Μια Αληθινή Ιστορία

Πώς ένας Εθελοντής Πυροσβέστης Έγινε Κατά Συρροή Εμπρηστής

Ο David δεν ξέρει πόσες πυρκαγιές έβαλε στη νότια ακτή της Αυστραλίας – αλλά ξέρει καλά για ποιο λόγο το έκανε.

Κείμενο Julian Morgans
16 Ιούλιος 2019, 5:23am

Illustrations by Michael Dockery

Το άρθρο είναι μια εκτεταμένη εκδοχή του τελευταίου επεισοδίου του podcast μας Extremes. Για τη συνέντευξη, μπορείτε να βρείτε το Extemes Apple , Spotify o ή όπου βρίσκεις τα podcasts σας.
Σημείωση: το άρθρο περιέχει αναφορές σε σεξουαλική επίθεση


Καθόμασταν στο τραπέζι της κουζίνας στο σπίτι της μαμάς του όταν ο David μου είπε για την πρώτη του πυρκαγιά. Ήταν σχεδόν πριν από 30 χρόνια αλλά θυμόταν τη στιγμή που άναψε τη φωτιά. «Έριξα μερικά σπίρτα στο έδαφος», είπε. «Είχα ένα πακέτο σπίρτα και χρησιμοποίησα το μισό κουτί. Περίμενα να ανάψει φλόγα και έφυγα».

Ο David πήγε στον πυροσβεστικό σταθμό όπου δούλευε ως εθελοντής και πέρασε τα επόμενα 10 λεπτά ανοίγοντας τις πόρτες με τα ρολά και βάζοντας μπρος τα φορτηγά. Όταν ήχησαν οι σειρήνες της πόλης, ήταν έτοιμος. Οι υπόλοιποι έφτασαν μέσα σε λίγα λεπτά, μπήκαν στα φορτηγά και πήγαν στον εθνικό δρυμό, εκεί απ’ που είχε έρθει ο David.

«Όταν έφυγα, η περιοχή που καιγόταν ήταν ίσαμε αυτό το τραπέζι», είπε δείχνοντας το τραπέζι της κουζίνας. «Λίγες ώρες αργότερα ήταν ολόκληρα χιλιόμετρα».

Τους πήρε όλη τη μέρα να περιορίσουν τη φωτιά. Όταν τελείωσαν, ο αρχηγός έβαλε το μεγάλο του χέρι στον ώμο του David και είπε «καλά τα πήγες φίλε» που ήταν αυτό που ήθελε να ακούσει. Και τότε ο David αποφάσισε ότι θα έκανε τα πάντα για να νιώσει ξανά ότι τον εκτιμάνε τόσο.

***

Για καιρό, με απασχολούσε εμμονικά το ερώτημα ποιος κάνει τους εμπρησμούς. Ήταν ένα ερώτημα που απέκτησε ιδιαίτερη σημασία τον Φεβρουάριο του 2009, όταν οι φωτιές του Μαύρου Σαββάτου κατέστρεψαν μεγάλα τμήματα της πόλης που γεννήθηκε και οδήγησαν στον θάνατο 173 άτομα. Λίγο αργότερα, ένας 39χρονος ονόματι Brendan Sokaluk συνελήφθη με την υποψία ότι είχε βάλει μια από τις μεγαλύτερες φωτιές εκείνης της μέρας. Καταδικάστηκε σε 17 χρόνια φυλάκιση για 10 κατηγορίες εμπρησμού – μία για κάθε άνθρωπο από τους 10 συνολικά που πέθαναν σε εκείνη την πυρκαγιά.

Ήξερα ανθρώπους που βρέθηκαν εκεί, ανάμεσά τους και οι γονείς ενός φίλου που επιβίωσαν μπαίνοντας σε ένα φράγμα καθώς η φωτιά κατέκαιγε το σπίτι τους. Θυμάμαι να ακούω τις αφηγήσεις, πώς στέκονταν μες στο νερό ως τον λαιμό και βλέπανε τις φιάλες υγραερίου να εκρήγνυνται, και να ανοίγουν τρύπες στη στέγη.

Μετά από το το συμβάν, η οικογένεια του φίλου μου μετακόμισε στο Περθ. Όπως πολλοί, κατέληξαν ότι στη Βικτόρια υπήρχε μεγάλη στεναχώρια για εκείνους.

