Συνέντευξη

Συζητώντας για το Ρεμπέτικο, την Εκκλησία και τη Μακεδονία με τον Δημήτρη Μυστακίδη στα Εξάρχεια

Μια κουβέντα με έναν μουσικό που δεν μιλάει μόνο για τη μουσική.

Κείμενο Μελπομένη Μαραγκίδου; φωτογραφίες Κωνσταντίνος Ζηργάνος-Καζολέας
24 Ιανουάριος 2018, 7:00am

Κάθομαι στο πατάρι του μπαρ Locomotiva στα Εξάρχεια, τον βλέπω να μπαίνει και η καρδιά μου χτυπάει δυνατά από άγχος, πράγμα που δεν μου έχει συμβεί ξανά, πριν από συνέντευξη. Όμως συμβαίνει πλέον σπάνια να συναντάς καλλιτέχνες τους οποίους θαυμάζεις τόσο για το έργο τους, όσο και τη στάση τους απέναντι στη ζωή και την κοινωνία, οπότε αυτό που επικρατεί είναι το δέος.

Την κιθάρα του Δημήτρη Μυστακίδη την είχα ακούσει στη «Λοξή Φάλαγγα» του αξέχαστου Νίκου Παπάζογλου, με τον οποίο έπαιζε επί μία δεκαετία, και την ξεχώρισα στις συναυλίες του Θανάση Παπακωνσταντίνου, με τον οποίο συνεργάζεται εδώ και 16 χρόνια. Όμως χάρη σε μια φίλη ανακάλυψα το όνομά του και τον υπόλοιπο κόσμο του, στον οποίο πρωταγωνίστρια είναι πάντα η λαϊκή κιθάρα. Από τότε τα άλμπουμ 16 Ρεμπέτικα με Κιθάρα, οι Αψιλίες, το Ψιθυρίζοντας το Ρεμπέτικο, το Εσπεράντο και πρόσφατα το Amerika κατέχουν εξέχουσα θέση στην προσωπική μου playlist.

Έχει συστήσει εκ νέου το ρεμπέτικο, με τον δικό του μοναδικό τρόπο, αποτινάσσοντας από το μυαλό μας τη στρεβλή εντύπωση ότι το παραδοσιακό είναι κάτι ξεπερασμένο ή φολκλόρ.

Ο Δημήτρης Μυστακίδης, που τη μία τραγουδά για τον αγώνα στις Σκουριές και την άλλη για την Ηριάννα, βρίσκεται επί μήνες στο Top-10 της World μουσικής στην Ευρώπη. Παράλληλα, διδάσκει στο Τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής του ΤΕΙ Ηπείρου και στο μεταπτυχιακό Τμήμα της Σχολής Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, γράφει βιβλία, μελετά, κάνει δικά του live, πάει σε φεστιβάλ στο εξωτερικό, συμμετέχει στις συναυλίες του Θανάση Παπακωνσταντίνου και χαίρει σεβασμού από τους σπουδαιότερους μουσικούς, συνθέτες και ερμηνευτές, έχοντας κάνει πάνω από 100 ηχογραφήσεις δίσκων. Προσωπικά, αυτό που του οφείλω, πέρα από αξέχαστες βραδιές με τα τραγούδια του, είναι ότι μας έχει συστήσει εκ νέου το ρεμπέτικο, με τον δικό του μοναδικό τρόπο, κάνοντάς μας να το αγαπήσουμε και αποτινάσσοντας από το μυαλό μας τη στρεβλή εντύπωση ότι το παραδοσιακό είναι κάτι ξεπερασμένο ή φολκλόρ.

Κάθεται δίπλα μου, ανάβει τσιγάρο και παραγγέλνει ένα τζιν. Γελάει με τον εαυτό του, καθώς μόλις έχει ανακαλύψει ότι επί 25 χρόνια που κατεβαίνει στην Αθήνα από τη Θεσσαλονίκη, κάνει έναν μεγάλο κύκλο για να φτάσει στα Εξάρχεια, ενώ το ξενοδοχείο που μένει όλα αυτά τα χρόνια απέχει από την πλατεία περίπου 800 μέτρα. Μιλάμε λίγο για τη γειτονιά, που λέει ότι του αρέσει και στην οποία φυσικά δεν νιώθει καθόλου φόβο να κυκλοφορεί, κόντρα σε όσους την έχουν χαρακτηρίσει «άβατο».

