Πρόσωπα

«Δεν Χωράνε Συναισθηματισμοί στο Βουνό» - Από την Κυψέλη στην Κορυφή του Κόσμου

Ο Φώτης Θεοχάρης ατένισε τον κόσμο από την κορυφή του όρους Kangchenjunga και είδε τα πελώρια βουνά σαν νάνους.
19 Ιούνιος 2018, 5:00am

Στις αρχές Απριλίου, ο Φώτης Θεοχάρης έφυγε από το σπίτι του στην Κυψέλη για να κατακτήσει μία από τις δυσκολότερες κορυφές της Γης. Παρά τα 27 του χρόνια είχε συμμετάσχει σε ορειβατικές αποστολές στις Άνδεις, στις Άλπεις, στον Καύκασο, όμως τίποτα δεν συγκρινόταν με αυτό που θα επιχειρούσε τώρα. Το όρος Kangchenjunga -στα 8.586μ.- ήταν κάτι πρωτόγνωρο για τον ίδιο. Η σκέψη πως κανένας ορειβάτης δεν κατάφερε, τα τελευταία τρία χρόνια, να «δαμάσει» το βουνό, ενώ μόλις 337 άνθρωποι στην ορειβατική ιστορία είχαν ατενίσει τη γη από τη θρυλική κορυφή, της οποίας το όνομά της σημαίνει «Πέντε Θησαυροί του Κόσμου», δεν τον τρόμαζε. Ούτε εκείνον, ούτε τον σκοινοσύντροφό του, τον 55χρονο Αντώνη Συκάρη. Έφυγαν από την Αθήνα γνωρίζοντας πως απέναντί του δεν ορθωνόταν ένας πελώριος ορεινός όγκος, αλλά μονάχα τον εαυτό τους.

Στις πέντε Απριλίου, η ελληνική ομάδα πέταξε για το Κατμαντού, την πρωτεύουσα του Νεπάλ. Εκεί θα ξεκινούσε μια περιπέτεια 56 ημερών, ένα μακρύ ταξίδι στο άγνωστο μακριά από την υπαρξιακή σαστιμάρα της πόλης. Η κορυφή Kangchenjunga θεωρείται από έμπειρους ορειβάτες ως η δεύτερη δυσκολότερη κορυφή στον κόσμο, μετά το ‘Αγριο Βουνό, το περιβόητο Κ2 (με ύψος κορυφής στα 8.611μ.) στα σύνορα μεταξύ Πακιστάν και της αυτόνομης επαρχίας Τασκούργκαν Τατζίκ στην Κίνα.

Ζητώ από το Φώτη να μου μιλήσει για το ταξίδι του στα ινδινεπαλικά σύνορα, ενώ απολαμβάνουμε έναν καφέ στο κέντρο της πόλης. «Όλα ξεκινούν τη στιγμή που θα κλείσεις, πίσω σου, την πόρτα του σπιτιού. Αυτή είναι η πρώτη πράξη, όχι η στιγμή που θα φτάσεις στο βουνό. Σε τριγυρίζουν έντονες σκέψεις, όμως στο τέλος κυριαρχεί η προσμονή και ο στόχος της κορυφής. Βέβαια, για να φτάσεις στα 8.586μ. είναι ολόκληρη περιπέτεια. Αρχικά πετάξαμε για το Κατμαντού, όπου εκεί χρειάστηκε να πάρουμε ένα μικρότερο αεροπλάνο, ελαφρώς ταλαιπωρημένο, το οποίο μας μετέφερε σε μια μικρότερη πόλη, το Μπατράπουρ. Από εκεί ταξίδι, οδικώς, δύο ημερών σε άγριους, κακοτράχαλους δρόμους πάνω σε ένα πολύχρωμο φορτηγό με χαϊμαλιά, λουλούδια και κουβέρτες.