Από τότε λέξεις όπως εμπρηστής ή πυρομανία μου τραβούσαν την προσοχή. Η σκέψη ότι κάποιος σκόπιμα άναβε φωτιά ένα μεσημέρι με αέρα, κι ύστερα έφευγε και άφηνε τη φωτιά να σκοτώσει δεκάδες μου φαινόταν ακατανόητη. Έτσι για χρόνια μελετούσα ειδήσεις που μπορεί να μου έδιναν μια εικόνα για την ψυχολογία του εμπρησμού, αλλά χωρίς ιδιαίτερη τύχη. Στα περισσότερα άρθρα γίνονταν μόνο αναφορές στην περιοχή και περιγραφή της φωτιάς. Αν ανέκριναν κάποιον, το όνομά του δεν αποκαλυπτόταν. Κυρίως όμως οι εμπρηστές σχεδόν ποτέ δεν μιλούσαν στα μίντια, και τις μια δυο φορές που το έκαναν απλώς αρνούνταν ότι έβαλαν τις φωτιές. Έτσι η ερώτησή μου, ποιος κάνει εμπρησμούς, δεν είχε απαντηθεί.

Αποφάσισα λοιπόν να βρω κάποιον που είχε καταδικαστεί για εμπρησμό που θα ήθελε να μιλήσει. Το 2015 άρχισα να ψάχνω παλιά δικαστικά έγγραφα για να βρω ονόματα. Όταν έφτιαξα μια λίστα, μέσω των social media βρήκα ανθρώπους και τους ζήτησα να τους πάρω συνέντευξη. Για ένα χρόνο είτε μου αρνούνταν είτε εξαφανίζονταν ώσπου μια μέρα μου έστειλε μήνυμα ένας τύπος, ας τον πούμε David. Μου είπε ότι είχε συλληφθεί για εμπρησμούς ως έφηβος στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 και αν ήθελα να μάθω παραπάνω μπορούσα να τον επισκεφτώ στο σπίτι του.

***

Στην Αυστραλία υπάρχουν μερικά από τα πιο εύφλεκτα μέρη του κόσμου. Τα γεμάτα θάμνους φαράγγια της Καλιφόρνια επίσης είναι ό, τι πρέπει για πυρκαγιές αλλά όχι στον ίδιο βαθμό. Εδώ τα δάση μας είναι γεμάτα ευκαλύπτους που για δεκάδες χιλιάδες χρόνια βασίζονταν στις πυρκαγιές για εκκόλαψη σπόρων, και ενθαρρύνουν τις φωτιές καθώς τα φύλλα τους με περιέχουν αιθέρια έλαια. Φυσικά, στη σημερινή κοινωνία καταβάλουμε μεγάλες προσπάθειες για τον περιορισμών των πυρκαγιών αλλά η οικολογία της Αυστραλίας δεν έχει αλλάξει. Τα καλοκαίρια μας είναι ζεστά και με ξηρασία, η χλωρίδα είναι πολύ εύφλεκτη και αυτοί οι παράγοντες αποτελούν ευκαιρία για όποιον έχει τη ροπή προς μια σχετικά εύκολη καταστροφή.

Τα δεδομένα δείχνουν ότι πολλοί στην Αυστραλία έχουν ροπή προς την καταστροφή. Σύμφωνα με μελέτη του Ινστιτούτου Εγκληματολογίας της Αυστραλίας 13 τα εκατό των δασικών πυρκαγιών είναι σκόπιμες. Αλλά καθώς οι εμπρηστές σπάνια πιάνονται, ένα 37 τα εκατό παραμένει ύποπτο, που σημαίνει ότι στατιστικά είναι πιθανό ο εμπρησμός να είναι η μεγαλύτερη αιτία των πυρκαγιών στην Αυστραλία. Όπως επισημαίνεται στη μελέτη: «για όλες τις πυρκαγιές σε δασικές εκτάσεις για τις οποίες δεν καταγράφεται αιτία, το 50% μπορεί να είναι σκόπιμες».

Αυτά τα ευρήματα προέκυψαν από ένα σύνολο 280.000 πυρκαγιών μέσα σε 5 χρόνια. Ακόμα λοιπόν κι αν υποθέσουμε ότι λιγότερο από τις μισές είναι σκόπιμες, υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων που βάζει φωτιές – μια τρομακτική εικόνα απρόσωπης παράνοιας στη χώρα.

Σήμερα, χάρη στην έρευνα μετά το Μαύρο Σάββατο, το εγκληματικό προφίλ των εμπρηστών έχει προσδιοριστεί αρκετά, αλλά για μένα είναι πολύ απρόσωπο. Ξέρουμε ότι οι εμπρηστές συνήθως είναι άντρες με μέση ηλικία τα 26, κι ένας ανησυχητικός αριθμός τους δουλεύει εθελοντικά για τις πυροσβεστικές υπηρεσίες της χώρας. Επίσης συνήθως ζουν αποκομμένοι από φίλους και οικογένεια και έχουν κατάθλιψη ή ψυχικές ασθένειες.