VICE: Δεν έχετε ζήσει ποτέ στην Αθήνα όλα αυτά τα χρόνια;
Δημήτρης Μυστακίδης: Ποτέ. Μεγάλωσα στις δυτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης, στον Εύοσμο και τώρα ζω στο Πανόραμα.

Πώς είναι τα πρώτα χρόνια στη Θεσσαλονίκη για ένα παιδί που θέλει να ασχοληθεί με τη μουσική; Βρίσκει ευκαιρίες;
Κοίταξε, η περιοχή που μεγάλωσα εγώ ήταν τότε πολύ υποβαθμισμένη. Εμείς βέβαια, τότε, δεν το ξέραμε, επειδή όταν μεγαλώνεις σε ένα περιβάλλον και δεν βγαίνεις παραέξω, αυτό αντιλαμβάνεσαι ως το περιβάλλον που ζουν όλοι. Οπότε, όσοι είχαμε ανησυχίες, δεν είχαμε πολλές διεξόδους. Ό,τι γινόταν τότε, γινόταν από συλλογικότητες, ψιλοαυτόνομα δηλαδή και επειδή ήταν η δεκαετία του ’80, κατά την οποία είχαν δημιουργηθεί ειδικά εκεί, αλλά και σε όλες τις συνοικίες της Θεσσαλονίκης, ομάδες θεάτρου, μουσικές και ήταν η δεύτερη αναβίωση του ρεμπέτικου, είχαν γίνει και πάρα πολλοί πολιτιστικοί σύλλογοι. Οι σύλλογοι αυτοί δεν ήταν με την εποπτεία κάποιου δήμου, ήταν αυτόνομοι και εκεί βρίσκαμε διέξοδο και εμείς, όταν θέλαμε να κάνουμε άλλα πράγματα από το να παίξουμε μπάλα ή πετροπόλεμο. Ας πούμε, πως εγώ τη μουσική και το θέατρο εκεί τα γνώρισα.

Για τους πιτσιρικάδες που ασχολούνται με τη μουσική, σήμερα, είναι πολύ πιο δύσκολα τα πράγματα, από ό,τι ήταν για εμάς.

Αλλά κάποια στιγμή ξεκινάει μέσα σας να γίνεται συνειδητό το ότι «εγώ με τη μουσική θέλω να ασχοληθώ, με τίποτα άλλο». Πότε γίνεται αυτό;
Ναι, πολύ νωρίς. Έγινε όταν πήγαινα Έκτη Δημοτικού.

Από εκεί, ποια είναι η μουσική σας πορεία;
Εκείνη τη δεκαετία υπήρχαν πάρα πολλά μαγαζιά και έπαιζα. Παντού είχε μουσική. Ήταν η δεκαετία της Αλλαγής και του ΠΑΣΟΚ, που είχε δώσει χρήμα μπόλικο, προφανώς. Οπότε, υπήρχε χρήμα στα μαγαζιά. Εγώ τότε δεν το ήξερα, αλλά στην ουσία, με το που ξεκινούσες να παίζεις λίγο, μετά διάλεγες σε ποιό μαγαζί ήθελες να είσαι, καθώς υπήρχε πάρα πολύ μεγάλη προσφορά.

Αυτό ακούγεται ουτοπικό σήμερα για τους νέους μουσικούς.
Ναι, αυτό λέω, ότι για τους πιτσιρικάδες που ασχολούνται με τη μουσική, σήμερα, είναι πολύ πιο δύσκολα τα πράγματα, από ό,τι ήταν για εμάς. Μπορεί να είναι πιο εύκολη η πληροφορία, το ρεπερτόριο, αλλά παίζουν, παίζουν, παίζουν και δεν έχουν πού να πάνε να παίξουν. Μελετάνε, είναι πολύ καλοί και δεν έχουν πού να παίξουν.