»Ακούγεται, πιθανώς, ενδιαφέρουσα εμπειρία, όμως ήταν τραυματική στην πραγματικότητα. Προς στιγμήν, φοβήθηκα πως δεν θα δω το βουνό. Ο άνθρωπος που μας μετέφερε οδηγούσε πραγματικά στα όρια -δεν το έχω ξαναδεί αυτό. Εντέλει, με τα πολλά φτάσαμε σε ένα χωριό στα 950μ. υψόμετρο, όπου από εκεί ξεκινήσαμε το trekking με προορισμό την κατασκήνωση βάσης, κοντά στα 5.500μ. Συνολικά, η πεζοπορία μέχρι το Base Camp διήρκεσε 15 ημέρες, στις οποίες διασχίσαμε δύσβατα μονοπάτια μέσα σε δάση με πυκνή βλάστηση, φαράγγια, ποτάμια –ανεπανάληπτη πεζοπορία, αλλά και δύσκολη. Έβρεχε ακατάπαυστα και έκανε τρομερό κρύο -υπήρχαν στιγμές που η υγρασία σε τσάκιζε. Λύγιζες. Κάναμε μπάνιο με κανάτες, στήνοντας πρόχειρους καταυλισμούς όπου μπορούσαμε. Κάθε μέρα τρώγαμε σούπες και νουντλς. Κάποια στιγμή κρύωσα, με αποτέλεσμα να είμαι άρρωστος για δυο μέρες».

«Υπήρξαν στιγμές που σκέφτηκες να τα παρατήσεις;», ρωτώ. «Στην αρχή ομολογώ πως σάστισα, σοκαρίστηκα. Ήταν τόσο απαιτητικό το trekking. Ναι, αισθάνθηκα μια ψυχολογική πίεση, σκεφτόμουν, ενώ διασχίζαμε το δάσος την οικογένειά μου, τους φίλους μου - εκεί σε πιάνει μια τάση φυγής. Αλλά ελεγχόμενα πράγματα, ξέρεις, παιχνίδια του μυαλού. Στο βουνό, η αλήθεια είναι πως σκέφτεσαι πολύ. Και όταν σκέφτεσαι πολύ, ψάχνεις και δικαιολογίες για να τα παρατήσεις. Η ψυχολογική καταπόνηση είναι πιο ισχυρή από την σωματική. Κάποια στιγμή γύρισα και είπα στον Αντώνη _“_Πληρώσαμε τόσα λεφτά (σ.σ 40.000 ευρώ κόστισε συνολικά η αποστολή) για να ζήσουμε στην απόλυτη φτώχεια”. Γελάσαμε φευγαλέα, όμως ξέραμε καλά και οι δύο πως τα μεγάλα βουνά τα ανεβαίνεις πρωτίστως με το μυαλό. Όλα είναι θέμα ψυχολογίας. Εγώ είχα μαζί μου διάφορα μηνύματα ανθρώπων που μου έδιναν κουράγιο -κάθε τόσο τα έβγαζα και τα διάβαζα. Κάποια στιγμή μας πήραν στο δορυφορικό τηλέφωνο από ένα σχολείο και μας διάβασαν οι μαθητές τις ευχές τους. Αυτό μας έδωσε μεγάλη δύναμη για τη συνέχεια. Στο μεταξύ, σιγά-σιγά, το τοπίο άλλαζε - η πυκνή βλάστηση του δάσους χανόταν και μπροστά μας ξεπρόβαλλε το ξερό τοπίο του βουνού, θαμμένο μέσα στους παγετώνες. Το όρος Kangchenjunga είναι το πιο απομακρυσμένο βουνό, δεν είναι εμπορικό όπως το Έβερεστ. Η ομάδα μας αποτελούταν από εννέα άτομα: δύο Ολλανδούς, δύο Ινδούς, έναν Ιταλό, έναν Αμερικανό και έναν Γεωργιανό».