Όπως διαπίστωσα, ο David πληρούσε όλες αυτές τις... προδιαγραφές.


VICE Video: Οι «Θεοί» του Ολύμπου

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook


***

Δεν θα αποκαλύψω που έμενε ο David, καθώς αυτός ήταν όρος για τη συνέντευξή μας, αλλά θα πω ότι ζούσε σε ένα βικτοριανό σπίτι με λεβάντες στην αυλή. Σταμάτησα εκεί με το αυτοκίνητο και εμφανίστηκε ο David στην ισόγεια βεράντα και με χαιρέτησε όλο ενθουσιασμό. Ήταν λίγο πάνω από 1.55 με καστανόξανθα μαλλιά και ένα χαμόγελο που μου θύμισε παιδάκια σε χριστουγεννιάτικες κάρτες. Ήταν κοντά στα 50 αλλά φαινόταν νέος – όχι με ανατριχιαστικό τρόπο αλλά με τρόπο που με έκανε να θέλω να βεβαιωθώ ότι είχε φάει αρκετό πρωινό. Τον είδα να διασχίζει το γρασίδι με τα ορθοπεδικά του παπούτσια και το χέρι τεντωμένο και σκέφτηκα, δεν είναι όπως τον φανταζόμουν.

Ο David μου εξήγησε ότι έμενε με τη μητέρα το που είχε φύγει για να μας δώσει χώρο. Αναγνώριζε ότι ήταν uncool να μένει με τη μάνα του αλλά παραδέχτηκε ότι και οι δύο είχαν ανάγκη την παρέα και τον ακολούθησα στο σπίτι που ήταν γεμάτο οικογενειακές φωτογραφίες και πορσελάνινα διακοσμητικά. Κοιτάζοντας ολόγυρα είχα την αίσθηση ότι η ζωή του David από την εφηβεία και μετά δεν είχε εξελιχθεί ραγδαία. Καθίσαμε στο τραπέζι της κουζίνας και ο David άρχισε να μιλάει. Είχε ευτυχισμένη παιδική ηλικία, μεγάλωσε στη νοτιοανατολική ακτή με τις αδελφές και τους γονείς του που τους αγαπούσαν. Περιέγραψε τον εαυτό του ως εξωστρεφή και αισιόδοξο μέχρι τα 12 που άλλαξαν όλα.

«Τότε συνέβη κάτι τραγικό» εξήγησε προσεκτικά κοιτάζοντας το ταβάνι. «Με βίασε ο κολλητός μου».

Ο David μου αφηγήθηκε πώς πήγε στην παραλία με δύο μεγαλύτερα αγόρια, ο ένας τον κρατούσε και ο άλλος τον βίαζε.

Μετά από αυτό ο David άλλαξε. Δεν είπε σε κανέναν τι συνέβη, απλώς περνούσε πολύ χρόνο στο δωμάτιό του σχεδιάζοντας εκδίκηση και βλέποντας τηλεόραση. Λέει ότι η μαμά του ήξερε ότι κάτι συνέβαινε και προσπαθούσε να του μιλήσει αλλά την απομάκρυνε. Το μόνο τελικά που είχε μια επίδραση ήταν που ο μπαμπάς του τον έγραψε ως junior πυροσβέστη, κάτι που τον έκανε να ξεχαστεί. Μετά τη σεξουαλική επίθεση ένιωθε ότι δεν άξιζε τίποτα αλλά η δουλειά με τους πυροσβέστες του έδωσε έναν σκοπό.

«Ξαφνικά ένιωσα ότι ανήκα σε μια κοινότητα. Βοηθούσα να μαζευτούν χρήματα. Είχα μια αίσθηση ότι ανήκα κάπου μάλλον».

Όπως συμβαίνει με πολλούς, περισσότερο του άρεσε να σβήνει φωτιές, οι ποίες ήταν λίγες και αραιές. Ώσπου μια μέρα είχε μια ιδέα. Παρακολουθούσε τον αρχηγό να επισημαίνει τις περιοχές στον χάρτη που χρειάζονταν προληπτικό κάψιμο για να μειωθούν τα φορτία καυσίμων κι ο David αναρωτήθηκε τι θα γινόταν αν πήγαινε εκείνος νωρίτερα. Οι περιοχές αυτές θα καίγονταν έτσι κι αλλιώς έτσι τι πείραζε να τους βάλει φωτιά; Επιπλέον θα περνούσαν ένα ωραίο μεσημέρι σβήνοντας φωτιές.