Τότε, την εποχή που μπορούσες να επιλέξεις πού θα παίξεις, εσείς πού παίζατε;
Καλά, όταν λέμε να επιλέξεις, μη φανταστείς ότι μπορούσες να επιλέξεις ό,τι ήθελες. Απλώς, είχε πολλά μαγαζιά με μουσική και όσοι ασχολούμασταν και παίζαμε ρεμπέτικα, λέγαμε «πάμε φέτος σε αυτό το μαγαζί», την άλλη χρονιά στο άλλο μαγαζί. Πάντα είχαμε δουλειά, έβρισκες δηλαδή.

Εγώ ξεκίνησα να παίζω πάρα πολύ νωρίς. Ήθελα να πάω στο ωδείο, αλλά δεν με έστελναν, επειδή τα οικονομικά της οικογένειας δεν ήταν πολύ καλά, αλλά ήταν και πολύ μακριά τα ωδεία. Έπρεπε να ταξιδέψεις ουσιαστικά, να πας στο κέντρο της Θεσσαλονίκης από τον Εύοσμο. Ξεκίνησα να παίζω από τότε που ήμουν στο σχολείο, Παρασκευή/Σάββατο/Κυριακή, σε ταβέρνες και μικρά μαγαζιά. Έπειτα, πήγα πρώτα φαντάρος, όταν ήμουν 18 χρονών, επειδή ήθελα να γυρίσω και να σπουδάσω μουσική. Από την πρώτη μέρα που απολύθηκα από τον στρατό, έπιασα δουλειά και έπειτα πήγα και στο ωδείο.

Το μεγαλύτερο σχολείο ήταν το ταξίδι - όσο ταξιδεύεις, τόσο ανοίγει το μυαλό σου. Κάναμε απίστευτα ταξίδια. Οι περιοδείες του Παπάζογλου ήταν τεράστιες.

Το σμίξιμο με τον Νίκο τον Παπάζογλου πώς έγινε;
Αυτό έγινε μετά τον στρατό. Ήμουν 22 χρονών και είχε φύγει ο Σωκράτης Μάλαμας από ένα μαγαζί που έπαιζε. Εκεί, κιθαρίστας ήταν ο Μπάμπης Παπαδόπουλος. Με τον Μπάμπη γνωριζόμασταν, παίζαμε μαζί σε ρεμπετάδικα όταν ήμασταν πιτσιρικάδες και όταν χρειάστηκε ο Μπάμπης να παίξει ηλεκτρική και έψαχναν ακουστικό κιθαρίστα, ήρθε στο μαγαζί που δούλευα, με άκουσε και μου είπε να πάω μαζί του.

Τι είναι το πιο σημαντικό που σας είχε διδάξει ο Παπάζογλου αυτά τα χρόνια που ζήσατε μαζί;
Κοίτα, δεν σου δίδασκε προσωπικά. Ήταν η αφορμή, για να μάθεις πράγματα, αν ήσουν και εσύ ανοιχτός στο να πάρεις πράγματα. Καταρχάς, το μεγαλύτερο σχολείο ήταν το ταξίδι - όσο ταξιδεύεις, τόσο ανοίγει το μυαλό σου. Κάναμε απίστευτα ταξίδια. Οι περιοδείες του Παπάζογλου ήταν τεράστιες. Γνωρίζαμε ανθρώπους που θαύμαζα τη λαϊκή σοφία που είχαν. Δεν ήταν καθηγητές πανεπιστημίου ή οτιδήποτε. Μπορεί να ήταν ένας ψαράς στην Ικαρία, ένας τσοπάνος στη Νάξο, αλλά όταν καθόσουν και μιλούσες με αυτούς τους ανθρώπους, έβλεπες μια λαϊκή σοφία που ήταν άμεση.