«Ποια ήταν η πρώτη σκέψη σου μόλις αντίκρισες το βουνό;», ρωτώ τον Φώτη. «Ένιωθα μια γαλήνη -είχα αφήσει πίσω μου την τοξικότητα της πόλης, τη μικρότητα των ανθρώπων, κάθε αρνητικό συναίσθημα. Βέβαια, όσο πλησιάζαμε στην κατασκήνωση βάσης, κοντά στα 5.500μ. η πορεία γινόταν ολοένα και δυσκολότερη. Όποιος έχει βρεθεί σε αυτό το υψόμετρο ξέρει καλά τι συμβαίνει στον ανθρώπινο οργανισμό. Αρκεί μια μικρή απόσταση για να λαχανιάσεις - ο οργανισμός δεν εγκλιματίζεται καλά, αρχίζει η φθορά. Αισθάνεσαι συνέχεια κουρασμένος ακόμα και αν ξεκουράζεσαι ή κοιμάσαι όλη μέρα. Φτάνοντας, στην κατασκήνωση βάσης υπήρχαν συνολικά 45 ορειβάτες από διάφορα σημεία του πλανήτη. Όλοι δοκίμασαν για την κορυφή, αλλά μόλις οι 18 τα κατάφεραν. Το όρος Kangchenjunga είναι σαν αμφιθέατρο - κάθε τόσο παρακολουθούσαμε πελώρια σεράκ (σ.σ το ακραίο κομμάτι ενός παγετώνα) να κυλούν στο βουνό, προκαλώντας χιονοστιβάδες. Ανεπανάληπτες εικόνες».

«Πόσο καιρό κάτσατε στο base camp;», τον διακόπτω. «Αφού τελειώσαμε όλα τα ροτέισιον που αφορούσαν τον εγκλιματισμό, έπειτα περιμέναμε 18 ημέρες, ώσπου να βρούμε το κατάλληλο παράθυρο και να πραγματοποιήσουμε το final push για την κορυφή. Ξεκινήσαμε αρχικά για το Camp 2 που είναι στα 6.250μ. Έπειτα από εκεί πορεία για το Camp 3 όπου κοιμηθήκαμε και την επόμενη μέρα φύγαμε με προορισμό το Camp 4. Από εκεί το βράδυ ξεκινήσαμε για την κορυφή. Στις 13 Μαΐου είχαν επιχειρήσει άλλοι ορειβάτες, οι οποίοι όμως δεν τα κατάφεραν λόγω κακοκαιρίας. Η τύχη παίζει πολύ σημαντικό ρόλο σε τέτοιου τύπου αποστολές. Για να φτάσουν από τα 7.300μ. έως τα 8.100μ. χρειάστηκαν περίπου 24 ώρες. Εγώ έκανα την απόσταση μέχρι την κορυφή σε 13. Είχα μαζί μου δύο μπουκάλες οξυγόνου γιατί το θέμα μετά τα 7.500μ. είναι να αντέξεις. Είναι πολύ εύκολο να εγκαταλείψεις. Μετά 7.500μ. ζορίζεσαι σωματικά λόγω της έλλειψης οξυγόνου. Εκεί καταλαβαίνεις πως ούτε τα λεφτά, ούτε οι σέρπα μπορούν να σε ανεβάσουν στην κορυφή. Είσαι μόνος σου. Αν βγάλεις τη μάσκα, μέσα σε δέκα λεπτά έχεις τελειώσει. Εδώ στα 5.500μ. έχεις ταχυπαλμίες, ζαλάδες, θέλεις να κάνεις εμετό, φαντάσου πάνω από τα 8.000μ. Ένας ορειβάτης -όχι στη δική μας αποστολή- έπαθε πνευμονικό οίδημα και τον πήρε ελικόπτερο».

«Πότε πάτησες την κορυφή τελικά;».