1562575440507-arson2
Illustrations by Michael Dockery

«Σκέφτηκα ότι αν έβαζα τις φωτιές, θα ήμουν ο πρώτος στον πυροσβεστικό σταθμό κάθε φορά, ο πρώτος που θα ξεκλείδωνε τα πάντα και θα τα ‘χε όλα έτοιμα όταν θα έρχονταν οι άλλοι. Και θα ήξερα κάθε φορά που θα πηγαίναμε. Θα ήταν το μυστικό μου και θα ένιωθα δυνατός».

Ο David δεν ήθελε να βάλει μια μεγάλη πυρκαγιά χωρίς εξάσκηση έτσι άρχισε να περνάει τα μεσημέρια στα δάση τσεκάροντας τεχνικές ανάφλεξης. Έπαιρνε σακούλες με κεριά, σπίρτα και εύφλεκτα υγρά για να δει τι είδους φωτιά άναβε κάθε μέθοδος. Τελικά κατέληξε στα κεριά επειδή καίγονταν αργά και του έδιναν χρόνο να φύγει.

Στην αρχή λέει ότι η πυρομανία του δεν είχε να κάνει με την επιθετικότητα. Είχε να κάνει με το ότι ήθελε να σβήνει φωτιές με την ομάδα του και να τον επαινεί ο αρχηγός. Και με αυτή την έννοια η πρώτη του πυρκαγιά ήταν επιτυχία – όπως περιγράφηκε στην αρχή του άρθρου – έτσι άναψε άλλη μία λίγες εβδομάδες αργότερα και άλλη μία λίγο μετά.

Ο τρόπος που το έκανε ήταν πάντα ο ίδιος: δανειζόταν το αμάξι της μαμάς του, πήγαινε σε κάποιο σημείο του κοντινού εθνικού δρυμού και έριχνε μερικά κεριά. Φρόντιζε έπειτα να βάλει φωτιά στη χαμηλή βλάστηση πριν φύγει για τον πυροσβεστικό σταθμό.

Το καλοκαίρι του 1987 το χόμπι του από μηνιαία διασκέδαση έγινε εβδομαδιαία αναγκαιότητα. Σύντομα έβαζε φωτιές κάθε φορά που περνούσε μια δύσκολη μέρα – όχι για να ανήκει κάπου αλλά για να νιώθει ότι έχει δύναμη. Σύντομα έβαζε φωτιές μόνο για την ένταση του να κάνει στάχτη ένα δάσος και εθίστηκε σε αυτό.

«Οι χειρότερες στιγμές ήταν τον χειμώνα. Ήθελα να ανάβω φωτιές αλλά δεν μπορούσα έτσι ξεσπούσα το καλοκαίρι και την άνοιξη. Και έπρεπε να φροντίζω να το κάνω πολλές φορές το καλοκαίρι, να πάρω τη δόση μου επειδή ήξερα ότι δεν θα μπορούσα τον χειμώνα».

Με κάποιο τρόπο κατάφερε να βγάλει το πρώτο καλοκαίρι χωρίς να σκοτώσει κανέναν αλλά προς το τέλος του 1988 που άρχισε να έχει πάλι ζέστη, οι φωτιές αυξήθηκαν. Όταν ρώτησα τον David πόσες φωτιές είχε ανάψει το δεύτερο καλοκαίρι, το καλοκαίρι που τον έπιασαν το σκέφτηκε για λίγο. «Δεν ξέρω. Είκοσι; Τριάντα; Μπορεί και 50».

Τον έπιασαν λίγες μέρες πριν από τα 18α γενέθλιά του. Η διοίκηση του πυροσβεστικού σταθμού άρχισε να υποψιάζεται ότι υπήρχε κάποιος εμπρηστής και όλοι είχαν τον νου τους. Όταν κάποιος αναγνώρισε το αυτοκίνητο της μαμάς του David να απομακρύνεται από μια φωτιά, τηλεφώνησε στον αρχηγό κι εκείνος του είπε να μην μιλήσει σε κανέναν. Θα πήγαινε ο ίδιος να βρει τον David και θα τον πήγαινε στο αστυνομικό τμήμα.


VICE Meets: Πάολα Ρεβενιώτη

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook


Για τον David τελείωσαν όλα όταν ο αρχηγός εμφανίστηκε στην πόρτα του και του είπε ότι τον έπιασαν. Τον πόνεσε αλλά όχι τόσο όσο όταν του είπε ότι δεν ανήκε πια στην πυροσβεστική υπηρεσία. Έπειτα πήγαν μαζί στο αστυνομικό τμήμα.