Θυμάστε την πρώτη φορά που πήγατε να παίξετε σε συναυλία του Παπάζογλου; Υπήρχε άγχος;
Και βέβαια υπήρχε. Καταρχάς, εγώ ακόμη και 30 χρονών που ήμουν, ίδρωναν τα χέρια μου από το άγχος όταν έπαιζα. Δημιουργικό άγχος, βέβαια, αλλά ήμουν πολύ σφιχτός. Αγχωνόμουν, επειδή μου άρεσε πολύ αυτή η δουλειά.

Το άγχος ήταν πιο πολύ για τους άλλους μουσικούς ή για τον κόσμο; Δηλαδή, σκεφτόσασταν να μην κάνετε λάθος και το αντιληφθεί ο Παπάζογλου ή το κοινό;
Πάντα, παίζεις πρώτα για τους άλλους που είναι πάνω στη σκηνή και μετά για τον κόσμο. Τουλάχιστον εγώ. Θέλω να είμαι καλός για τους άλλους που είναι δίπλα μου και μετά για τον κόσμο. Οπότε, ναι, για τους μουσικούς, για τους συναδέλφους μου. Επειδή ξέρεις ότι είναι μια αλυσίδα εκεί πάνω και αν κάτι δεν γίνει σωστά, τότε καταρρέει όλο το οικοδόμημα. Βέβαια, με την εμπειρία, σιγά-σιγά, το ξεπερνάς.

Μετά ήρθε και η συνεργασία με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Θυμάμαι, σας είχα πάρει τηλέφωνο κάποια στιγμή το καλοκαίρι και μου είπατε πως είστε σε ένα απομακρυσμένο χωριό και γράφετε τον νέο δίσκο του Θανάση. Για μένα ήταν το ιδανικό σκηνικό στο μυαλό μου. Πώς ήταν;
Κοίτα, ο Θανάσης έκανε ένα εκπληκτικό στούντιο πάνω σε ένα βουνό, σε ένα χωριό που δεν έχει τίποτα. Είναι ένας πάρα πολύ ωραίος χώρος για μουσική και έχει και έναν χώρο που φιλοξενεί τον κόσμο. Εμείς ήμασταν μαζεμένοι καμιά δεκαριά άτομα, κοιμόμασταν χύμα στο στούντιο, ήταν σαν πενθήμερη του σχολείου. Όλη μέρα παίζαμε, αυτό κάναμε. Τρώγαμε, πίναμε, παίζαμε. Αυτό είναι το καλό, όταν είσαι σε ένα περιβάλλον που δεν σε αποσπούν εξωτερικοί παράγοντες, ούτε έχεις να πας κάπου. Ούτε καφέ δεν είχε να πάρεις. Ήμασταν μόνο εκεί μέσα και χαλαρά, χωρίς να μας πιέζει ο χρόνος, μπορεί να γράφαμε μέχρι τις τρεις το πρωί και να κοιμόμασταν μέχρι τις τρεις το μεσημέρι. Ήταν πολύ ωραία και η παρέα ήταν όλη σούπερ.

Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία χρόνια η κατάσταση έχει εκτραχυνθεί. Ένα μεγάλο ποσοστό του κοινού στις συναυλίες έχει ξεφύγει. Πετούν νερά και μπουκάλια πάνω στη σκηνή και είναι ένας λόγος που σταμάτησε να παίζει ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου.

Δεν είναι αρκετά αισιόδοξο το γεγονός ότι όλο και πιο νέοι άνθρωποι έρχονται στις συναυλίες του Θανάση Παπακωνσταντίνου;
Αυτό το έχω ζήσει πρώτα με τον Παπάζογλου. Έπαιζα με τον Παπάζογλου και έβλεπα μπαμπάδες με τα παιδιά τους και μετά τα παιδιά τους που έρχονταν. Το ίδιο βλέπω και με τον Θανάση. Είναι ένας καλλιτέχνης που έχει τη δυνατότητα να εμπλουτίζει το κοινό του. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι τα τελευταία χρόνια η κατάσταση έχει εκτραχυνθεί. Δηλαδή ένα μεγάλο ποσοστό του κοινού στις συναυλίες έχει ξεφύγει. Πετούν νερά και μπουκάλια πάνω στη σκηνή και είναι κι ένας λόγος που σταμάτησε να παίζει.