«Λίγο πριν από τις οκτώ το πρωί βλέπω μια κορυφή και πιστεύω πως έφτασα -όμως είχα κάνει λάθος. Η κορυφή ήταν από πίσω. Με έπιασαν τα κλάματα. Ήμουν τόσο κοντά, αλλά και τόσο μακριά. Συνέχισα την προσπάθεια και εν τέλει πάτησα κορυφή στις 8.11. Στάθηκα για λίγο και παρατηρούσα τριγύρω το άγριο, χιονισμένο τοπίο, τα πελώρια βουνά, τον ορίζοντα. Δέος. Κατά τη διάρκεια του trekking όταν το βλέμμα μου έπεφτε στο βουνό, αισθανόμουν μικρός, ασήμαντος. Τώρα, όμως από την κορυφή όλοι αυτοί οι θεόρατοι ορεινοί όγκοι έμοιαζαν με νάνοι στον ορίζοντα. Με κατέκλυσε μια απροσδιόριστη συγκίνηση, μαζί με πληρότητα, χαρά και ευγνωμοσύνη. Ένας μοναδικός συνδυασμός συναισθημάτων. Λίγο αργότερα ήρθε και ο Αντώνης. Αγκαλιαστήκαμε και κλάψαμε. Τα είχαμε καταφέρει. Πήρα το δορυφορικό τηλέφωνο για να μιλήσω με τη μάνα μου και τον πατέρα μου. Είχαν ξενυχτήσει όλο το βράδυ και περίμεναν τα νέα - δεν ήθελα να τους μιλήσω προτού επιχειρήσω για την κορυφή επειδή είχα ακούσει τη μάνα μου να κλαίει και είχα επηρεαστεί. Δεν χωράνε συναισθηματισμοί στο βουνό».


[VICE Video] Μαθήματα Επιβίωσης στα Βουνά της Βόρειας Ελλάδας: Τροφή και Ανίχνευση Τόπου

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


«Υπήρξε κάποια στιγμή που κινδύνεψες;», παρεμβαίνω. «Ναι, δυο φορές. Τη μία, στην επιστροφή, όταν έσπασε η σκάλα στην προσπάθεια να περάσω ένα ρήγμα, με αποτέλεσμα να μείνω κρεμασμένος στο κενό και τη δεύτερη σε ένα πέρασμα όταν έκατσα να πιω λίγο νερό και να ξεκουραστώ και λίγα μέτρα μακριά μου έγινε κατολίσθηση. Και στις δύο περιπτώσεις φοβήθηκα πάρα πολύ, αλλά τέλος καλό, όλα καλά. Το βουνό σε μαθαίνει να κυριαρχείς στους φόβους σου, όχι όμως και να μην νιώθεις φόβο. Αυτό μπορεί να αποβεί μοιραίο λάθος. Επιστρέφοντας στην κατασκήνωση βάσης μας περίμεναν οι υπόλοιποι ορειβάτες και κόψαμε μια τούρτα - από την αποστολή μας κατάφεραν να ανέβουν οι πέντε από τους εννιά στην κορυφή.

Οι εικόνες που είδα θα μείνουν για πάντα χαραγμένες στο μυαλό μου, αν και τώρα που επέστρεψα στην πόλη προσπαθώ κυρίως να σταχυολογήσω τα συναισθήματα που βίωσα - η εξαντλητική προσπάθεια ξεγυμνώνει το χαρακτήρα σου. Ξαναγεννιέσαι έπειτα από μια τέτοια δοκιμασία. Το βουνό δεν είναι μόνο πέτρες και χιόνια, αλλά γαλήνη, μια ξεχασμένη σύνδεση με ένα παλαιότερο εαυτό μας».

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Ποιoς θα Πάρει Φέτος το Mundial, Χρήστο Σωτηρακόπουλε;

Βδέλυγμα: Η «Μοναξιά» του να Είσαι Ένας Ανοιχτά Γκέι Ράπερ στην Ελλάδα

Προσπάθησα να Μην Κάνω Καθόλου Σκουπίδια για μία Εβδομάδα στην Αθήνα

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.