεί πέναλτι για κάποιο λόγο και για κάποιον άλλο λόγο έχει αποφασιστεί ότι πρέπει να το εκτελέσω εγώ.

Αν τα περισσότερα αγόρια θέλουν να γίνουν ποδοσφαιριστές τότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι ένας αρκετά μεγάλος αριθμός σχεδιάζουν να ασχοληθούν με τo management όταν τελειώσει η καριέρα τους στο γήπεδο, και μάλλον γι' αυτό όλοι οι άλλοι μικροί φακιδιάρηδες επίδοξοι ποδοσφαιριστές με συμβουλεύουν ένας-ένας λίγο πριν το πέναλτι. Μαζεύονται γύρω μου, περνάνε τα χέρια στους ώμους και δείχνουν τον τούβλινο τοίχο με τα βρύα μπροστά μου, όπου ο Τζάσπερ –τεράστιος, ο Τζάσπερ με το κεφάλι μεγάλο σαν φραντζόλα και χερούκλες ανοιχτές σαν τον Χριστό Λυτρωτή με γάντια τερματοφύλακα- βηματίζει πάνω κάτω. Φωνάζουν και εκτοξεύουν συμβουλές: «Με το κουντεπιέ*». «Μην κοιτάς πού κλοτσάς». «Πάρε φόρα, ρίξε μια κλοτσιά κι ίσα στη μάπα του».

Έχω κοκαλώσει. Με χτυπάνε όλοι στην πλάτη, και μοιράζονται μερικές τελευταίες σκέψεις και με αφήνει λίγο μόνο. Μετά παρακολουθούν, σκυμμένοι μπροστά, με τα χέρια πιέζουν τους μηρούς τους, προσποιούνται ότι μασάνε τσίχλα και παρακολουθούν.

Μέσα σε ένα κενό ήχου προχωράω και προσπαθώ να κάνω ό, τι μου είπα. Δηλαδή προσπαθώ να κάνω 30 πράγματα μαζί, κλοτσάω με το πόδι μου σαν ξεβιδωμένο. Και η μπάλα, φεύγει, φεύγει τζούφια και τρίβεται μπροστά για ένα μέτρο περίπου σα να είναι φτιαγμένη από βρεγμένο χαρτόνι. Ο τεράστιος, ο γιγάντιος Τζάσπερ δεν χρειάζεται καν να κουνηθεί. Απλώς τη βλέπει να κυλάει αργά και να σταματάει. Έπειτα αρχίζουν τα γέλια, και δεν είναι απλώς γέλια, είναι το γέλιο που ακούς στις έρημες παιδικές χαρές Το γέλιο που ακούγεται στη φυλακή όταν σβήνουν τα φώτα. Το φρικτό, θριαμβευτικό γέλιο που λέει ότι ποτέ δεν θα ξεπεράσω την ντροπή. Κανείς δεν με κοιτάζει. Απλώς τρέχουν, κραυγάζουν, γιορτάζοντας την αγνή χαρά του ότι «δεν είναι αυτός ο τύπος». Το δεύτερο κουδούνι χτυπάει και γυρίζουμε στην τάξη.

Βρίσκομαι στο 30% των ενήλικων αντρών. Δεν είμαι τελείως ανίκανος. Μπορώ να τρέξω με τη μπάλα. Αλλά δεν ξέρω ποδόσφαιρο.

Δεν είμαι εναντίον του ποδοσφαίρου. Πολλοί άνθρωποι καμαρώνουν που δεν το 'χουν με τα σπορ αλλά συνήθως αυτός είναι ένας τρόπος να ακούγονται ανώτεροι. «Χα, είμαι σκατά στο ποδόσφαιρο, με τα βιβλία μου και τα DVD μου και το φοβερό πνεύμα μου, δεν μπορώ να κλοτσήσω μια μπάλα στο χορτάρι όπως οι άλλοι». Δεν πρόκειται περί αυτού. Εγώ πραγματικά θα ήθελα να είμαι καλός στο ποδόσφαιρο.

Σκέφτηκα και κατέληξα ότι βρίσκομαι στο 30% των ενήλικων αντρών. Δεν είμαι τελείως ανίκανος. Μπορώ να τρέξω με τη μπάλα, αν κανείς δεν προσπαθήσει να μου κάνει τάκλινγκ, και θα μπορούσα να ρίξω μια πάσα σε ευθεία γραμμή από τα πόδια μου στα δικά σου. Αλλά για να είμαι ξεκάθαρος τα περισσότερα συνεχόμενα kick ups που έχω κάνει είναι τέσσερα. Το καλύτερο «κόλπο» μου είναι να σφίγγω τη μπάλα ανάμεσα στα πόδια και να κάνω επιτόπου πηδηματάκια. Παίζω λες και έχω πάρει χάπια και έχω μόλις τραβήξει μια πολύ μεγάλη τζούρα μπάφου, κι ύστερα κάποιος μου έδωσε ένα ζευγάρι μεταχειρισμένα trainers σε λάθος νούμερο και μετά με πήγαν σε ένα αθλητικό κέντρο. Δεν είμαι φρικτός, απλώς είμαι αλλού.