Πώς βιώσατε τη συναυλία για την Ηριάννα; Στο παρελθόν έχετε παίξει και για τις Σκουριές.
Πάρα πολύ ωραία, εξαιρετικά. Σε όλα αυτά έχω παίξει. Σε όσα πιστεύω ότι αξίζει τον κόπο και μπορώ, συμμετέχω. Οι Σκουριές και η Ηριάννα ήταν πολύ μαζικά γεγονότα, που είχαν πολύ κόσμο.

Στην Ηριάννα υπήρχε και κόσμος που δεν συμμετέχει σε κινηματικές διαδικασίες και αυτή η συναυλία ήταν η πρώτη τους μορφή πολιτικοποίησης. Όλα τα πράγματα με κάποια αφορμή ξεκινούν. Αυτό ήταν μια αφορμή για μερικά παιδιά να ακούσουν κάτι άλλο και να μπουν σε μια άλλη διαδικασία σκέψης.

Πάνω σε αυτό επανέρχεται και η συζήτηση για τον ρόλο των καλλιτεχνών στην κοινωνία και τη σημασία του να μην μένουν αμέτοχοι.
Αυτό έχει να κάνει με την ψυχή του καθενός. Το να αντιμετωπίζεις τη δουλειά σου μόνο σαν δουλειά, δεν είναι σωστό. Αυτό που κάνουμε εμείς δεν είναι μόνο δουλειά. Έχουμε μια δύναμη που αν τη χρησιμοποιήσουμε σωστά, βλέπεις τι γίνεται. Πόσα δικαστήρια πληρώθηκαν από τις συναυλίες για τις Σκουριές; Μόνο η κάθε έφεση ήταν 850 ευρώ - 450 άτομα ήταν που διώκονταν. Αν μπορείς να πας ένα απόγευμα να προσφέρεις για έναν πολύ ωραίο σκοπό, γιατί να μην πάς; Επειδή θα χαρακτηριστείς; Πάρα πολύ γούσταρα που ήρθε η Μποφίλιου και έπαιξε εκεί για την Ηριάννα - και αν μπορούσαν να έρθουν και από άλλους χώρους, θα ήταν ακόμη καλύτερα. Οι γελοίοι χαρακτηρισμοί που έχουν μπει -οι έντεχνοι, οι σκύλοι, οι χίπστερ και μπούρδες- δεν μου αρέσουν. Όλοι μουσική κάνουμε και μπορούμε να συγκεντρώσουμε κόσμο. Άσχετα τι πιστεύει ο καθένας, όλοι μουσική κάνουμε.

Ήταν δική σας επιρροή να παίξετε ρεμπέτικα στη συναυλία για την Ηριάννα;
Όχι, ίσα-ίσα, εγώ δεν έπαιξα κανένα ρόλο σε αυτό. Ο Θανάσης και ο Γιάννης ο Αγγελάκας ήθελαν να παίξουν ρεμπέτικα. Καλά, ο Θανάσης και ο Γιάννης ξέρω ότι αγαπούν τα ρεμπέτικα πολλά χρόνια. Έτσι και αλλιώς, όταν βρισκόμαστε, παίζουν ρεμπέτικα και αυτοί. Τα γουστάρουν και αυτοί εξίσου, μη σου πω και πιο πολύ. Ο Θανάσης είναι πιο «ταλιμπάν» και ο Γιάννης τ’ ακούει και τρελαίνεται.

Το συλλαλητήριο που διοργανώνεται στη Θεσσαλονίκη πώς το βλέπετε (σ.σ. η συνέντευξη έγινε πριν από το συλλαλητήριο);
Για τη Μακεδονία; Γελοιότητες.

Έχετε ωραίο κόσμο πάνω στη Θεσσαλονίκη. Άνθιμο...
Είχαμε την καταπληκτική τριάδα Ψωμιάδης, Άνθιμος και Παπαγεωργόπουλος.

Κάποια στιγμή, σε μια συνέντευξή σας στην ΕΡΤ3, είχατε πει ότι στο παραδοσιακό τραγούδι ήταν μόνο παπάδες.
Καλά, ναι, αυτό ήταν μια πολύ πικραμένη ιστορία και με έκραξαν πάρα πολύ τότε για αυτό, να ξέρεις.