Καθώς ήταν μόλις 17 χρονών, ο David στην αρχή έλεγε στην αστυνομία ότι δεν ήξερε τίποτα για τις φωτιές και ένας αστυνομικός τον χτύπησε στο κεφάλι με τον τηλεφωνικό κατάλογο και τότε ομολόγησε τα πάντα. Έκτοτε έγιναν πολλές αξιολογήσεις από ψυχολόγους που κατέληξαν ότι δεν μπορούσε να φυλακισθεί – και γι’ αυτό τελικά μάλλον καταδικάστηκε σε 250 ώρες κοινωνική εργασίας και ένα χρόνο υποχρεωτική ψυχοθεραπεία.

Αν τον έπιαναν να ανάβει φωτιές εν έτει 2019 θα πήγαινε σίγουρα φυλακή. Αλλά το 1988 η λέξη εμπρηστής δεν ακούστηκε πολύ στα μίντια και ακόμα δεν υπήρχε η πολιτική δίψα για υποχρεωτική φυλάκιση. Έτσι το δικαστήριο ακολούθησε μια προσέγγιση αποκατάστασης και ο David έκανε ψυχοθεραπεία κάθε βδομάδα έτσι μπόρεσε να συζητήσει τη σεξουαλική επίθεση που υπέστη.

«Χαίρομαι που με έπιασαν. Βάδιζα προς την καταστροφή και αν δεν με είχαν πιάσει... τρέμω στη σκέψου του τι θα είχε συμβεί».

Από τις φωτιές του David ποτέ δεν καταστράφηκαν περιουσίες ούτε τραυματίστηκε κάποιος απ ‘όσο ήξερε αλλά παραδέχτηκε ότι θα μπορούσε να συμβεί. Είπε ότι λυπόταν αλλά όταν τον ρώτησα αν το μετάνιωσε κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Μπορεί να σε εκπλήξει αλλά δεν μετανιώνω γιατί έτσι μπόρεσα να κάνω ψυχοθεραπεία τελικά».

Ο David εξήγησε ότι ο λόγος που συμφώνησε στη συνέντευξη ήταν επειδή ήθελε να καταλάβει ο κόσμος τον εμπρησμό. Ήθελε να δείξει ότι δεν ήταν κάτι κακόβουλο αλλά μια έκκληση βοήθειας από κατεστραμμένους, τραυματισμένους ανθρώπους που ο καθένας έχει μια δική του εκδοχή της ιστορίας βιασμού του David.

Στο τέλος τον ρώτησα πώς πιστεύει ότι θα έπρεπε να αντιμετωπίζει η κοινωνία τον εμπρησμό και όσους εμπλέκονται σ’ αυτόν και η απάντησή του, όπως ήταν αναμενόμενο, βρισκόταν στη φροντίδα ψυχικής υγείας.

«Πρέπει να τους προλάβουμε πριν γίνουν εμπρηστές. Άνθρωποι που έχουν βιώσει κάποιο τραύμα νιώθουν ότι δεν μπορούν να μιλήσουν σε κανέναν. Αλλά αν οι φίλοι τους και η οικογένειά τους έχουν το νου τους, η ψυχική ασθένεια μπορεί να διαγνωσθεί πιο γρήγορα. Στη δική μου περίπτωση πήρε εφτά χρόνια, αλλά μπορούσε να έχει γίνει μέσα σε λίγους μήνες ή ακόμα και εβδομάδες».

Καθώς σουρούπωνε δώσαμε τα χέρια στην αυλή και γύρισα σπίτι με μια αίσθηση κενού. Είχα την απάντησή μου, ήταν μια προφανής απάντηση και μάλλον αυτή θα είχα προβλέψει, αν έπρεπε να μαντέψω. Αλλά αυτό που δεν είχα προβλέψει ήταν πώς η ιστορία του David με βοήθησε να δω πόσο συνηθισμένο φαινόμενο είναι η δυστυχία σε εθνικό επίπεδο.

«Νομίζω πως το τραύμα είναι πολύ συνηθισμένο», είπε πριν φύγω. «Ίσως γι’ αυτό έχουμε τόσες φωτιές».

Ακολουθήστε τον Julian στο Twitter και το Instagram

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

To άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο VICE AU

Περισσότερα από το VICE

Δέκα Tips για να Κάνεις πιο Πράσινο το Καλοκαίρι σου

Αποφάσισα να Παίξω των Πρώτο μου Αγώνα ΜΜΑ στα 39 μου

Η 19χρονη που Γίνεται Δημοφιλής Επειδή Ραπάρει Φορώντας Hijab

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.