Θα μπορούσα να μάθω μανδαρινικά. Ποδόσφαιρο δεν μπορείς να μάθεις

Αμέτρητοι διεθνείς παίχτες έχουν πει ότι «το ποδόσφαιρο είναι μια παγκόσμια γλώσσα», συνήθως σε εκείνες τις αμήχανες πρώτες συνεντεύξεις με τον αγγλικό Τύπο μετά τη μεταγραφή τους. Εννοούν κάτι προφανές: δεν μιλάω αγγλικά, αλλά δεν έχει σημασία, οι κανόνες του ποδοσφαίρου υπάρχουν πέρα από λέξεις, και έτσι όποιος καταλαβαίνει τους κανόνες μπορεί να επικοινωνήσει πέρα από τα όρια της μετάφρασης. Ωστόσο, υπάρχει κι άλλη μια όψη. Επειδή το ποδόσφαιρο είναι μια γλώσσα που δεν χρησιμοποιεί λέξεις, δεν σημαίνει ότι όλοι μπορούν να τη μιλήσουν. Θα μπορούσα να μάθω μανδαρινικά. Ποδόσφαιρο δεν μπορείς να μάθεις. Σ' αυτή την ηλικία. Πιστέψτε με, έχω δοκιμάσει. Το ποδόσφαιρο δεν είναι παγκόσμια γλώσσα. Είναι ύπουλο παιχνίδι λέξεων που κανείς δεν μου λέει πώς να παίξω.

Ο θλιμμένος, μοναχικός δημοσιογράφος με το μοναδικό μετάλλιο που έχει κερδίσει ποτέ. Τραγικός.

Εγώ φταίω. Ως παιδί αδιαφόρησα για το ποδόσφαιρο επί οχτώ χρόνια, από τα εννιά ως τα δεκαεφτά. Πριν από αυτό, έπαιζα σε μια σαββατιάτικη λέσχη, όπου λένε ότι το μόνο βραβείο που κέρδισα ποτέ ήταν το μετάλλιο «Πιο βελτιωμένος παίχτης» αλλά όταν άλλαξε η χιλιετία η υπομονή μου εξαντλήθηκε και τα παράτησα. Δεν άφησα ποτέ το παιχνίδι μου, ως υποτυπώδες κι αν ήταν να περάσει στην μυϊκή μνήμη μου. Δεν έγινε ποτέ δεύτερη φύση μου. Ανέπτυξα ένα βασικό λεξιλόγιο και μια χαλαρή αίσθηση δομής προτάσεων, κι ύστερα ξαφνικά παράτησα το όλο project. Τώρα μιλάω σπασμένα ποδοσφαιρικά. Μπορείς να δεις ότι τα πόδια μου προσπαθούν να σχηματίσουν τις λέξεις αλλά το καλύτερο που μπορούν να κάνουν είναι μια προσέγγιση.

Πρόσφατα, προσπάθησα πάλι να γίνω καλός στο ποδόσφαιρο. Πέρσι, όταν συνειδητοποιήσαμε ότι αρκετοί είχαμε μετακομίσει κοντά, μερικοί από τους πιο παλιούς μου φίλους μπήκαν σε μια ομάδα πέντε επί πέντε. Τώρα είμαστε όλοι εικοσικάτι και πρόσεξα ότι σε σχέση με τους άλλους ο χρόνος μου είχε φερθεί καλά. Εγώ πηγαίνω για τρέξιμο και ο συγκάτοικός μου τρώει δυο τεράστιες πίτσες για βράδυ. Θα είχε κάποια εφαρμογή στην πραγματικότητα, ε; Όχι και τόσο, όπως διαπίστωσα στο πρώτο μας παιχνίδι.

Σε μια προσπάθεια να σώσω την αξιοπρέπειά μου, προτάθηκε να κάνω πέντε λεπτά τέρμα. Μέσα σε δυο λεπτά, είχα φάει τρία γκολ. Μέσα στο επόμενο λεπτό με αντικατέστησαν.