Να μου πεις πήγαινε σε ένα μαγαζί και δούλευε μόνιμα, θα σου πω δεν υπάρχει περίπτωση. Τα θαυμάζω πολύ τα παιδιά που αντέχουν και κάνουν αυτό το πράγμα.

Γιατί;
Ε, επειδή υπάρχουν αρκετές τάσεις στα μουσικά πράγματα. Η παραδοσιακή μουσική στην αναβίωσή της, τότε το ’85, έγινε στα αστικά κέντρα. Έπαιζαν παραδοσιακά στη Θεσσαλονίκη, επειδή σου λέει, στα αστικά κέντρα έχουν ανάγκη, στην ύπαιθρο μια χαρά υπήρχαν και υπάρχουν. Φεύγω στον Στρατό, γυρνάω και είχε καπελωθεί όλη η προσπάθεια από την Εκκλησία. Ξέρεις ότι στα μουσικά σχολεία ως παραδοσιακή μουσική διδάσκουν τη βυζαντινή; Ακόμη. Η θεωρεία της παραδοσιακής μουσικής είναι η βυζαντινή - και δεν έχει καμία σχέση.

Υπάρχουν εισηγήσεις για αυτά;
Πώς δεν υπάρχουν; Τα μαγαζιά, όμως, είναι πάρα πολύ μεγάλα. Το μαγαζί της Εκκλησίας και οι εκκλησιαστικές σχολές βγάζουν απόφοιτους και αυτοί ο ένας βοηθάει τον άλλον. Δεν είναι εύκολα να μπεις σε αυτό.


[VICE Video] Ο Τζίμης Πανούσης Ήταν Όλα Αυτά που θα Θέλαμε να Είμαστε

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Γενικά, πιστεύετε; Σε κάποιον Θεό;
Όχι βέβαια, καμιά σχέση. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι μπορούν να βρουν σε αυτό το πράγμα μια ηρεμία και μια γαλήνη, αλλά εγώ δεν μπορώ το 2018 να πιστεύω σε θρησκείες και σε θεότητες.

Πολιτικά που κινείστε; Έχετε ασχοληθεί ποτέ με την πολιτική;
Αν περιμένεις να σου πω ότι είμαι ταγμένος κάπου, δεν είμαι ταγμένος πουθενά. Αν θες, συνολικά, θα σου πω πως είμαι αριστερής ιδεολογίας, όπως έχει καθιερωθεί να λέγεται.

Καλά, μέσα στην Αριστερά βέβαια οι διαχωρισμοί είναι τεράστιοι.
Στην ουσία είμαι με αυτούς που βάζουν πρώτα από όλα τον άνθρωπο.

Ούτε πιο πιτσιρικάς είχατε μπει σε κάποια νεολαία;
Κοίτα, στη δική μου τη γενιά, ποιος δεν είχε περάσει από την ΚΝΕ; Αλλά μέχρι εκεί.

Ο τελευταίος σας δίσκος, Amerika, έχει γίνει αφορμή για να μιλήσετε για τους Έλληνες που μετανάστευαν τότε, σε σχέση και με το πώς φερόμαστε στους πρόσφυγες και τους μετανάστες που έρχονται σήμερα στην Ελλάδα. Τελικά, πιστεύετε ότι στις μέρες μας έχει επικρατήσει η αλληλεγγύη ή η ξενοφοβία και ο ρατσισμός απέναντί τους;
Στους χώρους που εγώ κινούμαι, έχει επικρατήσει η αλληλεγγύη. Αυτό που φαίνεται συνολικά, είναι ότι δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα, αλλά να σου πω κάτι; Λίγο μας αφορά. Σημασία έχει ότι προσπάθησαν πάρα πολλοί άνθρωποι να κάνουν κάτι για αυτούς τους ανθρώπους. Να σου πω την αλήθεια, νομίζω πως όλοι οι άνθρωποι έχουν το καλό μέσα τους, πρέπει να βρεις τον τρόπο να τους το βγάλεις.

Και στον χρυσαυγίτη;
Ο χρυσαυγίτης, για εμένα, έχει έλλειψη παιδείας. Αν βρεις έναν τρόπο να τον εκπαιδεύσεις αυτόν τον άνθρωπο, να του δώσεις έναν άλλο τρόπο να ακούσει κάποια πράγματα, δεν υπάρχει περίπτωση να μη γυρίσει.

Εγώ έρχομαι και παίζω 20 φορές στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη παίζω μία φορά, με το ζόρι. Είναι πιο δύσκολο να γίνεις μαζικός στη Θεσσαλονίκη.

Το πιστεύετε ακόμη και για τον Μιχαλολιάκο και τον Κασιδιάρη;
Τώρα κοίταξε, μετά από ένα σημείο, καίγεται ο εγκέφαλος. Μιλάμε για καταστάσεις που σώζονται. Το 7% που έχει ψηφίσει αυτό το πράγμα που λέγεται Χρυσή Αυγή είναι ψήφοι διαμαρτυρίας για τη μίζερη ζωή που ζει. Τόσο τους πάει το μυαλό, ότι εκεί είναι η λύση. Είμαστε λαός που θέλουμε την εύκολη λύση, κοιτάμε οι άλλοι να μας τη δώσουν και όχι να τη φτιάξουμε εμείς. Εγώ νομίζω ότι είναι θέμα παιδείας και ότι από όλους τους ανθρώπους μπορείς να πάρεις το καλό, φτάνει να βρεις τον τρόπο. Σε άλλους είναι εύκολο, σε άλλους πολύ δύσκολο, αλλά όχι ότι δεν υπάρχει τρόπος.

Πάντως οι ξένοι αγαπούν το ρεμπέτικο.
Πάρα πολύ. Το Amerika παίζεται σε όλη την Ευρώπη και στην Ελλάδα δεν παίζεται πουθενά.

Στην Ελλάδα δεν παίζεται πουθενά, επειδή έχουμε τις πληρωμένες playlist στα ραδιόφωνα.
Καλά, ναι, σωστό και αυτό.

H έρευνα που κάνατε για τον δίσκο Amerika, για να βρείτε τραγούδια που γράφτηκαν από ανθρώπους που μετανάστευσαν εκεί, μου φαίνεται επιπέδου ακαδημαϊκού.
Ακαδημαϊκή δεν τη λες. Είναι έρευνα μεγάλη όμως, το «ακαδημαϊκό» το έχουμε συνηθίσει ως λέξη, αλλά η αξία του είναι πολύ σπουδαία. Μια έρευνα τέτοιου επιπέδου σημαίνει ότι έχεις διαβάσει ό,τι υπάρχει και δεν υπάρχει, ό,τι πηγές έχεις βρει, σημαίνει ότι διασταυρώνεις πληροφορίες, ανακαλύπτεις πράγματα. Αυτό που έκανε ο Κωστής Καρπόζηλος με το βιβλίο Κόκκινη Αμερική (σ.σ. εκδ. ΠΕΚ) είναι ακαδημαϊκή δουλειά. Αυτό που έκανα εγώ είναι απλώς μια έρευνα.

Ήθελα να περιγράψω το ταξίδι από την αρχή του, μέχρι όσο μπορώ, μέχρι το πώς φτάνει στη χώρα, τι προβλήματα αντιμετωπίζει κανείς. Με αυτήν τη λογική, έψαχνα τα κομμάτια και για αυτό τα άλλαξα πολλές φορές στην πορεία και τα ηχογράφησα και δυο και τρεις φορές και με άλλες κιθάρες, επειδή ήταν μια κιθάρα και μια φωνή. Ευτυχώς, η τεχνολογία μας δίνει τη δυνατότητα και έχω γράψει παντού. Σε ξενοδοχεία, σε σπίτια φίλων.

Μόνο με έναν υπολογιστή και ένα μικρόφωνο;
Υπολογιστή, μικρόφωνο, κάρτα ήχου και ησυχία. Αυτό ήθελε.