Δεν είναι ότι δεν μπορούσα να ανταποκριθώ σωματικά. Δεν ήμουν ξέπνοος. Πιο πολύ ήταν σαν να είχα κολλήσει σε ένα βίντεο των αρχών της δεκαετίας του 2000. Η γρήγορη κίνηση, τα θαμπά φώτα, περνούσαν μπροστά μου ενώ εγώ στεκόμουν ακίνητος και κοίταζα την κάμερα. Όλοι λειτουργούσαν σε άλλο επίπεδο, έριχναν ακριβείς μπαλιές ο ένας στον άλλον κάνοντας τις ίδιες σκέψεις. Δεν ήξεραν μόνο τι να κάνουν όταν είχαν τη μπάλα, ήξεραν τι να κάνουν κι όταν δεν την είχαν, τρέχοντας προς αόρατα κόκκινα Χ όποτε η μπάλα δεν ήταν στα πόδια τους. Χάθηκα. Σε μια προσπάθεια να σώσω την αξιοπρέπειά μου, προτάθηκε να κάνω πέντε λεπτά τέρμα. Μέσα σε δυο λεπτά, είχα φάει τρία γκολ. Μέσα στο επόμενο λεπτό με αντικατέστησαν.

Το σκορ δεν βελτιώθηκε. Καθώς οι βδομάδες περνούσαν και αλλάζαμε παίχτες, φανερώθηκε ένα ξεκάθαρο μοτίβο που δεν μπορούσα να αγνοήσω: όταν έπαιζα, χάναμε, όταν δεν έπαιζα, κερδίζαμε. Το χειρότερο είναι ότι όλοι οι φίλοι μου το πρόσεξαν. Σιγά-σιγά τα μειωτικά αστεία που έκανα για μένα, ότι απογοήτευα την ομάδα, δεν περνούσαν στο ντούκου. Τα προηγούμενα ανάλαφρα σχόλια για το ότι θα τα παρατήσω για το καλό της ομάδας έρχονταν αντιμέτωπα με σιωπηρή συναίνεση. «Να έρχεσαι μετά στην παμπ παρόλα αυτά», μου πρότεινα μετά από το τελευταίο μου παιχνίδι.

Στην αρχή νόμιζα ότι ζήλευα την ικανότητά τους, αλλά δεν νομίζω ότι νιώθω ζήλια. Δεν θέλω να είμαι καλύτερος απ' όλους, απλώς θέλω να είμαι στο επίπεδό τους. Θέλω να μπορώ να παίζω, να είμαι παρών. Μου φαινόταν σαν παρατηρούσα κάποιον άλλον να γελάει με ένα πολύ αστείο βίντεο ενώ φορούσε ακουστικά. Ένας κόσμος απόλαυσης υπήρχε γύρω μου, κι εγώ δεν ήμουν μέρος του. Ήμουν εκεί, αλλά αλλού.



Είναι κάτι που υπάρχει μέσα σε όλους μας – όταν μια συζήτηση γυρνάει σε ένα θέμα για το οποίο δεν ξέρουμε τίποτα, όταν προσπαθούμε να πούμε κάτι αστείο. Δεν μισούμε όλους τους άλλους που μπορούν να το κάνουν, απλώς θέλουμε να το κάνουμε κι εμείς.

Όπως τα περισσότερα πράγματα που καταστρέφουν το παρόν, είναι ουσιαστικά θέμα του παρελθόντος. Κυρίως εύχομαι να είχα ασχοληθεί περισσότερο. Να μην είχα τσιμπήσει με τη μυθολογία των φυτών, ότι μερικές επιδιώξεις είναι υπεράνω των σπορ και να είχα αντιμετωπίσει το ότι δεν ήμουν καλός στο ποδόσφαιρο παίζοντας διπλάσια. Ίσως ο λόγος που στενοχωριέμαι τόσο που είμαι άθλιος στο ποδόσφαιρο είναι ότι ξέρω πως δεν θα βελτιωθώ. Πάντα θα είναι ένα κομμάτι του κόσμου όπου δεν μετράω. Σαν σαστισμένος συνταξιούχος σε ένα Apple store που πειράζει τις οθόνες των Macbook περιμένοντας να γίνει κάτι. Είναι πολύ αργά. Δεν θα έχω ποτέ πλήρη κατανόηση.

Ελπίζω μόνο ότι μεγαλώνοντας τα πράγματα θα βρουν μια ισορροπία. Μια μέρα θα είμαστε όλοι γέροι, και όλοι θα καθόμαστε παραιτημένοι σε πολυθρόνες με πλαστικά καλύμματα. Τότε, κανείς δεν θα μπορεί να παίξει, ακόμα κι αν το ήθελε. Και μετά, μια μέρα, φίλοι μου, όλοι θα είμαστε νεκροί. Ο θάνατος μας εξισώνει όλους. Όλοι είναι άθλιοι στο ποδόσφαιρο όταν είναι πεθαμένοι.

Περισσότερα από το VICE

Ο Στηβ Ντούζος Διηγείται τη Ζωή του, από τον «Μπίλια» Μέχρι την Εντατική και τη Φυλακή

Η Υπέροχη Ζωή του Επαναστάτη Δημάρχου της Τήλου που Άλλαξε την Ιστορία του Νησιού

Αυτή η Φωτογραφία Είναι Αληθινή ή Ψεύτικη;

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Tagged:
Αθλητισμός
μπάλα
μοναξιά
αθλήματα