Δεν χρειάζεται απαραίτητα βουνό και απομόνωση.
Μακάρι, αν μπορούσα να το κάνω, θα το έκανα πολύ πιο γρήγορα, αλλά έχω και άλλες υποχρεώσεις.

Πιο πολύ απολαμβάνετε τα μικρά live ή τις μεγάλες συναυλίες;
Το καθένα έχει τη δική του απόλαυση. Όπου παίζω το απολαμβάνω. Αλλά το καθένα είναι διαφορετικό, έχει άλλη χαρά.

Σας έχουν κουράσει οι περιοδείες μετά από τόσα χρόνια ή είναι κάτι που περιμένετε;
Εννοείται ότι το περιμένω. Το κάνω 25 χρόνια. Μ’ αρέσει πολύ αυτός ο τρόπος ζωής. Να μου πεις πήγαινε σε ένα μαγαζί και δούλευε μόνιμα, θα σου πω δεν υπάρχει περίπτωση. Τα θαυμάζω πολύ τα παιδιά που αντέχουν και κάνουν αυτό το πράγμα. Είναι φοβερά δύσκολο.

Τι διαφορά βλέπετε στο κοινό της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας;
Η Θεσσαλονίκη είναι πολύ αυστηρή με τους Θεσσαλονικείς. Εγώ έρχομαι και παίζω 20 φορές στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη παίζω μία φορά, με το ζόρι. Είναι πιο δύσκολο να γίνεις μαζικός στη Θεσσαλονίκη - που πάλι καλά, μια χαρά τα έχουμε καταφέρει. Δεν ξέρω γιατί συμβαίνει, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Μπορεί να είναι το ότι υπάρχουμε στον χώρο και λειτουργούμε πολλά χρόνια και μας έχουν βαρεθεί.

Εδώ πάντως, ο κόσμος ανυπομονεί να έρθετε, όπως τώρα που παίζετε στο Ίλιον Plus.
Το να κάνεις μια συναυλία που να έχει τον αριθμό ανθρώπων που μπορεί να σε στηρίξει και οικονομικά, είναι πολύ πιο εύκολο στην Αθήνα, από ό,τι στη Θεσσαλονίκη. Εκεί επίσης, έχει πάρα πολύ μικρά ή πάρα πολύ μεγάλα μαγαζιά. Ένα μεσαίο δεν έχει. Είναι πρώτη φορά που παίζουμε στο Ίλιον Plus και μου αρέσει πολύ ο χώρος.

Τελικά, τι σας έχει διδάξει το ρεμπέτικο για τη ζωή;
Ότι πρέπει να αντιμετωπίζεις την κάθε μέρα όπως έρθει και πρέπει να είσαι γενναιόδωρος με όλους και με όλα, δεν θέλει μιζέρια δηλαδή, αυτήν θεωρώ και τη μεγάλη διαφορά του ρεμπέτικου με το λαϊκό. Το λαϊκό έχει μια μιζέρια μέσα του, ενώ το ρεμπέτικο δεν έχει. Έχει μια γενναιοδωρία, μια ανοιχτωσιά στο σύνολό του. Έχει και τραγούδια που είναι μαύρα, που μιλάνε για τον θάνατο, αλλά και για τον θάνατο με γενναιοδωρία μιλούν.

*Ο Δημήτρης Μυστακίδης εμφανίζεται στο Ίλιον Plus το Σάββατο 27 Ιανουαρίου και το Σάββατο 3 Φεβρουαρίου. Περισσότερες πληροφορίες, εδώ.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Η Ήσυχη Πλευρά της Θεσσαλονίκης: Καφέδες, Μελέτη και Φλερτ με τα Μάτια στη Βιβλιοθήκη του ΑΠΘ

Η Ναταλία Ρασούλη Έχει Πάρει τα πιο Απειλητικά Μηνύματα από «Χρυσαυγίτες, Νταλαριστές και Σφακιανακιστές»

Έκανα Οικονομία, Έτρωγα Υγιεινά και Σχεδόν Καταστράφηκε η Ζωή μου

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.